Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Κινηματογράφος: «Ο ύποπτος κόσμος του Τουίν Πικς» (1992)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

Ο ΥΠΟΠΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΤΟΥΙΝ ΠΙΚΣ

«TWIN PEAKS: FIRE WALK WITH ME»




     1989. Σε μια μικρή, ορεινή και απομονωμένη πόλη της επαρχίας Ουάσινγκτον των ΗΠΑ μία τελειόφοιτη μαθήτρια του τοπικού Λυκείου, η μεσοαστικής καταγωγής, σέξι και δημοφιλής Λώρα Πάλμερ, ανακαλύπτεται δολοφονημένη. Στο «ειδυλλιακό» Τουίν Πικς, όπου το αίσθημα της συνεκτικής κοινότητας παραμένει ισχυρό και διατηρείται μια στενή σχέση με τη φύση, καταφθάνει ο πράκτορας του FBI Ντέιλ Κούπερ με μεγάλη συναίσθηση της ηθικής, εξαιρετικά ανορθόδοξες μεθόδους και στόχο να βρει τον υπαίτιο – ίδιο απ’ ότι φαίνεται με αυτόν που είχε δολοφονήσει έναν χρόνο πριν μια άλλη νεαρή γειτονικής πόλης (Τερέζα Μπανκς) με παρόμοιο, αποκρουστικό τρόπο. Σύντομα γίνεται αντιληπτό ότι η νεκρή Λώρα Πάλμερ σχετιζόταν απρόσμενα με πολλά μέλη της κοινότητας και ότι η «άμεμπτη» εικόνα της έκρυβε πολλά σκοτεινά μυστικά. Στην ταινία βλέπουμε αποσπάσματα της έρευνας του FBI για τον φόνο της Τερέζα, αλλά κυρίως παρακολουθούμε τις τελευταίες επτά μέρες της ζωής της Λώρα αμέσως πριν τον θάνατό της.
     Το φιλμ συνιστά κατά κύριο λόγο προοίμιο της ομώνυμης τηλεοπτικής σειράς δύο κύκλων (1990 και 1990 – ‘91). Αποτέλεσε την τελευταία «παρέμβαση» του σκηνοθέτη στο εμβληματικότερο και εμπορικότερο ίσως δημιούργημα της καριέρας του, προτού διαλυθούν τελείως τα σκηνικά. Ο Λιντς έκλεισε έτσι τους λογαριασμούς του με τον κόσμο του Τουίν Πικς, δίνοντας στο κοινό ορισμένες πληροφορίες για το τι συνέβη στον πράκτορα Ντέιλ Κούπερ μετά την αγωνιώδη και «εκκρεμή» κατάληξη του δεύτερου κύκλου της τηλεοπτικής σειράς, εμβαθύνοντας στον υπερφυσικό μύθο που είχε αναπτυχθεί ως τότε και αναπαριστώντας με μακάβριο αλλά εκπληκτικά ευφάνταστο τρόπο τα γεγονότα γύρω από τον θάνατο της Λώρα, ανακαλυφθέντα με μεγάλο κόπο από τους ήρωες καθ’ όλη τη διάρκεια των δύο τηλεοπτικών κύκλων. Εδώ όμως κύριος ήρωας είναι η ίδια η Λώρα, την οποία για πρώτη φορά βλέπουμε ζωντανή. Η ταινία δεν συνιστά καθαρό προοίμιο, αφού εκτυλίσσεται σε τρεις διαφορετικές χρονικές περιόδους μα και στον περίφημο «υπερφυσικό» κόσμο του ασυνειδήτου όπου ο χρόνος κυλά «ανώμαλα»: στο Κόκκινο Δωμάτιο / Μαύρη Στοά, ένα πολύχρωμο «Καθαρτήριο» γνωστό στο κοινό από τα όνειρα του Κούπερ και τον μύθο της τηλεοπτικής σειράς. Όπως και η τελευταία, ο κινηματογραφικός Ύποπτος κόσμος του Τουίν Πικς αθροίζει το σύνολο των «λυντσικών» μεθόδων αφήγησης και προβληματικών σε ένα ιδανικό αμάλγαμα, κορύφωση της μέσης περιόδου του έργου του Αμερικανού σκηνοθέτη. Εδώ όμως ο Λιντς καινοτομεί, αφαιρώντας τη σαπουνόπερα από το μείγμα και αντικαθιστώντας την με τη μη γραμμική, δαιδαλώδη και αινιγματική αφήγηση η οποία τον είχε κάνει διάσημο το 1977 με το ντεμπούτο του Eraserhead· το αποτέλεσμα είναι ταυτοχρόνως οικείο μα και πρωτόγνωρο, αποκρουστικό και μαγευτικό συνάμα, με μια παραισθητική ποιότητα να το διατρέχει από άκρη σε άκρη.
     Το εισαγωγικό ημίωρο με τους «νιόφερτους» ηθοποιούς Κρις Άιζακ, Ντέιβιντ Μπάουι, Χάρι Ντιν Στάντον και Κίφερ Σάδερλαντ, από την έρευνα του FBI για τον φόνο της Τερέζα Μπανκς το 1988, προσδίδει μία χροιά στην ταινία εντυπωσιακά παρόμοια με αυτήν της τηλεοπτικής σειράς – ένα αλλόκοτο, ελαφρώς κωμικό, σκοτεινό αλλά όχι οπτικά μουντό αστυνομικό μυστήριο, με τζαζ μουσική επένδυση και σουρεαλιστικά ιντερμέδια – μα τελείως άνευ σαπουνόπερας και χωρίς το στοιχείο της «αθώας, εγκάρδιας, αφελούς Αμερικής» που ανέδιδε η πόλη του Τουίν Πικς· το ακριβώς αντίθετο ισχύει εδώ. Ο πρόλογος αυτός μοιάζει με μια παρωδία της μεταγενέστερης χρονολογικά έρευνας του πρώτου τηλεοπτικού κύκλου για τον φόνο της Λώρα Πάλμερ, όπου όλα είναι αντεστραμμένα. Από εκεί κι έπειτα, όταν μεταφερόμαστε ένα έτος μετά στο ίδιο το Τουίν Πικς, το φιλμ διατηρεί αναλλοίωτα την ατμοσφαιρική φωτογραφία και μουσική, μα και ευρύτερα το κλίμα της τηλεοπτικής σειράς, συνεχίζοντας να αποσπά από τους ίδιους ηθοποιούς εξαιρετικές ερμηνείες των ίδιων αξιομνημόνευτων χαρακτήρων (αν και μόνο ένα μικρό υποσύνολο του καστ εμφανίζεται εδώ). Ο τόνος ωστόσο διαφέρει σημαντικά από το τηλεοπτικό εγχείρημα: το χιούμορ και η σαπουνόπερα, θεμελιώδεις πυλώνες της σειράς, εκλείπουν σχεδόν τελείως (ίσως λόγω της μη εμπλοκής του τηλεοπτικού συμπαραγωγού Μαρκ Φροστ), ενώ αντιθέτως υπερτονίζονται άλλα στοιχεία της τελευταίας – ο σκοτεινός τρόμος, η εφιαλτική αγωνία, η σουρεαλιστική φόρμα και το υπερφυσικό στοιχείο. Η τηλεοπτική σειρά παρουσίαζε ένα απομονωμένο, ασφαλές, φιλικό και εγκάρδιο μέρος το οποίο έκρυβε έναν άγνωστο, σκοτεινό και αλλόκοτο πυρήνα (όπως στο Μπλε βελούδο)· εδώ όμως ο θεατής καταδύεται αμέσως στην ίδια την «καρδιά του σκότους».
     Το φιλμ μπορεί να περιγραφεί ως η πλέον ιδιόρρυθμη, πρωτότυπη και ατμοσφαιρική ταινία υπερφυσικού τρόμου που δημιουργήθηκε ποτέ. Πλημμυρισμένη από σουρεαλιστικά ευρήματα μοναδικής αισθητικής και σύλληψης (ξεχωρίζουν φυσικά οι σκηνές στο Κόκκινο Δωμάτιο, ο αγνοούμενος πράκτορας του FBI ο οποίος εμφανίζεται και εξαφανίζεται μυστηριωδώς από το Αρχηγείο ενώ ο χρόνος παγώνει, τα απόκοσμα όνειρα της Λώρα, ο «μεταβαλλόμενος» πίνακας ζωγραφικής με τη γυναίκα στο κατώφλι μιας εισόδου, η χορεύτρια τελετουργικής παντομίμας με τον κώδικα του Γκόρντον Κόουλ και το εχθρικό «πλεύρισμα» του αυτοκινήτου του Λίλαντ Πάλμερ από τον μονόχειρα Μάικ), με διάχυτο μυστήριο και μια αίσθηση διαρκούς απειλής στο υπόβαθρο (π.χ. η φανταστικά κινηματογραφημένη, υπνωτιστική σκηνή του οργίου υπό εκκωφαντικούς, βαθείς ροκ ήχους στο Ροζ Δωμάτιο – ένα μπαρ απεικονιζόμενο ως επίγεια Κόλαση), με εξαιρετικά στυλιζαρισμένα πλάνα (π.χ. οι σκηνές στο Λύκειο του Τουίν Πικς και όλες οι ονειρικές σεκάνς), η ταινία είναι ένα μακάβριο και τρομακτικό οπτικοακουστικό ποίημα απευθυνόμενο σε ένα υποσύνολο μόνο των οπαδών της τηλεοπτικής σειράς· ίσως δεν είναι τυχαίο το εναρκτήριο πλάνο από τον φόνο της Τερέζα Μπανκς, με ένα αιχμηρό αντικείμενο να διαλύει μία τηλεόραση συντονισμένη σε νεκρό κανάλι.
     Η ταινία αναπαριστά γεγονότα γνωστά κατά το μεγαλύτερο μέρος τους από τους δύο κύκλους επεισοδίων οι οποίοι είχαν προηγηθεί – το σημαντικότερο είναι πως όλοι γνωρίζουν ήδη την ταυτότητα του δολοφόνου. Προκειμένου να συντηρήσει σεναριακά το ενδιαφέρον, ο Λιντς επέλεξε να εμβαθύνει μέσω του φιλμ στον υπερφυσικό μύθο της σειράς με νέα στοιχεία και να δημιουργήσει πολλαπλά, γοητευτικά σουρεαλιστικά ευρήματα. Ορισμένα πράγματα τα οποία στην τηλεόραση δεν είχαν εξηγηθεί εδώ βρίσκουν τη λύση τους, αλλά με έναν μοναδικά λυντσικό τρόπο: χωρίς διάλογο, μονάχα με αλληλουχίες ατμοσφαιρικών εικόνων συνοδευόμενων από τους μαεστρικούς ήχους του Μπανταλαμέντι. Έτσι ο προσεκτικός θεατής κατανοεί ότι η Στοά είναι μία παράλληλη διάσταση πνευμάτων (ο νάνος, ο μονόχειρας, ο Μπομπ, η γηραιά κυρία και ο εγγονός της) τα οποία καταλαμβάνουν ανθρώπους ως ξενιστές και τρέφονται από τα συναισθήματά τους, όπως η αγάπη (για τα πνεύματα της Λευκής Στοάς) και ο φόβος (για τα πνεύματα της Μαύρης Στοάς). Αντιλαμβάνεται ότι τα πνεύματα μετακινούνται από τη Γη στη Στοά και αντιστρόφως μέσω του ηλεκτρικού ρεύματος, μα και ότι ο Μπομπ καταλαμβάνει περιοδικά τον πατέρα της Λώρα εδώ και πολύ καιρό, βιάζοντάς την τις νύχτες χωρίς αυτή να συνειδητοποιεί την πραγματικότητα, αφού βλέπει την εικόνα του Μπομπ και όχι του πατέρα της. Στόχος του δαίμονα είναι να εξαναγκάσει τη Λώρα να τον αφήσει να καταλάβει και αυτήν, «να παίξει μαζί της».
     Ο ακόμα προσεκτικότερος θεατής αντιλαμβάνεται επίσης ότι όλος ο μύθος είναι μία μεταφορά για τις εγγενείς ασυνείδητες ορμές κάθε ανθρώπου, μία αλληγορία για το Καλό και το Κακό του πραγματικού κόσμου. Πράγματα τα οποία αποδίδονται αινιγματικά αλλά πανέμορφα, χωρίς την απλούστευση για λόγους εμπορικότητας της τηλεοπτικής σειράς (όπου κάποιος χαρακτήρας λέει ρητά στο ένατο επεισόδιο του δευτέρου κύκλου πως «ο Μπομπ είναι το Κακό που πράττουν οι άνθρωποι»). Η Λώρα έχει μοναδικές ποιότητες ως χαρακτήρας, οι οποίες ποτέ στην τηλεόραση δεν είχαν φανεί τόσο καθαρά. Είναι το θύμα της αιμομικτικής κακοποίησης το οποίο αναπτύσσει αυτοκαταστροφικές τάσεις παρά την «αγαθότητα» μέσα της. Είναι αντιφατική, απομακρύνοντας και ελκύοντας ταυτοχρόνως τους συμπολίτες της. Είναι ταγμένη στην εξυπηρέτηση των άλλων και στην αποξένωση από τον εαυτό της, μέσω αλκοόλ, ψυχοτρόπων ουσιών και πορνείας. Είναι το θύμα της κακοποίησης που αρνείται την πραγματικότητα αλλά όταν τελικά τη συνειδητοποιεί – καταλαβαίνοντας ότι ο επί εξαετία δαιμονικός βιαστής της δεν είναι παρά ο πατέρας της – αποφασίζει να πεθάνει, προκειμένου να μην του παραδοθεί. Προκειμένου να σπάσει τον κύκλο της βίας. Το φινάλε περιέχει σαφείς υποδηλώσεις μεταθανάτιας θρησκευτικής λύτρωσης για τη Λώρα, αλλά και – υποθέτουμε – για τον Κούπερ.
     Η ταινία ανακοινώθηκε ως ευρισκόμενη υπό παραγωγή μόνο ένα μήνα μετά την ακύρωση της τηλεοπτικής σειράς και τη διαπίστωση πως δεν θα δημιουργούνταν τρίτη περίοδος επεισοδίων. Ο Κάιλ Μακλάχλαν ζήτησε να έχει έναν μικρό μόνο ρόλο προκειμένου να μην «τυποποιηθεί» στη συνείδηση του κοινού και της κινηματογραφικής βιομηχανίας ως Ντέιλ Κούπερ (αλλά και επειδή ένιωθε πως ο Λιντς είχε «εγκαταλείψει» το εγχείρημα κατά τον δεύτερο κύκλο), με αποτέλεσμα το σενάριο να ξαναγραφεί από την αρχή, ενώ οι δύο ηθοποιοί που υποδύονταν στην τηλεόραση την Ντόνα και την Ώντρεϊ Χορν αρνήθηκαν να συμμετάσχουν – όπως και ο απογοητευμένος από την ακύρωση της σειράς συμπαραγωγός Μαρκ Φροστ. Όλοι οι υπόλοιποι τηλεοπτικοί συντελεστές ωστόσο, πίσω και μπροστά από την κάμερα, ανέλαβαν ξανά δράση υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Ντέιβιντ Λιντς. Το αποτέλεσμα ήταν μία ταινία – μαμούθ 220 λεπτών η οποία περικόπηκε με παρέμβαση του στούντιο στα «εμπορικότερα» 134 λεπτά. Παρενέργεια αυτής της δραστικής μεταβολής ήταν η «εξαφάνιση» από την ταινία του μεγαλύτερου μέρους των χαρακτήρων της σειράς και η επικέντρωση της πλοκής σχεδόν αποκλειστικά στην κεντρική ιστορία της Λώρα. Στους κινηματογράφους το τελικό φιλμ διανεμήθηκε ένα έτος μετά τη λήξη του δευτέρου κύκλου, αφού πρώτα προβλήθηκε με μεγάλη αποτυχία και γιουχαΐσματα από τους κριτικούς στο φεστιβάλ των Καννών. Η εμπορική πορεία της ταινίας ήταν απογοητευτική (με εξαίρεση την Ιαπωνία), ενώ οι περισσότεροι κριτικοί απωθήθηκαν από τη δαιδαλώδη, αινιγματική αφήγηση και τη θεμελιώδη ανάγκη για πρότερη γνώση της τηλεοπτικής σειράς.
     Το φιλμ ήταν η πρώτη ταινία του Ντέιβιντ Λιντς με γαλλική χρηματοδότηση και η πρώτη από μία σχεδιαζόμενη κινηματογραφική τριλογία η οποία θα έκλεινε την ιστορία του Τουίν Πικς – η παταγώδης εμπορική αποτυχία βεβαίως εξαφάνισε κάθε σκέψη για συνέχεια και κήδεψε οριστικά τον κόσμο της τηλεοπτικής σειράς. Για την καριέρα του Λιντς όμως η ταινία αποτέλεσε κορυφαίο μεταβατικό σταθμό μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης καλλιτεχνικής του περιόδου, κατά τον τρόπο που μια οκταετία νωρίτερα το Ντιουν είχε αποτελέσει μεταβατική και κομβική ταινία του έργου του. Στον κινηματογραφικό Ύποπτο κόσμο του Τουίν Πικς ευρίσκεται το σπέρμα όλων των επόμενων και τόσο μοναδικών ταινιών ενός ξεχωριστού καλλιτέχνη.