Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012

Τηλεόραση: «Ο ύποπτος κόσμος του Τουίν Πικς» (1990 - '91)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

Ο ΥΠΟΠΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΤΟΥΙΝ ΠΙΚΣ

«TWIN PEAKS»




     1989. Σε μια μικρή, ορεινή και απομονωμένη πόλη της επαρχίας Ουάσινγκτον των ΗΠΑ μία τελειόφοιτη μαθήτρια του τοπικού Λυκείου, μεσοαστικής καταγωγής, σέξι και δημοφιλής, ανακαλύπτεται δολοφονημένη. Στο «ειδυλλιακό» Τουίν Πικς, όπου το αίσθημα της συνεκτικής κοινότητας παραμένει ισχυρό και διατηρείται μια στενή σχέση με τη φύση, καταφθάνει ένας πράκτορας του FBI με μεγάλη συναίσθηση της ηθικής, εξαιρετικά ανορθόδοξες μεθόδους και στόχο να βρει τον υπαίτιο – ίδιο απ’ ότι φαίνεται με αυτόν που είχε δολοφονήσει έναν χρόνο πριν μια άλλη νεαρή γειτονικής πόλης με παρόμοιο, αποκρουστικό τρόπο. Σύντομα γίνεται αντιληπτό ότι η νεκρή Λώρα Πάλμερ σχετιζόταν απρόσμενα με πολλά μέλη της κοινότητας και ότι η «άμεμπτη» εικόνα της έκρυβε πολλά σκοτεινά μυστικά. Ο πράκτορας Ντέιλ Κούπερ, έχοντας τη συνδρομή του τοπικού Σερίφη και των ενοράσεων του ασυνειδήτου του, γρήγορα αντιλαμβάνεται πως ο φόνος αγγίζει ακόμα βαθύτερες πραγματικότητες – στα όρια του υπερφυσικού…
     Στο απόγειο της καριέρας και της δημοτικότητάς του, ο γνωστός σουρεαλιστής Αμερικανός σκηνοθέτης Ντέιβιντ Λιντς συνεργάζεται με τον βετεράνο της τηλεοπτικής παραγωγής Μαρκ Φροστ (επικεφαλής του προγενέστερου, πρωτοποριακού Χιλ Στριτ Μπλουζ με αστυνομική θεματολογία) και δημιουργούν το 1990 μία από τις περισσότερο επηρεαστικές και εμβληματικές σειρές της τηλεόρασης των ΗΠΑ. Ο ύποπτος κόσμος του Τουίν Πικς όχι μόνο συνέβαλε στην ωρίμανση και στην «ενηλικίωση» των μυθοπλαστικών τηλεοπτικών παραγωγών, όχι μόνο υπήρξε καταλύτης και κομβική αφετηρία για τις περισσότερες υπερατλαντικές τηλεοπτικές σειρές των επόμενων ετών (με πλέον τρανταχτά παραδείγματα τις Άγριες Φοινικιές, τα X-Files, το Αμέρικαν Γκόθικ, τους Σοπράνος, τις Νοικοκυρές σε απόγνωση, τους Αγνοούμενους και το Τσίρκο του μυστηρίου), αλλά συνιστά και κορύφωση της μέσης δημιουργικής περιόδου ενός αυθεντικού καλλιτέχνη. Σπάνια στιγμή στο ιστορικό ενός αμφιλεγόμενου αφηγηματικού μέσου, το Τουίν Πικς δανείζεται φόρμα και περιεχόμενο από τα προγενέστερα φιλμ του ίδιου του Λιντς Μπλε βελούδο (1986) και Ατίθαση καρδιά (1990), εμπλουτίζοντας τη συνταγή με μία γερή δόση εσκεμμένης τηλεοπτικής σαπουνόπερας εν είδη μεταμοντέρνας σάτιρας.
     Στην πρώτη ταινία ο Κάιλ Μακλάχλαν – αγαπημένος ηθοποιός του σκηνοθέτη – πρωταγωνιστούσε σε μία απόπειρα σταδιακού ξεγυμνώματος του σάπιου υποβάθρου μίας επιφανειακά «ειδυλλιακής» μικρής, επαρχιακής πόλης της αμερικανικής ενδοχώρας, στηριγμένης στην τοπική υλοτομική βιομηχανία και εσκεμμένα ομοιάζουσα με την «αφελή και αθώα Αμερική» της ψυχροπολεμικής προπαγάνδας της δεκαετίας του 1950. Η απρόσμενη βύθιση του νεαρού ήρωα στον κρυμμένο νοσηρό υπόκοσμο – βίαιο και σχεδόν σουρεαλιστικά απεικονιζόμενο – κάτω από το προσωπείο της «ευτυχούς κανονικότητας», επέτρεπε στον νοηματικό πυρήνα του Μπλε βελούδου να προβάλλει την αντιπαράθεση μεταξύ της άνευ όρων αγάπης, ως καθολικής λυτρωτικής δύναμης, και του σπέρματος του Κακού το οποίο ενυπάρχει μέσα στον καθένα, περιμένοντας μια ευκαιρία να αφυπνιστεί. Ο Λιντς, νεορομαντικός δημιουργός κινούμενος στα όρια του ηθικού μανιχαϊσμού, διατήρησε και εξέλιξε αυτά τα συστατικά μεταβαίνοντας στην επικράτεια της μεταμοντέρνας παρωδίας (όχι από κάποια ριζοσπαστική σκοπιά βεβαίως – ας μη λησμονούμε πως πρόκειται για θαυμαστή του Ρόναλντ Ρήγκαν ο οποίος δηλώνει «απολιτικός») με την Ατίθαση καρδιά του 1990. Εκεί τα εφιαλτικά σουρεαλιστικά ιντερμέδια αποκτούν μια αδιόρατη υπερφυσική και αφύσικη χροιά, το αισθητικό στυλιζάρισμα αγγίζει πρωτοφανή επίπεδα, ενώ οι ποπ αναφορές και τα εμβόλιμα σαπουνοπερετικά στοιχεία προσδίδουν μία μεταμοντέρνα χροιά αυτοδιακωμώδησης, γεφυρώνοντας παράλληλα την «υψηλή» με τη «λαϊκή» κουλτούρα.
     Ο τηλεοπτικός Ύποπτος κόσμος του Τουίν Πικς (1990 - 1992) συμπεριλαμβάνει όλα τα εν λόγω στοιχεία, εξελίσσοντάς τα ένα βήμα περαιτέρω. Αυτή τη φορά το στοιχείο της σαπουνόπερας (αναληθοφανείς δολοπλοκίες πλουσίων, «απαγορευμένοι» ερωτικοί δεσμοί, έμφαση σε ενδοοικογενειακά προβλήματα, μελοδραματικά κλισέ, από μηχανής θεοί και ψευδείς θάνατοι) ενισχύεται ­– ίσως λόγω της εμπλοκής του Μαρκ Φροστ – και αντιπαραβάλλεται με την εγγενή νοσηρότητα και βιαιότητα του σεναριακού υποβάθρου. Έτσι αυξάνεται και η υπόγεια εντύπωση της μακάβριας, μεταμοντέρνας παρωδίας, ακόμα πιο ταιριαστή τώρα απ’ ότι στην Ατίθαση καρδιά, δεδομένου πως η σαπουνόπερα είναι κυρίως τηλεοπτική αφηγηματική φόρμα αλλά και των κεκαλυμμένων αναφορών σε δημοφιλείς αμερικανικές σαπουνόπερες της δεκαετίας του 1980, όπως η Δυναστεία και το Ντάλας, ή στο χολιγουντιανό μελόδραμα του 1958 Πέιτον Πλέις. Παλαιότερες πηγές έμπνευσης οι οποίες εμμέσως αναφέρονται στο Τουίν Πικς είναι η τηλεοπτική σειρά μυστηρίου Ο φυγάς και ταινίες όπως η Λώρα, το Ψυχώ, ο Δεσμώτης του ιλίγγου κλπ. Η μεταμοντέρνα δομή υποστηρίζεται από τη φανταστική τηλεοπτική σαπουνόπερα «Πρόσκληση στην αγάπη», στιγμιότυπα της οποίας παρακολουθούν σποραδικά ορισμένοι χαρακτήρες, που σχολιάζει εμμέσως τα δρώμενα του σεναρίου κατά αυτοαναφορικό τρόπο. Επιπροσθέτως όμως εμφανίζονται και σχεδόν όλα τα στοιχεία της μέσης περιόδου του κινηματογραφικού έργου του Λιντς, με αποτέλεσμα ένα αρμονικά δεμένο γοητευτικό σύνολο. Έτσι ο κεντρικός ήρωας καταδύεται σε έναν ερεβώδη κόσμο όπου επικρατούν η βία, ο φόβος και ο νοσηρός ερωτισμός· βυθίζεται σταδιακά σε μια κρυμμένη, αλλά πιο αληθή και πάντα παρούσα πραγματικότητα, κάτω από το επιφανειακό πέπλο της «αγνότητας». Η τελευταία αποδίδεται ξανά – όπως και στο Μπλε Βελούδο – από την αισθητική της «αθώας» επαρχιακής Αμερικής του ’50, η οποία φαίνεται να διαποτίζει την πόλη του Τουίν Πικς. Μια πόλη πνιγμένη στη θλίψη και την απώλεια μετά τον ξαφνικό, κτηνώδη φόνο της Λώρα. Μια «αυθεντική» πόλη επίσης, κατοικούμενη όχι μόνο από την άρχουσα τάξη και τους μεσοαστούς συνεργάτες της, κατά τις τυπικές συμβάσεις της σαπουνόπερας, αλλά και από κατώτερα κοινωνικά στρώματα.
     Οι λεπτομέρειες όμως είναι που καθιστούν το εγχείρημα ακόμα πιο αυθεντικά «λυντσικό» και γοητευτικό. Παρακολουθούμε συνεχώς νευρωτικούς χαρακτήρες με ψυχοσωματικά προβλήματα και ιδιόρρυθμη εμφάνιση ή συμπεριφορά, αλλά και διαρκείς εναλλαγές μεταξύ διάσπαρτου μαύρου χιούμορ και αποκρουστικής βίας. Έμφαση δίνεται σε απόκοσμες καταστάσεις και τελετουργικού χαρακτήρα «πρωτόκολλα», σκοτεινά και ανεξήγητα, στο εγκληματικό υπόβαθρο του «κανονικού» επαρχιακού μικρόκοσμου, τα οποία επικαλύπτουν δραστηριότητες όπως το λαθρεμπόριο ναρκωτικών και οι επί πληρωμή δολοφονίες με μία αύρα σχεδόν υπερφυσικής συνωμοσίας, ερχόμενη σε σφοδρή αντίθεση με το σύγχρονο και φαινομενικά «ορθολογικό» σκηνικό. Παρά τη γραμμική κατά κύριο λόγο αφήγηση, τα περισσότερα στοιχεία του σεναριακού υποβάθρου παρουσιάζονται αποσπασματικά και κατακερματισμένα στον θεατή ώστε να συντηρείται το κλίμα μυστηρίου μέχρι το τέλος, σποραδικές ονειρικές σεκάνς παρεμβαίνουν – προωθώντας την πλοκή, υποβάλλοντας ιδέες και συναισθήματα ή προοικονομώντας εξελίξεις –, ενώ «σουρεαλιστικοί» ηλικιωμένοι αλληλεπιδρούν αλλόκοτα και απρόσμενα με τους ήρωες. Την τιμητική τους έχουν ορισμένα εμβόλιμα, επαναλαμβανόμενα συμβολικά πλάνα-μοτίβα (π.χ. το κρεμασμένο φανάρι της διασταύρωσης, τα δέντρα που γέρνουν από τον άνεμο, σταγόνες νερού που πέφτουν ή οι κουκουβάγιες ως οιωνοί κινδύνου) και παράλογες, απόκοσμες καταστάσεις εμποτισμένες ταυτόχρονα με τρόμο και μαύρο χιούμορ. Η πλοκή ουσιαστικά εκτυλίσσεται σε δύο παράλληλους χωροχρόνους, τον «αληθή» και αυτόν του ασυνειδήτου, με τα περάσματα μεταξύ τους να μην είναι απαραιτήτως εμφανή. Ξαφνικές χαοτικές, επιταχυμένες κινήσεις της κάμερας οι οποίες καταλήγουν σε ακραία κοντινά πλάνα (π.χ. σε συμβολικά αντικείμενα, όπως οι βελούδινες κουρτίνες), υποδεικνύουν χωρικές ή χρονικές μεταβάσεις. Παραμορφωμένες ανθρώπινες φιγούρες στον «κόσμο του ασυνειδήτου» (π.χ. ο γίγαντας, ο νάνος, ο μονόχειρας κλπ) συμβολίζουν έννοιες.
     Η μουσική επένδυση, στην τρίτη συνεργασία του συνθέτη Άντζελο Μπανταλαμέντι με τον σκηνοθέτη, συντίθεται ξανά από απαλές, ονειρικές τζαζ μελωδίες σε σκηνές καθημερινότητας, παραπέμποντας στην «ειδυλλιακή» αφέλεια των δεκαετιών του ’40 και του ’50, από δυσοίωνους ατμοσφαιρικούς βόμβους στις πιο εφιαλτικές στιγμές, και από ένα αξιομνημόνευτο, λυρικό κι αιθέριο κεντρικό θέμα για τους τίτλους έναρξης («Falling»). Η ντριμ ποπ καλλιτέχνης Τζούλι Κρουζ εμφανίζεται σποραδικά ως τραγουδίστρια ενός τοπικού μπαρ, ερμηνεύοντας παρόμοιου ύφους τραγούδια σε σύνθεση Μπανταλαμέντι και ρετρό στίχους του Λιντς (τα κομμάτια συμπεριελήφθησαν το 1990 στο πρώτο της άλμπουμ, από κοινού με την εκδοχή του «Falling» με στίχους και μία παλαιότερη συνεργασία της με τον Μπανταλαμέντι από το Μπλε βελούδο). Οι ερμηνείες των ηθοποιών όχι απλώς είναι εξαιρετικές, αλλά δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί πιο ταιριαστούς ηθοποιούς για τους αντίστοιχους ρόλους – η συναισθηματικά εκρηκτική σκηνή του πιλότου όπου ο κύριος και η κυρία Πάλμερ συνειδητοποιούν ταυτόχρονα μέσω τηλεφώνου ότι η κόρη τους είναι νεκρή, αποτελεί τρανταχτή απόδειξη. Ο σκηνοθέτης επέλεξε για ορισμένους ρόλους παλαιότερους συνεργάτες του από προγενέστερα κινηματογραφικά εγχειρήματα (με χαρακτηριστικότερους τον Κάιλ Μακλάχλαν και τον Τζακ Νανς), αλλά η Ιζαμπέλα Ροσελίνι (ερωτική σύντροφος του Λιντς για μία περίοδο, συμπρωταγωνίστρια στο Μπλε βελούδο, με μία μικρή εμφάνιση και στην Ατίθαση καρδιά) τελικά ακύρωσε τη συμμετοχή της και – πριν την υλοποίηση του πιλοτικού επεισοδίου – ο χαρακτήρας της αναδιαμορφώθηκε εντελώς. Τα γυρίσματα αποφασίστηκε να πραγματοποιηθούν κατά το μεγαλύτερο μέρος επιτόπου στις ορεινές βορειοδυτικές ΗΠΑ, χαρίζοντας στο εγχείρημα μία διακριτή οπτική αύρα με πανέμορφα φυσικά τοπία. Οι συντελεστές δεσμεύτηκαν να στηρίξουν εικαστικά τη σειρά με μία προσεγμένη φωτογραφία κινηματογραφικού χαρακτήρα, σχεδόν άνευ προηγουμένου για τα δεδομένα τηλεοπτικών παραγωγών.
     Είναι φανερό πως το Τουίν Πικς αποτελεί το απόγειο του ευκόλως αναγνωρίσιμου λυντσικού έργου, με όλες τις προβληματικές και τις κινηματογραφικές του μεθόδους να δίνουν το παρόν σε ένα αρμονικό όλον. Το οξυμένο στοιχείο της μεταμοντέρνας σαπουνόπερας όμως δεν είναι η μόνη πρωτότυπη συνεισφορά της σειράς στα αφηγηματικά «εργαλεία» του Λιντς· για πρώτη φορά ο κόσμος του ασυνειδήτου – ο οποίος αρχικά κάνει την εμφάνισή του στην ιστορία μέσω των ονείρων του πρωταγωνιστή –, επικαλύπτεται με έναν πρωτότυπο υπερφυσικό «μύθο»! Πρόκειται μεν για το ασυνείδητο, αλλά είναι ταυτόχρονα και μία παράλληλη διάσταση άυλων πνευμάτων, τα οποία επηρεάζουν τους θνητούς τρεφόμενα από συναισθήματα όπως η αγάπη και ο φόβος. Το γεγονός αυτό, το οποίο σεναριακά αποκαλύπτεται δαιδαλωδώς, σταδιακά και διστακτικά κατά τη διάρκεια των δύο κύκλων του Τουίν Πικς, καθιστά την πλοκή πιο ενδιαφέρουσα και πιο προσβάσιμη στο ευρύ κοινό, επενδύοντάς την μαεστρικά με περισσότερο μυστήριο και πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης του περιεχομένου. Τέλος, ο ηθικός μανιχαϊσμός του Λιντς υποδηλώνεται εδώ με πρωτοφανώς πολλαπλούς τρόπους: το ίδιο το όνομα της πόλης («Δίδυμες Κορυφές»), οι δύο «ανταγωνιζόμενες» παράλληλες διαστάσεις των πνευμάτων (η «Μαύρη Στοά» και η «Λευκή Στοά»), οι δύο πανομοιότυπες ξαδέρφες (η ξανθιά Λώρα και η μελαχρινή Μάντι, τις οποίες υποδύεται η ίδια ηθοποιός) και ούτω καθεξής.
     Ωστόσο αυτά δεν σημαίνουν πως το Τουίν Πικς δεν έχει και προβλήματα. Οι περισσότεροι χαρακτήρες – παρά την απολαυστικά λοξή προσωπικότητα και τις υπέροχες ερμηνείες – αγγίζουν τα όρια της ηθικολογικής καρικατούρας. Π.χ. ο άμεμπτος, ανορθόδοξος αλλά αποτελεσματικός και υπέρμετρα διορατικός πράκτορας του FBI, εν είδη «ομοσπονδιακού προσκόπου» που πιστεύει ότι τα όνειρά του είναι μηνύματα, χρησιμοποιεί μαντικές τακτικές για να εντοπίσει υπόπτους, βλέπει σποραδικά οράματα, κάθε πρωί διαλογίζεται κρεμασμένος από το ταβάνι, συμπεριφέρεται «στυλιζαρισμένα» και λατρεύει σε παράδοξο βαθμό τον θιβετιανό μυστικισμό, τον καφέ και τη μηλόπιτα, εκφράζει μία μεταμοντέρνα αμφισβήτηση της διαφωτιστικής ορθολογικότητας και ταυτοχρόνως μία εξωπραγματική, συντηρητική αντίληψη για την ενσάρκωση της πλήρους αλτρουιστικής αγαθότητας ­– παρά τα περιοδικά σφάλματα κρίσης στα οποία υποκύπτει. Ο σαδιστής οδηγός φορτηγού και επικίνδυνος λαθρέμπορος ναρκωτικών Λίο Τζόνσον, ο απλοϊκός, καλοκάγαθος και μάλλον περιορισμένης νοημοσύνης βοηθός Σερίφη Άντι, ο ίδιος ο Σερίφης Χάρι Τρούμαν ως έντιμα αφοσιωμένος στο καθήκον και στην καταπολέμηση της διαφθοράς, ο άπληστος, υποκριτής και δολοπλόκος μεγαλοεπιχειρηματίας Μπεν Χορν, ο φιλικός τραβεστί πράκτορας της Δίωξης Ναρκωτικών (με τον Ντέιβιντ Ντουκόβνι σε έναν από τους πρώτους του αναγνωρίσιμους ρόλους), ο κουφός αλλά ικανότατος προϊστάμενος του Κούπερ από το FBI Γκόρντον Κόουλ ο οποίος δεν μπορεί να ελέγξει την ένταση της φωνής του (υποδυόμενος από τον ίδιο τον Ντέιβιντ Λιντς) – όλοι αυτοί είναι χαρακτήρες μονοδιάστατοι, κλισέ και συμβατοί με τον εξωπραγματικό ηθικό μανιχαϊσμό του σκηνοθέτη. Πρόβλημα αποτελεί κυρίως η, σχεδόν σε αστείο βαθμό, εξιδανικευμένη απεικόνιση των εργαζομένων στα Σώματα Ασφαλείας, ως ασυμβίβαστων «υπερασπιστών του Καλού». Πιο ενδιαφέρων είναι ο «οργισμένος έφηβος» Μπομπ Μπριγκς – παλινδρομώντας ανάμεσα στον εγωισμό και στον έρωτα, στη «μάτσο» επιβολή και στην κρυμμένη ευαισθησία αλλά και η περισσότερο πολύπλοκη Λώρα Πάλμερ (εμφανιζόμενη κυρίως σε αναδρομές, αφού στην πρώτη σκηνή του πιλοτικού επεισοδίου ανακαλύπτεται το πτώμα της), η οποία διαφεύγει ευφυώς από το στερεότυπο της «δεσποσύνης σε κίνδυνο».
     Η κεντρική ιδέα για το Τουίν Πικς προέκυψε περί τα τέλη της δεκαετίας του 1980, από τη σύνθεση ετερόκλητων επιρροών στο μυαλό του Λιντς: μία ιδέα για μια τηλεοπτική σειρά παρεμφερή με το Μπλε βελούδο, μια άλλη συνεργασία που ναυάγησε σχετικά με κάποια κινηματογραφική μεταφορά της βιογραφίας της Μέριλιν Μονρόε κλπ. Αρχικά οι συντελεστές σκόπευαν να υφάνουν τη σειρά γύρω από το μυστήριο του φόνου της Λώρα και στη συνέχεια να συνεχίσουν το έργο επ’ αόριστον, αφού το κοινό θα είχε εξοικειωθεί με το ευρύ σύνολο διασυνδεόμενων αλλά ανεξάρτητων χαρακτήρων της μικρής πόλης, με δευτερεύουσες ατομικές ιστορίες οι οποίες θα έρχονταν σταδιακά στο προσκήνιο. Όμως η προκύπτουσα μίξη αστυνομικού θρίλερ και μελοδραματικής σαπουνόπερας ­– ήδη από τον διάρκειας διπλού επεισοδίου πιλότο στο τηλεοπτικό κανάλι ABC – απέκτησε ξεχωριστά χαρακτηριστικά οφειλόμενα εμφανώς στη ματιά του Λιντς. Ο πιλότος προβλήθηκε με μεγάλη επιτυχία τον Απρίλιο του 1990 με αποτέλεσμα να εγκριθεί ένας πρώτος κύκλος επτά επεισοδίων, αλλά και μία ειδική έκδοση του πιλότου ως τηλεταινία για την ευρωπαϊκή οικιακή αγορά βιντεοκασέτας, συμπληρωμένη με είκοσι πρόσθετα λεπτά υλικού στο φινάλε τα οποία θα εμφάνιζαν τον δολοφόνο. Μην έχοντας καμία ιδέα για το πώς θα εξελιχθεί το σενάριο, ο Λιντς κινηματογράφησε γι’ αυτό τον σκοπό μία αλληλουχία τελείως σουρεαλιστικών σκηνών με ονειρική αίσθηση και αλλόκοτους πρωταγωνιστές: ο απελπισμένος μονόχειρας, ο «δαιμονικός» Μπομπ, ο νάνος που χορεύει τζαζ, το Κόκκινο Δωμάτιο με τις βελούδινες κουρτίνες. Σαν τυπικό στοιχείο της ιδιοσυγκρασίας του σκηνοθέτη, η δημιουργία του χαρακτήρα του Μπομπ και η ανάθεση του ρόλου στον βοηθό σκηνογράφου Φρανκ Σίλβα – με τη χαρακτηριστικά αλλόκοτη εμφάνιση –, μα και άλλα ξεχωριστά συστατικά του Τουίν Πικς (π.χ. η ιδιόρρυθμη σχέση του Μπεν Χορν με τη βρώση σάντουιτς) προέκυψαν ως συμπτωματικοί αυτοσχεδιασμοί του πλατό οι οποίοι ενσωματώθηκαν στον αφηγηματικό κορμό. Αναγνωρίζοντας πως το πρόσθετο υλικό της οικιακής τηλεταινίας ήταν εξαιρετικής ποιότητας, ο Λιντς αποφάσισε να αξιοποιήσει τμήμα του ως το όνειρο του Κούπερ στο φινάλε του δευτέρου επεισοδίου – αυτή ήταν η πλέον σουρεαλιστική πινελιά ως τότε, αλλά και η απαρχή του κατοπινού υπερφυσικού μύθου στο υπόβαθρο της σειράς. Μετά από εκείνο το επεισόδιο σχεδόν εγκατέλειψε για κάποιο διάστημα την παραγωγή προκειμένου να τελειώσει την ταινία του Ατίθαση καρδιά, διατηρώντας όμως έναν βαθμό ελέγχου εξ απόστασης. Ο Μαρκ Φροστ έγραψε τα επόμενα σενάρια του πρώτου κύκλου και η σκηνοθεσία ανατέθηκε σε άλλους, το στίγμα του μοναδικού δημιουργού όμως είχε εντυπωθεί για τα καλά στο Τουίν Πικς.
     Ο πρώτος κύκλος διακρινόταν από μία στιβαρή και σφιχτή αφηγηματική δομή, χαρακτηριζόμενη από γοργές εξελίξεις, ομαλό ρυθμό και απανωτές ανατροπές τόσο στην κύρια πλοκή, όσο και στις υποπλοκές. Μετά το δεύτερο επεισόδιο το όνειρο του Κούπερ έγινε η βάση πάνω στην οποία δομήθηκαν τα επόμενα σενάρια, αφού αξιοποιήθηκε ως γρίφος προς αποκρυπτογράφηση από τους πρωταγωνιστές (κυρίως από τον διορατικό Κούπερ), ένας γρίφος που θα οδηγούσε στην εύρεση της ταυτότητας του δολοφόνου. Βεβαίως στο φινάλε του κύκλου τόσο η κύρια πλοκή όσο και οι υποπλοκές τελειώνουν αγωνιωδώς με ανοιχτές εκκρεμότητες, αλλά και υπόνοιες (π.χ. για το ποιος είναι ο φονιάς) οι οποίες εκ των υστέρων αποδεικνύονται αποπροσανατολιστικές και παραπλανητικές. Το κανάλι ενέκρινε τη συνέχιση του εγχειρήματος με έναν πλήρη δεύτερο κύκλο 22 επεισοδίων για την περίοδο 1990 – ’91 με τον Λιντς ξανά στο σκηνοθετικό τιμόνι, την τηλεθέαση στα ύψη και τους καλύτερους οιωνούς. Γρήγορα όμως άρχισαν τα προβλήματα, αφού διαφάνηκε ότι στον δεύτερο κύκλο η αφήγηση δεν είναι τόσο στιβαρή και κομψά δομημένη, οι εξελίξεις είναι βραδύτερες, το υπερφυσικό στοιχείο μετατοπίζεται σταδιακά στο προσκήνιο – γεγονός το οποίο αποξένωσε μία μερίδα του κοινού, παρόλο που αυτό το ξεχωριστό συστατικό του Τουίν Πικς έρχεται σε γοητευτική αντίθεση με το σύγχρονο σκηνικό της ιστορίας – ενώ μετά τα πρώτα επεισόδια ο Λιντς και ο Φροστ άρχισαν να απομακρύνονται εμφανώς από την παραγωγή. Ταυτόχρονα το κανάλι πίεσε για εγκατάλειψη της «σκανδαλώδους» υποπλοκής περί του έρωτα του Κούπερ για τη 18χρονη Ώντρεϊ Χορν και για την πρόωρη αποκάλυψη της πραγματικής ταυτότητας του δολοφόνου (συμβαίνει στο έβδομο επεισόδιο του δεύτερου κύκλου, ταυτοχρόνως βίαιο, αποκρουστικό, αλλόκοτο και μαγευτικό), ενώ παράλληλα άλλαζε διαρκώς την ώρα και μέρα προβολής, με αποτέλεσμα να αρχίσουν στη συνέχεια να μειώνονται εκθετικά τα ποσοστά τηλεθέασης.
     Μετά την οριστική λήξη της κύριας πλοκής περί του φόνου της Λώρα (στο ένατο επεισόδιο) και για περίπου έξι επεισόδια το σενάριο λιμνάζει περιστρεφόμενο γύρω από «ατάκτως εριμμένες» δευτερεύουσες ή αδιάφορες υποπλοκές, πιο συμβατικά σαπουνοπερετικού τύπου, οι οποίες αδυνατούν να συντηρήσουν το ενδιαφέρον και δεν υποστηρίζονται από ομαλές μεταβάσεις μεταξύ τους, ενώ ο χαρακτήρας του Κούπερ έχει πλέον «ενσωματωθεί» τόσο πολύ στο κλίμα της επαρχιακής πόλης (ακόμα και… εμφανισιακά!) που μειώνεται σημαντικά η παράδοξη γοητεία του. Μετά το 15ο επεισόδιο – και αφού το ποσοστό τηλεθέασης είχε αγγίξει τον πάτο – το κανάλι απείλησε να διακόψει τελείως την προβολή του Τουίν Πικς, γεγονός που «επανάφερε» στο προσκήνιο τους Φροστ και Λιντς. Μία νέα κεντρική πλοκή (η ιστορία του ιδιοφυούς, βίαιου ψυχοπαθούς Γουίντομ Ερλ, ο οποίος αναζητά τη Μαύρη Στοά για προσωπικό όφελος) αποτέλεσε τη βάση των επόμενων, τελευταίων έξι επεισοδίων. Η δόμηση της πλοκής βελτιώνεται, το μυστήριο εμβαθύνεται και ο φόνος της Λώρα Πάλμερ αποδεικνύεται απλώς στιγμιότυπο μίας ευρύτερης ίντριγκας. Η ιστορία κορυφώνεται κομψά και καταλήγει σε ένα εκπληκτικής σύλληψης τελευταίο επεισόδιο, ίσως μοναδικό στα τηλεοπτικά χρονικά, σκηνοθετημένο ξανά από τον Λιντς και πλημμυρισμένο με σουρεαλιστικές εικόνες, ατμοσφαιρικά εφιαλτικές στιγμές και υπερφυσικά ευρήματα. Το φινάλε, με τον Κούπερ να «εξαφανίζεται» μέσα στο Κόκκινο Δωμάτιο (πρόκειται για τη Μαύρη Στοά) και πίσω στον «πραγματικό κόσμο» να επιστρέφει ένας «σωσίας» του δαιμονισμένος από τον Μπομπ, αφήνει ανοιχτές εκκρεμότητες και υποσχέσεις για συνέχεια. Δυστυχώς όμως η τηλεθέαση, αν και ανεβασμένη, δεν ήταν επαρκής για να οδηγήσει στη δημιουργία ενός τρίτου κύκλου και το Τουίν Πικς ακυρώθηκε.
     Το 1990, μεταξύ της προβολής του πρώτου και του δεύτερου κύκλου, κυκλοφόρησε ένα μυθιστόρημα το οποίο υποτίθεται πως είναι το ημερολόγιο της Λώρα Πάλμερ (εμφανιζόμενο και στην τηλεοπτική σειρά), με συγγραφέα την κόρη του Λιντς. Το 1992 ο σκηνοθέτης δημιούργησε μία ταινία – προοίμιο, επανενώνοντας το μεγαλύτερο μέρος των συντελεστών, και στη συνέχεια τη σκηνικά διαλύθηκαν· αυτό ήταν το τέλος του Υπόπτου κόσμου του Τουίν Πικς.