Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

Κινηματογράφος: «Ο Άνθρωπος Ελέφαντας» (1980)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
==> Κινηματογράφος: Ο Άνθρωπος Ελέφαντας (1980, «The Elephant Man») <==
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ

«THE ELEPHANT MAN»




     Η αληθινή ιστορία του Τζον Μέρικ, ενός εκ γενετής φρικτά παραμορφωμένου αλλά ευφυούς άνδρα στο πουριτανικό βικτωριανό Λονδίνο, της Δεύτερης Βιομηχανικής Επανάστασης και του γιγάντιου ταξικού χάσματος. Ο Μέρικ διήνυσε την περισσότερη ζωή του ως περιφερόμενο κτηνώδες «έκθεμα» (ο Άνθρωπος Ελέφαντας του τίτλου), ώσπου ένας διακεκριμένος ιατρός της «υψηλής κοινωνίας» ανέλαβε γοητευμένος να τον μεταφέρει στον κόσμο των ανθρώπων. Αυτό που προέκυψε ήταν ένα συμπονετικό «τέρας» με ψυχή «αγίου».
     Στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, αυτή τη φορά με εξαίρετους ηθοποιούς – αστέρες στη διάθεσή του (Άντονι Χόπκινς, Αν Μπάνκροφτ, Τζον Χαρτ) και έναν προϋπολογισμό γιγάντιο συγκριτικά με τα 10000 δολάρια του ντεμπούτου του (Eraserhead), ο σπουδαίος Αμερικανός κινηματογραφιστής του ασυνειδήτου γαντζώνεται στις ίδιες μεθόδους και θεματικές. Έχοντας όμως ένα στιβαρό και «ομαλό» σενάριο στο χέρια του, όχι γραμμένο από τον ίδιο και βασισμένο σε αληθινή ιστορία, πετυχαίνει να φορτίσει τον Άνθρωπο ελέφαντα με έναν βαρύ συναισθηματικό πυρήνα και να συγκινήσει τον θεατή πολύ πιο πέρα από το εγκεφαλικό επίπεδο. Τα περιστασιακά ψήγματα του σκοτεινού λυντσικού σουρεαλισμού απλώς προσδίδουν στο φιλμ περισσότερο ενδιαφέρον και μια απόκοσμη χροιά.
     Ο Λιντς επιμένει στην αδρή ασπρόμαυρη φωτογραφία, στα εξπρεσιονιστικά σκηνικά και φωτοσκιάσεις, στις εμβόλιμες ονειρικές σκηνές (πολύ πιο μετρημένες τώρα απ’ ότι στο Eraserhead), στον διάσπαρτο συμβολισμό, στην ιδιόρρυθμη μουσική επένδυση στηριγμένη σε μηχανικούς ήχους και σε ατμοσφαιρικά μπάσα, στη γοητεία του μακάβριου και του αποκρουστικού, στην έμμεση καταδίκη της υποκριτικής «κοινωνίας των αυτομάτων» – απεικονιζόμενης μεταφορικά με βιομηχανικές εικόνες ή ήχους και με συμπεριφορές εγκλωβισμένες σε ανούσια πρωτόκολλα. Τώρα όμως όλα αυτά δεν κατακλύζουν το φιλμ αλλά το υποστηρίζουν, με αποτέλεσμα μια πολυεπίπεδη ταινία η οποία μπορεί να ιδωθεί τόσο ως «παράξενο» αλλά συμβατικής αφήγησης έργο, όσο και ως ένας από τους (εκ των υστέρων συνηθισμένους) κινηματογραφημένους εφιάλτες του σκηνοθέτη.
     Ο Τζον (Τζον Χαρτ, κάτω από τόνους μακιγιάζ και πρόσθετων) σκέφτεται πολύ, διαβάζει μανιωδώς, είναι ικανός να μιλήσει αλλά δεν το έχει προσπαθήσει ποτέ ­– στα είκοσι χρόνια του βίου του έχει αντιληφθεί πως είναι απλώς ένα κτήνος για την μπουρλέσκ διασκέδαση των θαμώνων των τσίρκων και των πανηγυριών. Η ταινία απεικονίζει την πορεία του προς τον «εξανθρωπισμό» και τη μεταμόρφωσή του σε ευγενή και καλλιεργημένο «κύριο», με την παρέμβαση του Φρέντερικ Τριβς (Άντονι Χόπκινς), ευκατάστατου ιατρού στο Νοσοκομείο του Λονδίνου. Ο Τριβς όμως κυριεύεται σταδιακά από τις δικές του αμφιβολίες: είναι αλτρουιστής, εγωιστής – αφού όσο ο Τζον γίνεται εκ νέου θέαμα, εξευγενισμένο αυτή τη φορά για την «υψηλή κοινωνία», ο ίδιος γίνεται διάσημος – ή απλώς υποπίπτει σε ιδιόρρυθμες, κρυμμένες ορμές; Η πορεία του Τζον συναντά γιγάντια εμπόδια και ανυπέρβλητες αντίρροπες δυνάμεις (η σαδιστική μοχθηρία ορισμένων, η προσκόλληση σε τυπικότητες, η εχθρότητα προς τη διαφορετικότητα, η μετατροπή του σε καθρέφτη της αριστοκρατίας όπου δοκιμάζεται η ικανότητά της να κρύβει τα πραγματικά της συναισθήματα, η πλήρης υιοθέτηση εκ μέρους του αλλότριων αξιών) στο πλαίσιο μίας κλασικότροπης, θεατρικού τύπου κατά το μεγαλύτερο μέρος της τραγωδίας, όπου η ύβρις του ήρωα τιμωρείται ξανά και ξανά. Το τελικό τίμημα είναι ο θάνατος, την ίδια ακριβώς στιγμή που ο εξανθρωπισμός έχει πλέον επιτευχθεί πλήρως.
     Αυτό το υλικό για πρώτης τάξης ευτελές, υπερσυναισθηματικό και κλισέ μελόδραμα, ο Λιντς το μετασχηματίζει σε ένα ιδιαίτερο, ατομικό του φιλμ, με όλους τους τρόπους οι οποίοι αναφέρθηκαν προηγουμένως. Πολύ σημαντικό ρόλο παίζουν οι επαναλαμβανόμενοι ήχοι και εικόνες στο υπόβαθρο της πλοκής οι οποίοι παραπέμπουν σε βιομηχανικό εξοπλισμό, σε κουρδιστούς μηχανισμούς ή σε κάθε τύπου μεταφορές αυτοματισμού: καθόλου τυχαία η τοποθέτηση του Τζον σε ένα δωμάτιο κάτω από το γιγάντιο ρολόι του νοσοκομείου, ο αρχικός μονόλογος του Τριβς πριν τη συνάντησή του με τον Τζον – όπου εκφράζει την αποστροφή του προς τις μηχανές – ή η δήλωση του διευθυντή πως «είναι ανίκανοι να φανταστούν», κατ’ αντιδιαστολή με τη μεταγενέστερη δήλωση του ήρωα (όσον αφορά τις κατασκευές μακετών στις οποίες επιδίδεται) πως «φαντάζεται ό,τι δεν μπορεί να δει με τα μάτια του». Ο Λιντς, φορέας ενός νέου ρομαντισμού παρά τον σουρεαλισμό του, σχολιάζει ξανά αρνητικά τη νεωτερική κοινωνία των αυτομάτων, ταυτίζοντάς την με τη βικτωριανή άρχουσα τάξη και στηλιτεύοντάς την ως χειρότερη από τις αποκτηνωμένες λαϊκές ορδές οι οποίες αντιλαμβάνονται τον Τζον όχι ως ηθικό αίνιγμα αλλά ως καρναβαλικό στοιχείο και τον χλευάζουν, την ώρα που κυλούν στην ακολασία αποστερημένες από πόρους και παιδεία. Η πολιτική ελίτ και οι ακόλουθοί της αναγνωρίζουν στον Άνθρωπο Ελέφαντα, βασανισμένο και αποκλεισμένο αλλά ευγενικό, υπομονετικό και καλόκαρδο, το πρότυπο του ιδανικού υπηκόου και ως αποτέλεσμα τον εξυμνούν.
     Ορισμένες θηλυκές «αγγελικές» φιγούρες αγνότητας, ομορφιάς και λύτρωσης είναι αυτές που πραγματικά βοηθούν τον ήρωα να υπερβεί το σκοτεινό πεπρωμένο του: η φωτογραφία της γοητευτικής νεκρής μητέρας του, η σύζυγος του Τριβς, η πλούσια ηθοποιός του θεάτρου, η Βασίλισσα της Ουαλίας. Και αυτές είναι που προσδίδουν μια πρόσθετη, βαθιά μεταφυσική και περίπου χριστιανική διάσταση στο φινάλε του δράματος: η μητέρα του ήρωα εμφανίζεται οραματικά καταμεσής του διαστρικού διαστήματος και τον καθησυχάζει σχετικά με τη μεταθανάτια ζωή, απαγγέλλοντας Άλφρεντ Τένισον. Απόλυτα συναφής είναι η εικονιζόμενη εμμονή του Τζον με τους καθεδρικούς ναούς κατά την παραμονή του στο νοσοκομείο, αλλά και η εισαγωγική ονειρική σεκάνς με τη μητέρα του Τζον να «βιάζεται» από ελέφαντες: η είσοδος στο «κτηνώδες» πεδίο του υλικού κόσμου δεν μολύνει, αλλά δοκιμάζει την άυλη ψυχή.
     Εικόνες, ήχοι και ιδέες του Ανθρώπου Ελέφαντα παραπέμπουν τόσο στο προγενέστερο Eraserhead (1977), όσο και στα κατοπινά Ντιουν (1984), Μπλε βελούδο (1986) και Ο ύποπτος κόσμος του Τουίν Πικς (1990 - ‘92). Με υπέροχες ερμηνείες, στιβαρή δομή και πανέμορφη ασπρόμαυρη φωτογραφία (από τον σκηνοθέτη και φωτογράφο Φρέντι Φράνσις, υπεύθυνο για το Ακρωτήρι του φόβου του Σκορσέζε, το Ντιουν, την Ερωμένη του Γάλλου υπολοχαγού κλπ) αποτελεί σημαντικό σταθμό στην εξέλιξη της φιλμογραφίας του Λιντς. Η παραγωγή είναι παραδόξως του Μελ Μπρουκς, ενώ κατά το έτος προβολής της η ταινία βρέθηκε υποψήφια σε πολλαπλές διοργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων υποψηφιοτήτων για Όσκαρ σκηνοθεσίας, ερμηνείας (για τον Χαρτ) και διασκευασμένου σεναρίου. Η άνευ προηγουμένου εργασία επάνω στο μακιγιάζ του Χαρτ οδήγησε στη δημιουργία της αντίστοιχης κατηγορίας στα Βραβεία Όσκαρ.