Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

Κινηματογράφος: «Oδός Μαλχόλαντ» (2001)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

ΟΔΟΣ ΜΑΛΧΟΛΑΝΤ

«MULHOLLAND DR.»




     Τέσσερα χρόνια μετά την αμφιλεγόμενη αλλά ευρηματική Χαμένη λεωφόρο (1997) και μια τριετία μετά την πολύ καλή αλλά «συμβατική» και εκτός λυντσικού κανόνα Αληθινή ιστορία (1998), ο Ντέιβιντ Λιντς επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη με την εξαιρετική και δημοφιλή Οδό Μαλχόλαντ, κερδίζοντας εκ νέου την αναγνώριση κοινού και κριτικών αλλά και μοιραζόμενος το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ των Καννών με τους Αδελφούς Κοέν – δημιουργούς του Ο άνθρωπος που δεν ήταν εκεί του ίδιου έτους. Η ταινία – η πιο ερωτική του μετά το Μπλε βελούδο – συγκαταλέγεται στις σπουδαιότερες και περισσότερο εμβληματικές ενός έτσι κι αλλιώς ανεπανάληπτου σκηνοθέτη, με τους συνηθισμένους συνεργάτες του πίσω από την κάμερα, ενώ αξιοσημείωτο είναι πως το μεγαλύτερο τμήμα της κινηματογραφήθηκε αρχικά με στόχο να αποτελέσει πιλότο μιας σχεδιαζόμενης τηλεοπτικής σειράς για το κανάλι ABC των ΗΠΑ, με πλοκή ανοιχτή για περαιτέρω διερεύνηση από τα επόμενα επεισόδια. Η απόρριψη του πιλότου το 2000 και η ακύρωση του τηλεοπτικού εγχειρήματος οδήγησαν τον Λιντς να προσθέσει στο φιλμ το τελευταίο του ημίωρο ως επίλογο της ιστορίας – ξανά με γαλλική χρηματοδότηση – και, μετά από μια ευρύτερη συνολική επιμέλεια, να παραδώσει την ταινία στον κόσμο του σινεμά.
     Ηρωίδα είναι η ξανθιά Μπέτι (Ναόμι Γουότς, στον ρόλο ο οποίος την κατέστησε διάσημη), μία νεαρή, αφελής και αισιόδοξη αλλά άσημη ηθοποιός, η οποία καταφθάνει ενθουσιασμένη στο Λος Άντζελες για να μείνει στο κενό σπίτι μίας ευκατάστατης συγγενούς της, με την προοπτική να ενσωματωθεί στην κινηματογραφική βιομηχανία του Χόλιγουντ και να ανελιχθεί σε διασημότητα. Κατά τις πρώτες της στιγμές στο διαμέρισμα όμως, αντιλαμβάνεται πως εκεί έχει βρει καταφύγιο η μελαχρινή και αισθησιακή «Ρίτα» (Λώρα Χάρινγκ), μία αποπροσανατολισμένη κοπέλα με αμνησία που επέζησε από μετωπική σύγκρουση αυτοκινήτων την προηγούμενη νύχτα. Στην τσάντα της η Ρίτα έχει δεκάδες χιλιάδες δολάρια και ένα ιδιόμορφου σχήματος κλειδί, χωρίς ιδέα για το πώς βρέθηκαν εκεί. Μία απρόοπτη φιλία αναπτύσσεται μεταξύ των δύο γυναικών, καθώς προσπαθούν να εντοπίσουν την πραγματική ταυτότητα της Ρίτα, ενώ ταυτόχρονα ένας διάσημος σκηνοθέτης του στουντιακού συστήματος – ο Άνταμ (Τζάστιν Θερού) – αναγκάζεται να αντιμετωπίσει τις παρεμβάσεις στο έργο του από ένα μυστηριώδες κύκλωμα πάμπλουτων παρασκηνιακών χρηματοδοτών, το οποίο εμπλέκεται ανεξήγητα με τον υπόκοσμο αλλά και με το δυστύχημα της Ρίτα…
     Ο Ντέιβιντ Λιντς – σε αποκλειστικά δικό του σενάριο αυτή τη φορά – διατηρεί τα θετικά και τα ιδιόρρυθμα στοιχεία της Χαμένης λεωφόρου, συμπεριλαμβανομένου του νοηματικού της πυρήνα, αφαιρώντας όμως τα νουάρ στερεότυπα, τον φρενήρη ρυθμό και τη μελετημένη ψυχρότητα εκείνου του φιλμ. Κι εδώ κύρια ιδέα είναι η οικοδόμηση ενός φαινομενικά ρεαλιστικού αλλά υποκειμενικού αφηγηματικού κόσμου, καταμεσής του μητροπολιτικού Λος Άντζελες, ο οποίος διαβρώνεται σταδιακά από το φανταστικό και το παράλογο – έκφραση των τύψεων και των παλαιότερων ένοχων επιλογών της συγχυσμένης ηρωίδας – με αποτέλεσμα την κατάρρευσή του (περί τα τέσσερα πέμπτα της διάρκειας) και την προβολή έτσι της εφιαλτικής πραγματικότητας την οποία έκρυβε. Τώρα όμως ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος εκλεπτύνει την αφηγηματική δομή απλοποιώντας την, αφού υπάρχει μόνο μία κομβική στιγμή «μεταμόρφωσης» και αλλαγής ταυτοτήτων, ώστε να είναι τελικά το αποτέλεσμα περισσότερο προσιτό στον θεατή και ευκολότερα αποκωδικοποιήσιμο. Για τον ίδιο λόγο η Οδός Μαλχόλαντ διαπερνάται από ένα βαρύ, αληθοφανές συναισθηματικό υπόστρωμα επικεντρωμένο στην Μπέτι / Νταϊάν. Τα σουρεαλιστικά ευρήματα δε, παραπέμπουν περισσότερο στην Ατίθαση καρδιά (1990) και στον Ύποπτο κόσμο του Τουίν Πικς (1990 – ‘92), παρά στη Χαμένη λεωφόρο: νευρωτικοί χαρακτήρες με ψυχοσωματικά προβλήματα και ιδιόρρυθμη εμφάνιση ή συμπεριφορά, διαρκείς εναλλαγές μεταξύ διάσπαρτου μαύρου χιούμορ και αποκρουστικής βίας, απόκοσμες καταστάσεις και τελετουργικού χαρακτήρα «πρωτόκολλα», σκοτεινά και ανεξήγητα, στο εγκληματικό υπόβαθρο της μεγαλούπολης (π.χ. η υποπλοκή με τον αινιγματικό Κύριο Ροκ, τους Αδελφούς Καστιλιάνι και τον «Καουμπόι»), τα οποία επικαλύπτουν αόριστα παράνομες δραστηριότητες και ασαφείς παρασκηνιακές κινήσεις επιχειρηματικών παραγόντων με μία αύρα σχεδόν υπερφυσικής συνωμοσίας, ακροβατώντας διαρκώς μεταξύ εφιάλτη και παρωδίας. Ρετρό και στυλιζαρισμένες μνήμες μιας – ανύπαρκτης στην πραγματικότητα – ειδυλλιακής, αθώας και αφελούς δεκαετίας του ‘50, σφηνωμένες απροσδόκητα στο εφιαλτικό και βίαιο παρόν.
     Διάσπαρτα ονειρικά πλάνα παρεμβαίνουν εμβόλιμα σε σκηνές συναισθηματικής φόρτισης – υποβάλλοντας ιδέες και συναισθήματα ή προοικονομώντας εξελίξεις –, συμβολικές καταστάσεις και αντικείμενα (π.χ. ο ηλεκτρικός λαμπτήρας ο οποίος τρεμοπαίζει) προοιωνίζονται κινδύνους, ενώ «σουρεαλιστικοί» ηλικιωμένοι αλληλεπιδρούν αλλόκοτα και απρόσμενα με τους ήρωες. Ορισμένες σκηνές μοιάζουν να παρωδούν το σινεμά του Ταραντίνο – ας μη λησμονούμε ότι ο τελευταίος έγινε γνωστός απλώς επαναλαμβάνοντας με τον δικό του, κυνικότερο τρόπο αυτά που ο Λιντς είχε ήδη πετύχει με την Ατίθαση καρδιά. Ξεχωριστή μνεία αξίζει το θέατρο «Σιλένσιο», απόκοσμο και λυρικό, ως πύλη του ασυνειδήτου και ποιητικός τόπος αποκαλυπτικής αλήθειας. Εκεί, το σπαρακτικό τραγούδι «Lorando» (ισπανική εκδοχή ενός τραγουδιού του Ρόι Όρμπινσον) το οποίο ερμηνεύει α καπέλα η τραγουδίστρια υπογραμμίζει συναισθηματικά τα δρώμενα με έναν τρόπο αλησμόνητο, φέρνοντας στην επιφάνεια ταυτόχρονα την ανασφάλεια, τον πόθο, τις τύψεις και την απόγνωση, ενώ συνηθισμένες εμμονές του Λιντς κάνουν την εμφάνισή τους όπως οι βελούδινες κουρτίνες και το ψευδές καραόκε – εδώ μπορεί να γίνει παραλληλισμός π.χ. με τη σκηνή στην οικία του Μπεν από το Μπλε βελούδο, ή με τα δρώμενα στο Κόκκινο Δωμάτιο κατά το ύστατο επεισόδιο του Υπόπτου κόσμου του Τουίν Πικς. Ακόμα, όπως και στο τελευταίο αλλά και στη Χαμένη λεωφόρο ή στο Μπλε βελούδο, στην Οδό Μαλχόλαντ βιώνουμε την αλλόκοτη, χιτσκοκική σύγχυση μεταξύ μίας «αθώας» ξανθιάς ηρωίδας και του «σέξι» μελαχρινού alter ego της (υπάρχει εδώ και μια σαφής αναφορά στον Δεσμώτη του ιλίγγου). Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η ταινία ουσιαστικά εκτυλίσσεται σε δύο παράλληλους χωροχρόνους, με τα περάσματα μεταξύ τους να μην είναι εμφανή και με την ασταθή, υποκειμενική αντίληψη των πρωταγωνιστών να καταλαμβάνει απροσδόκητα και απροειδοποίητα τα δρώμενα – συνήθη τεχνική του σκηνοθέτη αναγόμενη στο Eraserhead.
     Καταλήγουμε τελικά σε ένα υποβλητικό, πρωτοποριακό και αλλόκοτο δράμα μυστηρίου διάρκειας 140 λεπτών, με στοιχεία θρίλερ, αινιγματική, μη γραμμική αφήγηση, νωθρό αλλά υπνωτιστικό ρυθμό, μελετημένα βραδείες και «χορογραφημένες» κινήσεις της κάμερας στοχευόμενες στην οικοδόμηση σασπένς, αναξιόπιστο αφηγητή με πολλαπλές και αντικρουόμενες ταυτότητες, ανάγλυφους χαρακτήρες, εξαιρετικές ερμηνείες, λεπτές υπερφυσικές αποχρώσεις, προσεγμένες δόσεις ασάφειας και μεγατόνους ατμόσφαιρας. Ένα φιλμικός πίνακας ζωγραφικής, πλημμυρισμένος με τις ταυτοχρόνως πολύχρωμες, ευφάνταστες, σκοτεινές και υπαινικτικές εικόνες του Λιντς, μα και με τους ταιριαστά υποβλητικούς και πένθιμους ήχους του συνθέτη Άντζελο Μπανταλαμέντι (εμφανίζεται ελάχιστα στην ταινία, ερμηνεύοντας έναν ισχυρό μαφιόζο με μια υπέρμετρη λατρεία για τον εσπρέσο). Έχει ειπωθεί πως η Οδός Μαλχόλαντ μοιάζει με μία έκθεση τέχνης όπου κάθε σκηνή λειτουργεί ως ανεξάρτητο, συναρπαστικό έκθεμα, αλλά ταυτόχρονα είναι μαεστρικά εξαρτημένη από τις υπόλοιπες. Με πλάνα και σενάριο τα οποία τονίζουν υπογείως την εικονική, ή και ονειρική, φύση των δρώμενων, είναι επόμενο πως λύση δεν δίνεται απαραιτήτως, τα μυστήρια δεν επιλύονται αναγκαστικά, οι επιμέρους υποπλοκές δεν καταλήγουν με βεβαιότητα κάπου – κι όμως η αίσθηση της προοδευτικής καταδίκης είναι πανταχού παρούσα, καθώς η λήθη μοιάζει το τέρμα μιας πορείας στην επιφάνεια ενός γοητευτικού αφηγηματικού παζλ, με κομμάτια σκόρπια αλλά αναντικατάστατα, τα οποία κάθε θεατής είναι ελεύθερος να τοποθετήσει στη δική του διάταξη.
     Ο Θάνατος όμως παραμονεύει σε κάθε γωνία, όχι μόνο ως έννοια αλλά και ως απτή απειλητική παρουσία από το βασίλειο του υπερφυσικού ή από τα βάθη του ασυνειδήτου, κρατώντας στα χέρια του ένα κουτί με ενοχές, ικανό να επιφέρει τη σιωπή για πάντα. Μια έκφραση του φροϋδικού ανοίκειου, παρόμοια με τον Μυστηριώδη Άνδρα της Χαμένης λεωφόρου (ίσως είναι απαραίτητο να έχει προηγηθεί η θέαση εκείνου του φιλμ ώστε να γίνει κάπως κατανοητή η Οδός Μαλχόλαντ), γοητευτική και αποκρουστική την ίδια στιγμή. Στο φροϋδικό έργο για το λογοτεχνικό ανοίκειο ο σωσίας λειτουργεί ως προάγγελος θανάτου, οι επιληπτικές κρίσεις (π.χ. οι σπασμοί της Ρίτα στο θέατρο Σιλένσιο) δίνουν την εντύπωση χειρισμού από αόρατες δυνάμεις, καταλύεται το όριο μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, ενώ επικρατεί σύγχυση μεταξύ ζωντανών και νεκρών. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η αίσθηση της ανάδυσης στην επιφάνεια κάτι οικείου, κρυμμένου και απωθημένου – τα ένοχα μυστικά του παρελθόντος, τόσο για τον Φρεντ της προηγούμενης ταινίας όσο και για την Νταϊάν εδώ – με συνέπεια τον κατακερματισμό της ταυτότητας του υποκειμένου. Ίσως να μην έχει γίνει ποτέ ωραιότερη αποτύπωση αυτών των ιδεών στη μεγάλη οθόνη.
     Το φιλμ επωφελείται από το γεγονός ότι ο λαμπερός και εξιδανικευμένος «φανταστικός» κόσμος, όπου – αρχικά τουλάχιστον – όλα βαίνουν καλώς και οι άνθρωποι μοιάζουν εγκάρδιοι, προηγείται αφηγηματικά και δεν αντικαθίσταται πλήρως από τη μουντή, σκοτεινή, απελπισμένη και εικαστικά «βρώμικη» πραγματικότητα παρά μόνο προς το φινάλε. Έτσι, αν και η Μπέτι είναι κάπως μονοδιάστατος χαρακτήρας, ο θεατής δεν απωθείται και δεν στερείται κάθε δυνατότητα ταύτισης ­– σε αντίθεση με το ψυχρό και αποπνικτικό εισαγωγικό ημίωρο της Χαμένης λεωφόρου. Νοηματικά, πέρα από την εμμονή με τον θάνατο και με το εύρημα της ανταλλαγής ταυτοτήτων, ένας ψυχαναλυτικός εφιάλτης διακρίνεται στο υπόβαθρο της δαιδαλώδους πλοκής. Αντί για τις ανδρικές φοβίες, το οιδιπόδειο σύμπλεγμα και την έλξη της ερωτικής νοσηρότητας τα οποία συναντά κανείς στο Eraserhead, στο Μπλε βελούδο και στη Χαμένη λεωφόρο, εδώ οι αδυναμίες ενός «στρεβλού» γυναικείου ερωτισμού είναι που τίθενται στο προσκήνιο. Η Νταϊάν διακατέχεται από ενοχές για τη λεσβιακή της σχέση, οι οποίες επιτείνονται από την απόρριψη για να την οδηγήσουν τελικά στον φόνο και στη φαντασίωση ως διέξοδο. Όταν όμως διαβρώνεται και το όνειρο από τον καταπιεσμένο αλλά σαρωτικό ομοερωτικό πόθο, καταρρέει με έναν συγκλονιστικό κρότο, αφήνοντας έκθετη την εφιαλτική πραγματικότητα των τύψεων, της απογοήτευσης, της σήψης και του θανάτου.
     Η ταινία βεβαίως είναι τόσο πολυεπίπεδη και τόσο ανοικτή σε ερμηνείες που καμία οριστική κρίση δεν μπορεί να διατυπωθεί για το περιεχόμενό της – εξίσου εύκολα θα μπορούσε να μιλήσει κανείς και για μία καταδίκη της ζέχνουσας χολιγουντιανής «βιομηχανίας ονείρων», με τις αφελείς στάρλετ, τα θρυμματισμένα όνειρα, τα παρασκηνιακά συμφέροντα, του παρεμβατικούς παραγωγούς και τους κατευθυνόμενους σκηνοθέτες. Καθόλου τυχαία, ο «φανταστικός» κόσμος τον οποίον οικοδομεί η Νταϊάν με μία αθώα και καλοκάγαθη εκδοχή του εαυτού της ως την «πρωταγωνίστρια» Μπέτι (τα πρώτα 4 / 5 της διάρκειας του φιλμ), δεν είναι στη βάση του παρά ένα συνονθύλευμα αφελών κινηματογραφικών και τηλεοπτικών κλισέ της λαϊκής κουλτούρας σχετικά με την ατομική «επιδίωξη της επιτυχίας». Η υποπλοκή του στουντιακού σκηνοθέτη Άνταμ και της εμπλοκής του με τον υπόκοσμο, η ανάθεση από τον Λιντς δεύτερων ρόλων σε παλιούς τηλεοπτικούς πρωταγωνιστές των ΗΠΑ, ένα κύριο εύρημα της πλοκής παρόμοιο με τον Μάγο του Οζ και οι διακριτικές αναφορές στο παλαιότερο έργο του ίδιου του σκηνοθέτη (π.χ. η σκηνή με τον κύριο Ροκ στο δωμάτιο με τις βελούδινες κουρτίνες παραπέμπει ταυτοχρόνως σε μια παραισθητική σκηνή του Eraserhead όπου ο ήρωας αποκτά μικροσκοπικό κεφάλι, στη Μαύρη Στοά του Υπόπτου κόσμου του Τουίν Πικς και στον αινιγματικό κύριο Ρεϊντίρ της Ατίθασης καρδιάς), τονίζουν περαιτέρω αυτή την αίσθηση κριτικής, αλλά ταυτόχρονα και φόρου τιμής, στη βιομηχανία του θεάματος – σε ένα εργοστάσιο θνησιγενών ονείρων.
     Εμβληματική ταινία για τον διάσημο υπερατλαντικό δημιουργό, κορύφωση της τρίτης περιόδου του έργου του αλλά και τελειοποιημένη σύνοψη όλης της φιλμογραφίας του, η Οδός Μαλχόλαντ βρέθηκε – ως η ευφυέστερη και πιο καλοφτιαγμένη επί της μεγάλης οθόνης αποδόμηση του «αμερικανικού ονείρου» – τοποθετημένη σε δεκάδες λίστες κριτικών με τις σπουδαιότερες κινηματογραφικές ταινίες της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα.