Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Κινηματογράφος: «Χαμένη λεωφόρος» (1997)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

ΧΑΜΕΝΗ ΛΕΩΦΟΡΟΣ

«LOST HIGHWAY»




     Στα προάστια του Λος Άντζελες κατοικεί το ευκατάστατο ζευγάρι του Φρεντ (Μπιλ Πούλμαν), επαγγελματία σαξοφωνίστα της τζαζ, και της γοητευτικής Ρενέ (Πατρίσια Αρκέτ). Ο Φρεντ ζηλεύει παθολογικά τη σύζυγό του, αδυνατεί να έχει πλήρη σεξουαλική επαφή μαζί της και είναι φανερό πως αυτή τον φοβάται, παρά τη φαινομενική ηρεμία και την επιφανειακή μονοτονία της σχέσης τους. Μία μέρα αρχίζουν να λαμβάνουν ταχυδρομημένες βιντεοκασέτες από άγνωστο αποστολέα, οι οποίες απεικονίζουν το εσωτερικό του σπιτιού τους – τρομοκρατούνται και καλούν την Αστυνομία, αλλά οι δύο ντετέκτιβ της υπόθεσης δεν εντοπίζουν ίχνη διάρρηξης. Σε ένα πάρτι το οποίο διοργανώνει κάποιος πλούσιος και ύποπτος φίλος της Ρενέ, ο Φρεντ γνωρίζει έναν παράξενο, απόκοσμο και μυστηριώδη άνδρα που ισχυρίζεται ότι είναι ταυτόχρονα και μέσα στο σπίτι του ζεύγους, αφού «εκείνος τον προσκάλεσε». Λίγες μέρες μετά η Ρενέ είναι βάναυσα δολοφονημένη, ενώ ακόμα μία βιντεοκασέτα έχει καταφθάσει απεικονίζοντας τον ήρωα να την κατακρεουργεί στην κρεβατοκάμαρά τους. Ο Φρεντ δεν διαθέτει καμία μνήμη του συμβάντος αλλά συλλαμβάνεται και καταδικάζεται να εκτελεστεί στην ηλεκτρική καρέκλα. Μια νύχτα, ενώ ένας ανεξιχνίαστος πονοκέφαλος του προκαλεί αϋπνία, οι δεσμοφύλακες ακούν κραυγές από το κλειδωμένο κελί του. Το άλλο πρωί στη θέση του έχει εμφανιστεί ένας άλλος, νεότερος άνδρας – ο Πίτερ – χωρίς καμία ιδέα για το πώς βρέθηκε εκεί...
     Ο Ντέιβιντ Λιντς επιστρέφει στο σινεμά πέντε χρόνια μετά τον παρεξηγημένο και εμπορικά αποτυχημένο κινηματογραφικό Ύποπτο κόσμο του Τουίν Πικς, ξανά με γαλλική χρηματοδότηση, δείχνοντας πως είναι πια σε μια νέα φάση της καριέρας του. Όλες οι εικαστικές εμμονές του και οι συνηθισμένες κινηματογραφικές του μέθοδοι παρελαύνουν από την οθόνη σε ένα εξαιρετικά ατμοσφαιρικό οπτικοακουστικό παραλήρημα, προσεγμένο ως το τελευταίο καρέ, το οποίο κατορθώνει να εναλλάσσει μαεστρικά τον φρενήρη ρυθμό με την υπνωτιστική αναμονή. Εμφανή είναι τα περισσότερα διακριτικά σημάδια του λυντσικού κινηματογράφου: οι παράλογες σεκάνς, οι σουρεαλιστικοί χαρακτήρες, το μαύρο χιούμορ, τα ονειρικής λογικής δρώμενα με την ανερμήνευτη υπερφυσική αύρα, η δαιδαλώδης και αινιγματική μη γραμμική αφήγηση του Eraserhead και του Τουίν Πικς, οι διφορούμενες σιωπές, η απολύτως ταιριαστή διανομή ρόλων, ο δυνατός φωτισμός ως σύμβολο αγάπης και θέρμης, τα απόκοσμα κοντινά πλάνα σε βελούδινες κουρτίνες ως μεταφορικές πύλες του ασυνειδήτου, οι παραμορφωμένοι ανθρώπινοι χαρακτήρες ως σύμβολα εννοιών, οι νότες του Μπανταλαμέντι, τα εικαστικά παιχνιδίσματα με τα υψηλά ή τα χαμηλά κοντράστ, τα πλάνα με την επιβραδυμένη κίνηση και τη μουσική συνοδεία σε σημεία - κλειδιά, ο κλειστοφοβικός ηχητικός σχεδιασμός των χώρων, οι εναλλαγές της φωτογραφίας μεταξύ φωτός και σκότους, ο ηλεκτρισμός που τρεμοπαίζει και οι δυσοίωνοι υπόκωφοι βόμβοι ως προμηνύματα κινδύνου, οι σκιές που μοιάζουν να απορροφούν τα πάντα στους εσωτερικούς χώρους, ο αισθησιακός ερωτισμός και η φρικτή βία. Εδώ όμως το γνωστό αυτό μείγμα εφαρμόζεται σε ένα ψυχολογικό θρίλερ μυστηρίου με ίχνη νεονουάρ, χιτσκοκικές επιρροές και εκτυλισσόμενο σε αστικό σκηνικό – καινοφανή στοιχεία για τον σκηνοθέτη, αλλά η τελική σύνθεση ανταμείβει τον θεατή. Με τη συμμετοχή στο σενάριο του Μπάρι Γκίφορντ (συγγραφέα του μυθιστορήματος όπου είχε βασιστεί η Ατίθαση καρδιά) και του Τρεντ Ρέζνορ του ιντάστριαλ ροκ συγκροτήματος Nine Inch Nails στη μουσική επένδυση, ο Λιντς επέστρεψε με ένα μεταμοντέρνο, καλτ και οριακό δημιούργημα.
     Περιγράφοντας τις μυστηριωδώς συνδεόμενες ιστορίες του Φρεντ και του Πίτερ, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος οικοδομεί διαδοχικά δύο αρχικά αληθοφανείς αφηγηματικούς κόσμους οι οποίοι διαβρώνονται σταδιακά από το παράλογο, το εφιαλτικό, το φανταστικό – ώσπου γκρεμίζονται όταν έρχονται σε επαφή μεταξύ τους. Οι ήρωες εναλλάσσονται, εμφανίζονται και εξαφανίζονται καταμεσής της ιστορίας. Πρόκειται για μοτίβα στοιχεία των οποίων είχε δοκιμάσει και παλιότερα – περισσότερο στον κινηματογραφικό Ύποπτο κόσμο του Τουίν Πικς, προπομπό αυτού του διαμαντιού – αλλά ποτέ σε τέτοια έκταση, ποτέ σε αστικό σκηνικό και ποτέ με αφετηρία τους κώδικες του νουάρ. Τα πανέξυπνα σουρεαλιστικά ευρήματα διαδέχονται το ένα το άλλο (π.χ. η ανεξήγητη φράση στο θυροτηλέφωνο χωρίς κανείς να είναι στην είσοδο του κτηρίου, οι παραισθήσεις του Φρεντ, ο απόκοσμος και ανατριχιαστικός Μυστηριώδης Άνδρας με το πάλλευκο δέρμα, τα ξυρισμένα φρύδια και την υπερφυσική ικανότητα να βρίσκεται σε δύο μέρη ταυτόχρονα, οι μυστηριώδεις βιντεοσκοπήσεις του εσωτερικού του σπιτιού του Φρεντ χωρίς να έχει γίνει διάρρηξη, η «μεταμόρφωση» στο κελί, οι παραισθήσεις του Πίτερ, οι αινιγματικές υπόνοιες των γονιών του για τη «νύχτα της αλλαγής», ή η Πατρίσια Αρκέτ σε έναν «ξανθό» και σε έναν «μελαχρινό» ρόλο) και η αίσθηση μίας εξαιρετικά στυλιζαρισμένης αλλά εφιαλτικής δίνης, σχεδιασμένης να παρασύρει τον θεατή στην παραφροσύνη του ήρωα, είναι ακαταμάχητη.
     Αισθητικά ο Λιντς όχι απλώς εκθέτει για άλλη μια φορά όλα του τα ανεξάντλητα όπλα, αλλά δημιουργεί αξιομνημόνευτες, ατμοσφαιρικές σκηνές με μια υπέροχη, αρμονική ισορροπία εικόνας, ήχου και αφήγησης – η σεκάνς στο πάρτι πριν από τον φόνο της Ρενέ, οι σκηνές στο σπίτι του Άντι περί τα 2 / 3 της διάρκειας, οι μνήμες της Άλις από την πρώτη της συνάντηση με τον «Κύριο Έντι» και όλα τα συμβάντα στην έρημο. Σκηνές σχεδόν αρχετυπικές, ίσως ανεξάρτητες από τους συγκεκριμένους χαρακτήρες και τη συγκεκριμένη ιστορία, αλλά μοναδικά υλοποιημένες. Το ευρηματικό φινάλε κλείνει την ιστορία εκεί που ξεκίνησε, στο θυροτηλέφωνο της εναρκτήριας σεκάνς, έτσι ώστε όλη η δομή του φιλμ να μοιάζει τελικά με μια ταινία του Μόμπιους, με το τοπολογικό παράδοξο της τελευταίας να προβάλλεται στον αφηγηματικό λαβύρινθο της πλοκής και των συγχυσμένων ταυτοτήτων των ηρώων. Η μία πλευρά της ταινίας συμπληρώνει την άλλη, αλλά ταυτόχρονα είναι η άλλη σε ένα συνεχές χωρίς ρήξεις, ενώ αν την ακολουθήσει κανείς με το δάχτυλό του επιστρέφει στην αφετηρία. Έτσι ο Φρεντ είναι ταυτόχρονα και στις δύο πλευρές του θυροτηλεφώνου, όπως το δάχτυλο είναι τελικά και στις δύο όψεις της ταινίας του Μόμπιους αφού αυτές παραδόξως ταυτίζονται. Ο Λιντς και ο Γκίφορντ ωθούν κατ’ αυτόν τον τρόπο τη μη γραμμική αφήγηση σε νέα, ανεξερεύνητα μονοπάτια, εκεί όπου οι χωροχρονικές συμβάσεις καταργούνται με δομημένο τρόπο, επάνω στη σπείρα των μαθηματικών παραδοξοτήτων.
     Πολλά έχουν ειπωθεί για το περιεχόμενο της ταινίας αλλά και την ακριβή πλοκή της – η γριφώδης, κατακερματισμένη αφήγηση αφήνει γιγάντια περιθώρια ερμηνείας. Παρά την ονειρική δομή και όψη του φιλμ το ζητούμενο δεν φαίνεται να είναι η αναπαραγωγή ενός εφιάλτη, αλλά η απόδοση μίας ατομικής, υποκειμενικής και ασταθούς αντίληψης για την πραγματικότητα ενός δολοφόνου κατατρεγμένου από τύψεις, ενοχή και αισθήματα αδυναμίας· εύκολα έρχονται στο μυαλό οι εμφανείς ενοχές και το συνεπαγόμενο ανδρικό άγχος του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα στο Eraserhead, συνέπεια της σεξουαλικότητάς του. Ο Γκίφορντ έχει δηλώσει πως ο Πίτερ αλλά και ο Μυστηριώδης Άνδρας είναι δημιουργήματα της φαντασίας του Φρεντ: στην προσπάθειά του να αποδράσει από τις τύψεις του καταφεύγει ψυχολογικά σε μία πλασματική «αθώα» ταυτότητα, στον Πίτερ, αλλά θραύσματα της πραγματικότητας διεισδύουν και σταδιακά διαβρώνουν αυτό το νοητό κατασκεύασμα (έτσι π.χ. κοπέλα του είναι στην αρχή η Σίλα – η Ρενέ όπως «θα έπρεπε» να είναι – αλλά στη συνέχεια σαγηνεύεται από την Άλις – η Ρενέ όπως πραγματικά ήταν). Ο ίδιος ο ήρωας εξάλλου δηλώνει στο πρώτο ημίωρο «πως του αρέσει να θυμάται τα πράγματα με τον δικό του τρόπο, όχι απαραιτήτως όπως συνέβησαν», επομένως όλη η ιστορία δεν είναι παρά η αντίληψη του Φρεντ για τα γεγονότα – ο Μυστηριώδης Άνδρας με τη βιντεοκάμερα, ενσάρκωση της αντικειμενικής αλήθειας, των αδιάσειστων ντοκουμέντων και των ένοχων πράξεων, δεν μπορεί παρά να συνιστά απειλή. Ο Λιντς δεν φαίνεται να συμφωνεί πλήρως με αυτή την ερμηνεία της ταινίας, όπου σχεδόν τα δύο τρίτα της διάρκειάς της χαρακτηρίζονται ως φαντασιώσεις ενός παράφρονα, σε κάθε περίπτωση όμως η προσπάθεια του έργου να σχολιάσει την εύθραυστη και εγγενώς υποκειμενική φύση της Ταυτότητας είναι πασιφανής.
     Πιο σημαντικό είναι πως εδώ ο σκηνοθέτης, αντί να θέσει το ενδογενές «Καλό» ενάντια στο ενδογενές «Κακό» κατά τη συνήθη και απλουστευτική μανιχαϊκή ηθική του έργου του, προχωρά πιο πέρα: οι φαντασμαγορικοί και βίαιοι τρόμοι ενός εμφανώς μυθιστορηματικού νουάρ υποκόσμου – στην ιστορία του Πίτερ – αντιπαρατίθενται με τη ρεαλιστική και πνιγηρή μονοτονία, τη φρικτή αίσθηση αδυναμίας, έλλειψης επικοινωνίας και σιωπηλής ανικανότητας η οποία διαπερνά τη συνηθισμένη μεσοαστική ζωή του ζευγαριού στο πρώτο μέρος του φιλμ. Η υποπλοκή του Πίτερ όμως, από κοινού με την αντιρεαλιστική, σχεδόν φανταστική απεικόνιση του Λος Άντζελες, προσπαθεί μανιασμένα – στα μοτίβα μιας μεταμοντέρνας αυτοαναφορικότητας – να μας υπενθυμίσει πως τα δρώμενα δεν εκτυλίσσονται παρά σε μια ταινία της λαϊκής κουλτούρας. Αυτά είναι και όσα μένουν τελικά από το εγχείρημα σε επίπεδο περιεχομένου, αφού οι χαρακτήρες δεν είναι ούτε συμπαθείς ούτε ανάγλυφοι (στον κόσμο του Πίτερ είναι απλά στερεότυπα – ο αφελής παγιδευμένος ήρωας, η femme fatale, ο βίαιος διεφθαρμένος γκάνγκστερ, ο γλοιώδης προαγωγός), οι περισσότερες ερμηνείες δεν ξεχωρίζουν, ενώ οι προβληματισμοί επί της έννοιας της ταυτότητας μοιάζουν μόνο επιφανειακοί. Ως προς τη φόρμα όμως, η Χαμένη λεωφόρος συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο ευφάνταστες, πιο απόκοσμες και πιο προσεγμένες δουλειές ενός μοναδικού δημιουργού.
     Αξιοσημείωτη είναι η παράδοξα τελετουργική, «βαριά» ροκ μουσική επένδυση υπό την επίβλεψη του Ρέζνορ (με συνεισφορές από Marilyn Manson, Smashing Pumpkins, Rammstein και από τον Ντέιβιντ Μπάουι), ο Μέριλιν Μάνσον να υποδύεται για ελάχιστα δευτερόλεπτα έναν πορνοστάρ, αλλά και οι εμφανίσεις σε σύντομους ρόλους του γνωστού κωμικού Ρίτσαρντ Πράιορ, του ανατριχιαστικού Ρόμπερτ Μπλέικ (ως ο Μυστηριώδης Άνδρας) και του Τζακ Νανς – πρωταγωνιστή του Eraserhead και τακτικού συνεργάτη του Λιντς σε μόνιμη βάση από τότε. Και για τους τρεις, αυτός ήταν ο τελευταίος τους ρόλος: ελάχιστους μήνες ύστερα από τη λήξη των γυρισμάτων ο Νανς βρέθηκε νεκρός υπό ανεξιχνίαστες συνθήκες, ο Πράιορ απεβίωσε το 2005 από σκλήρυνση κατά πλάκας, ενώ μια πενταετία μετά τη Χαμένη λεωφόρο ο Μπλέικ συνελήφθη για τον φόνο της συζύγου του…