Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Ο Κύβος» (1997)

Ο ΚΥΒΟΣ

«CUBE»




     Ο χρόνος άγνωστος και ο τόπος αόριστος, αν και μοιάζει με το παρόν κάπου στη Β. Αμερική. Οι ετερόκλητοι ήρωες άγνωστοι, μεταξύ τους αλλά και σε εμάς τους θεατές. Η ημερομηνία και η ώρα στοιχεία άγνωστα, αφού μέσα στον Κύβο επικρατεί πάντα τεχνητός φωτισμός και ο έξω κόσμος δεν είναι ορατός από πουθενά... Επτά ξένοι ξυπνούν εγκλωβισμένοι και χωρίς καθόλου προμήθειες μέσα σε μία αινιγματική οικοδομική μεγακατασκευή υψηλής τεχνολογίας, αποτελούμενη από εκατοντάδες πανομοιότυπων διαστάσεων κυβικά, μεταλλικά δωμάτια διατεταγμένα σε ένα συνολικό κυβικό πλέγμα και αλληλοσυνδεόμενα μεταξύ τους με καταπακτές. Ορισμένα δωμάτια περιέχουν θανάσιμες παγίδες ενεργοποιούμενες από ανιχνευτές κίνησης στους τοίχους, ενώ όλα τους χαρακτηρίζονται από έναν μοναδικό σειριακό αριθμό και από το χρώμα βαφής στα τοιχώματα, μεταξύ πέντε διαθέσιμων. Σύντομα ο ένας πέφτει θύμα του Κύβου και σωριάζεται νεκρός, μα οι εναπομείναντες έξι συγκλίνουν ύστερα από κάποια περιπλάνηση στο ίδιο δωμάτιο, χωρίς καμία μνήμη του πώς ή γιατί βρέθηκαν εκεί. Μία έφηβη και σέξι μαθήτρια Λυκείου με μεγάλο μαθηματικό ταλέντο, ένας συντηρητικός και διαζευγμένος Αφροαμερικανός αστυνομικός με αυταρχικές τάσεις και ηγετικές διαθέσεις, ένας μηδενιστής και κυνικός υπάλληλος εργολαβικής εταιρείας, μία μεσήλικας γιατρός με έφεση στην αντικυβερνητική συνωμοσιολογία και εμμονές απέναντι στο στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα, ένας έμπειρος δραπέτης φυλακών με εγκληματικό υπόβαθρο και ένας αυτιστικός νεαρός, σχεδόν σαν να ξεπήδησε από μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ. Πολύ γρήγορα αρχίζουν να αναζητούν την έξοδο από τον επικίνδυνο Κύβο προσπαθώντας να συνδυάσουν τα επιμέρους ταλέντα τους, ενώ η πείνα, οι παρανοϊκές υποθέσεις για το τι συμβαίνει και οι διαφωνίες μεταξύ τους απειλούν τη συνοχή της εύθραυστης ομάδας...
    Αυτό το μικρό διαμαντάκι του ανεξάρτητου σινεμά γυρίστηκε στον Καναδά το 1997, σε 21 μέρες και με προϋπολογισμό μόνο 300000 δολαρίων, υπό την αιγίδα του τότε πρωτοεμφανιζόμενου Βιτσέντζο Νατάλι (Τίποτα, Κωδικός Σάιφερ, Σπλάις, Νευρομάντης). Ένα αυθεντικό θρίλερ επιστημονικής φαντασίας με στοιχεία σπλάτερ, δεν προσπαθεί να υποδυθεί τη «μεγάλη ταινία» και συγκαλύπτει τα ισχνά μέσα παραγωγής του λειτουργώντας ως ο ορισμός του αφηγηματικού μινιμαλισμού: ουδέποτε γνωρίζουμε το παραμικρό για τον Κύβο πέρα από τις υποθέσεις των πρωταγωνιστών, δεν μαθαίνουμε τίποτα ουσιώδες για το υπόβαθρο των τελευταίων, ποτέ δεν εμφανίζεται ο εξωτερικός «πραγματικός κόσμος». Κλειστοφοβική, υποβλητική και καφκική ατμόσφαιρα χωρικού περιορισμού και δυσεξήγητου μυστηρίου, σουρεαλιστικό περιβάλλον, ευφυείς και ευφάνταστες παγίδες, μακάβριοι και αιματηροί θάνατοι, υψηλά επίπεδα αγωνίας (ξεχωρίζει η σεκάνς με τη σιωπηλή διάβαση του δωματίου που περιέχει την ηχητικά ενεργοποιούμενη ενέδρα), σφιχτός ρυθμός αυξομειούμενος με μαεστρία και χαρακτήρες επτασφράγιστοι, αρνούμενοι να εκθέσουν τον ψυχολογικό τους κόσμο σε αγνώστους – ή στους θεατές – αλλά και ανίκανοι να συγκρατήσουν τις ρωγμές οι οποίες εμφανίζονται σ' αυτό το ψυχρό προσωπείο, όσο έρχονται αντιμέτωποι με πρωτόγνωρους κινδύνους. Η σχηματιζόμενη ομάδα προχωρά τυφλά μες στον παράδοξο λαβύρινθο, με υποθέσεις και πειραματισμούς, ανιχνεύοντας ενδείξεις για την έξοδο με βάση τα μαθηματικά ως εκπρόσωπο του ορθού λόγου: οι σειριακοί αριθμοί όχι μόνο φαίνεται να είναι το κλειδί της επιβίωσης, με όσα δωμάτια χαρακτηρίζονται από πρώτους αριθμούς να είναι παγιδευμένα, αλλά και αποτελούν τελικά τον μίτο της Αριάδνης, αφού συνιστούν τριδιάστατες καρτεσιανές συντεταγμένες μες στον Κύβο. Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της διαδρομής προς το ουτοπικό όραμα της εξόδου, οι τρομοκρατημένοι πρωταγωνιστές εξ ανάγκης επιλύουν γρίφους, αναπτύσσουν αντικρουόμενες θεωρίες για το άπιαστο νόημα της μεγακατασκευής, στοχάζονται για το μυστήριο του εγκλωβισμού τους σ' αυτήν, υποπίπτουν εύκολα στην παράνοια και στην καχυποψία, λυγίζουν υπό συνθήκες ψυχολογικής πίεσης, ενώ αναπτύσσουν μεταξύ τους σχέσεις εξουσίας αντί για δεσμούς αλληλεγγύης. Οι έξι έδρες του κάθε κυβικού δωματίου, της κάθε φυλακής, αναλογούν σε έξι διαφορετικές προοπτικές αντίληψης του κόσμου, σε έξι ξεχωριστές προσωπικότητας ανίκανες να συνεργαστούν προς έναν κοινό στόχο. Το αναμενόμενο φινάλε δεν κρύβει τη σωτηρία αλλά την πιο φρικτή αιματοχυσία, για όλους εκτός από τον πιο αθώο ανάμεσά τους...
    Τα ελάχιστα σκηνικά (στην πραγματικότητα μόνο ένα δωμάτιο κατασκευάστηκε για τις ανάγκες των γυρισμάτων!) είναι γυμνά, βιομηχανικού σχεδιασμού και επαναλαμβανόμενα, αφού το σύνολο της πλοκής εκτυλίσσεται στο εσωτερικό του Κύβου, μα ατμοσφαιρικά φωτογραφημένα – με τις εναλλασσόμενες αποχρώσεις των δωματίων να σχηματίζουν ένα εικαστικό ντελίριο με εξωτική και ονειρική αύρα. Οι χαρακτήρες αποτελούν αδρά σκιαγραφημένες στερεοτυπικές καρικατούρες άνευ ικανής ανάπτυξης, αλλά επαρκούν δοθέντος του μινιμαλιστικού αφηγηματικού πλαισίου και του γρήγορου ρυθμού. Οι σποραδικοί διάλογοι διατηρούν το ενδιαφέρον του θεατή, αν και μοιάζουν μάλλον αναληθοφανείς και υπέρμετρα αποπνικτικοί, οι ανατροπές έχουν τοποθετηθεί με ακρίβεια και αποτελεσματικότητα στην πλοκή, ενώ οι ερμηνείες κυμαίνονται από μετά βίας υποφερτές και ξύλινες ως ικανοποιητικές. Η σκηνοθεσία είναι υποδειγματική, με τις ακραίες και λοξές γωνίες λήψης της κάμερας και με τα ευρυγώνια πλάνα να ενισχύουν το εφιαλτικό και κλειστοφοβικό κλίμα. Οι συντελεστές αξιοποιούν την ποικιλία στον φωτισμό και στο καδράρισμα για να αποδώσουν με επιτυχία την αίσθηση ενός γιγάντιου και πολύπλοκου λαβυρίνθου, παρά τη μονοτονία και τη λιτότητα του σκηνικού. Τα προσθετικά ειδικά εφέ είναι εξαιρετικά, μα δυστυχώς τα ψηφιακά προς το φινάλε μοιάζουν αστεία.
    Ως προς το περιεχόμενο το φιλμ επιτρέπει μεν πολλαπλές αναγνώσεις, μα είναι φανερό πως αυτό το πετυχαίνει με έναν φτηνιάρικο και ρηχό τρόπο, όπως το Μάτριξ του 1999, αφού κατασκευάστηκε εσκεμμένα έτσι χωρίς στην ουσία να προσανατολίζεται σε ένα στέρεο σχόλιο ή στοχασμό. Οι χαρακτήρες περιδιαβαίνουν τον Κύβο συνεχώς απειλούμενοι και αναζητώντας ένα φευγαλέο, φασματικό νόημα διαμέσου του ορθού λόγου. Ο εγκλωβισμός τους είναι δοκιμασία, είναι τιμωρία, είναι φυλάκιση, ή μήπως απλή διακύμανση της τύχης; Η μεταφυσική αλληγορία για την ίδια την ύπαρξη και το βαθύ μυστήριο της ανθρώπινης κατάστασης στην οποία όλοι τοποθετηθήκαμε κατά τη γέννησή μας χωρίς να ερωτηθούμε είναι προφανής, με την υπό διαμόρφωση ομάδα των έξι πρωταγωνιστών να συμβολίζει ίσως τις νεωτερικές ορθολογικές κοινωνίες της Δύσης. Υπό αυτό το πρίσμα, και από τη στιγμή που μετά το μέσον της πλοκής ο «εμφύλιος» σπαραγμός, η παρανοϊκή καχυποψία και η σταδιακή βύθιση στα ζωώδη ένστικτα αποκτούν τόσο κεντρικό ρόλο στην ιστορία, αφού το προσωπείο του πολιτισμού βαθμιαία αφαιρείται όπως στην Απειλή του Τζον Κάρπεντερ (1982), η ταινία κατασταλάζει σε ένα πεσιμιστικό και μάλλον συνηθισμένο σχόλιο για τις αδυναμίες και τη μισαλλοδοξία της ανθρώπινης φύσης. Το τελευταίο πλάνο, με το υπερβατικό φως να σκιαγραφεί την ποθητή έξοδο, υποδηλώνει ίσως πως όλο το φιλμ συνιστά μία απλή μεταφορά για την πορεία της βιολογικής και κοινωνικής ζωής από τη γέννηση ως τον θάνατο, με την επίπονη ανακάλυψη της πραγματικής αξίας του εαυτού ως μόνο μέσο διασφάλισης της ευδαιμονίας σε αυτό το ταξίδι. Εξίσου πιθανόν είναι ωστόσο ο Κύβος να συμβολίζει τη μεταφορική «φυλακή» μίας πλήρως ενδοσκοπικής ψυχοσύνθεσης χωρίς ενσυναίσθηση και οι έξι χαρακτήρες διαφορετικές πλευρές της προσωπικότητας του ίδιου αυτού ατόμου. Η ταινία είναι κατασκευασμένη έτσι ώστε να έχει τόσες πολλές εναλλακτικές ερμηνείες, ώστε τελικά να μην της απομένει καμία.
    Το εγχείρημα χαρακτηρίζεται από φρεσκάδα και πρωτοτυπία παρόλο που εγείρει συγκρίσεις με δεκάδες παλαιότερα αφηγήματα, από του Κάφκα, του Σαρτρ και του Μπόρχες, μέχρι του – επίσης Καναδού – Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ και του Κλάιβ Μπάρκερ. Έγινε απρόσμενα μεγάλη εμπορική επιτυχία, κυρίως στην οικιακή αγορά των DVD, χάρη στην εξαιρετικά γοητευτική κεντρική ιδέα του και την αντισυμβατική υλοποίηση, η οποία εκμεταλλεύτηκε τις χαμηλές αξίες παραγωγής αντί να πέσει θύμα τους. Τα προβλήματά του δεν είναι σημαντικά μα αφορούν βασικούς τομείς: το σενάριο – τους κατά κύριο λόγο στερεοτυπικούς και επίπεδους χαρακτήρες, τους ελαφρώς κιτς και αφύσικους διαλόγους, την αναληθοφανή τροπή της πλοκής στο τελευταίο δεκάλεπτο – και τις πολύ ελλιπείς ερμηνείες των ηθοποιών. Το 2003 διανεμήθηκε μία αποτυχημένη κινηματογραφική συνέχεια υψηλότερου προϋπολογισμού (ο Υπερκύβος), ενώ το 2004 κυκλοφόρησε ένα μάλλον βελτιωμένο προοίμιο, ο Κύβος 0, με χαρακτήρα ωστόσο πολύ πιο συμβατικό και εμπορικό σε σχέση με το φιλμ του Νατάλι.
    Το σενάριό του παρέχει ένα περισσότερο σαφές αφηγηματικό υπόβαθρο στον Κύβο απαντώντας σε ορισμένα θεμελιώδη ερωτηματικά, μηδενίζοντας έτσι μεν τη γοητευτική αβεβαιότητα και πολυσημία του παλαιότερου έργου, εκφράζοντας όμως σε αντιστάθμισμα ένα πιο ρητό νοηματικό περιεχόμενο. Έτσι το προοίμιο μπορεί να διαβαστεί ως μία «ελαφριά» κριτική απέναντι στη γραφειοκρατική, ιεραρχική και ταξική δόμηση των νεωτερικών κοινωνιών, μέσω της προβολής του Κύβου ως μηχανισμού πειθάρχησης και τιμωρίας ενσωματωμένου στο πλαίσιο ενός δυστοπικού κόσμου – για τον οποίον μόνο αχνές ενδείξεις λαμβάνουμε – τυραννημένου από ένα υπονοούμενο απολυταρχικό, ολοκληρωτικό, στρατιωτικό καθεστώς. Δοθέντος του αντιπολεμικού και αντικυβερνητικού κλίματος στις ΗΠΑ το 2004, με τον Πόλεμο της Τρομοκρατίας τότε σε έξαρση και σωρεία παραβιάσεων συνταγματικών δικαιωμάτων εκ μέρους της Ουάσινγκτον στην επικαιρότητα, ο Κύβος 0 ίσως προσπάθησε να σχολιάσει τα δρώμενα της εποχής του. Ωστόσο, παρά τον προσεγμένο και αγωνιώδη ρυθμό, τα ατμοσφαιρικά και πνιγηρά σκηνικά – ταυτόχρονα ρετρό και βιομηχανικής αισθητικής –, τις ευρηματικές σκηνές φρίκης και την ικανοποιητική πλοκή, τα δύο διαφορετικά νήματα της αφήγησης (οι κρατούμενοι από τη μία και οι χαμηλόβαθμοι παρατηρητές τους από την άλλη) δεν συνδέονται και τόσο αρμονικά, οι περισσότερες ερμηνείες (ευτυχώς όχι όλες) είναι ερασιτεχνικού επιπέδου, οι περισσότεροι χαρακτήρες (ευτυχώς όχι όλοι) απελπιστικά μονοδιάστατοι και αναλώσιμοι, ενώ η αίσθηση της επανάληψης και της ανακύκλωσης κάπου υποσκελίζουν τα θετικά στοιχεία.