Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Seven» (1995)

SEVEN

«SEVEN»




     Μία ατμοσφαιρική και στέρεα ταινία με αντισυμβατικό φινάλε και ίχνη νουάρ αισθητικής, το «Blade Runner της δεκαετίας του ’90» όπως αποκλήθηκε, η δεύτερη μεγάλη κινηματογραφική δουλειά του παλαίμαχου σκηνοθέτη μουσικών βιντεοκλίπ Ντέιβιντ Φίντσερ, ύστερα από την τραυματική γι' αυτόν παραγωγή του Alien 3 το 1992. Το Seven είναι όλα αυτά και ακόμα περισσότερα: το πιο πεσιμιστικό και σκοτεινό αστυνομικό θρίλερ της εποχής του. Η πλοκή εύκολα υπερβαίνει τα αφηγηματικά κλισέ στα οποία στηρίζεται – αταίριαστο αλλά αποτελεσματικό δίδυμο ερευνητών με αντικρουόμενες αντιλήψεις, ένας βετεράνος και ένας νεοσύλλεκτος, παγιδεύεται στο νοσηρό διανοητικό παιχνίδι ενός δαιμόνιου κατά συρροή δολοφόνου – επιχειρώντας ένα βαθύτερο σχόλιο και μια σπουδή χαρακτήρων, εστιάζοντας όχι στις πράξεις αλλά στα κίνητρα. Η ηθική σήψη και η παρακμή του δυτικού πολιτισμού επικρατούν στα πλάνα του Φίντσερ, δίνοντας στην ταινία έναν υπόγειο αποκαλυπτικό τόνο. Η κουλτούρα μας έχει διανύσει το τελευταίο της στάδιο και επιστρέφει στις ρίζες της, στην Αναγέννηση και στους λογοτεχνικούς εκφραστές της – τον Δάντη Αλιγκέρι, τον Ουίλιαμ Σαίξπηρ, τον Τζον Μίλτον. Αυτοί και τα γραπτά τους, σχετικά με τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, είναι που θα δώσουν σε δύο τελείως διαφορετικούς αλλά και τόσο ίδιους ανθρώπους το έναυσμα για να συνειδητοποιήσουν το περιβάλλον σκότος.
     Ο ένας είναι ο ανώνυμος κατά συρροή δολοφόνος, που θεωρεί ότι ο μόνος τρόπος για να ακούσουν οι άνθρωποι το «κήρυγμά» του είναι να αποδώσει δικαιοσύνη σε επτά άτομα καθένα από τα οποία διέπραξε ένα από τα αμαρτήματα της μεσαιωνικής χριστιανικής φιλολογίας, δολοφονώντας τα με έναν ξεχωριστό, θεατρικό τρόπο ανάλογο της αμαρτίας τους και που παραπέμπει άμεσα σ’ αυτήν. Έτσι πιστεύει ότι ο κόσμος θα πάψει να προσπερνά την ηθική κατάπτωση και θα αφυπνιστεί από τον λήθαργο. Ο δεύτερος είναι ο μοναχικός, εγκεφαλικός, έμπειρος, κυνικός, ψύχραιμος, αλλά ευαίσθητος και καλλιεργημένος ντετέκτιβ της Αστυνομίας Ουίλιαμ Σόμερσετ (ένας κομψός και υπέροχα συγκρατημένος Μόργκαν Φρίμαν), μία εβδομάδα μόνο πριν από την εκούσια, πρόωρη συνταξιοδότησή του. Μην υποφέροντας άλλο τη βίαιη ζωή στην καταθλιπτική, πνιγηρή, υγρή και ανώνυμη μεγαλούπολη των ΗΠΑ όπου λαμβάνει χώρα η ιστορία, με τα σαπισμένα απ’ τη βροχή κτήρια μπαρόκ αισθητικής σαν ακόμα στεκούμενα ερείπια περασμένων μεγαλείων, επιθυμεί να παραιτηθεί και να δραπετεύσει από την αστική σήψη. Έχει προβεί ακριβώς στην ίδια παρατήρηση με τον φονιά: η διαφθορά, η αδιαφορία για τον πλησίον και η παρακμή επικρατούν στη σύγχρονη κοινωνία. Το επάγγελμά του ευθύνεται για την οδυνηρά βαθιά επίγνωση αυτής της κατάστασης, αφού ακόμα και ο ίδιος χρησιμοποιεί περιστασιακά αθέμιτα μέσα για να πετύχει τους στόχους του. Όμως η φύση του είναι αθώα και σε αντίθεση με τον ψυχικά διαταραγμένο, μεθοδικό αντίπαλό του δεν επινοεί καμία νοσηρή διέξοδο μισανθρωπίας, καταλήγοντας στην παραίτηση.
     Το τρίτο πρόσωπο του δράματος είναι ο νεαρός και άπειρος ντετέκτιβ Ντέιβιντ Μιλς (Μπραντ Πιτ, υποψήφιος το ίδιο έτος για το βραβείο Όσκαρ Β΄ Ανδρικού Ρόλου λόγω της ερμηνείας του στους 12 Πιθήκους, με αποτέλεσμα την απογείωση της καριέρας του), έχοντας μόλις καταφθάσει στην πόλη από κοινού με την όμορφη σύζυγό του Τρέισι (Γκουίνεθ Πάλτροου) και απρόθυμα εκπαιδευόμενος από τον Σόμερσετ ως αντικαταστάτης του, μέσω της υπόθεσης «Επτά». Μαχητής, ιδεαλιστής και αποφασισμένος, αλλά αφελής, παρορμητικός, αμετροεπής, αλαζόνας και καθόλου διορατικός, απεχθάνεται τα νεκρά θύματα σχεδόν όσο κι ο φονιάς αντίπαλός του – σε αντίθεση με τον Σόμερσετ αδυνατεί να αντιληφθεί ολιστικά τον συστημικό και καθολικό χαρακτήρα του ηθικού προβλήματος της Δύσης, κατακρίνοντας απλώς τα επιμέρους άτομα. Έτσι θα αποτελέσει ο ίδιος την κορύφωση του έργου του δολοφόνου με έναν απρόσμενο και συγκλονιστικό τρόπο, διαφαινόμενο μονάχα στο ανατρεπτικό φινάλε. Εκεί, στην έρημο, συναντούμε και τη μόνη σεκάνς με γαλανό ουρανό και ηλιοφάνεια, αφού το βροχερό και σκοτεινιασμένο αστικό τοπίο μιας πόλης σε αποσύνθεση, συνωστισμένης, βρώμικης και μολυσμένης, επικρατεί μέχρι τότε πλήρως, παραπέμποντας στα ανάλογα ζοφερά τοπία του Blade Runner. Κατ’ αντιδιαστολή, οι θερμοί φωτισμοί των εσωτερικών χώρων σε χρυσαφί και πράσινους χρωματισμούς, από κοινού με τα στιγμιότυπα οικογενειακής γαλήνης και τις διάσπαρτες μικρές στιγμές μαύρου χιούμορ, οικοδομούν μία απατηλή αίσθηση καταφυγίου από την εξωτερική απειλή στο μεγαλύτερο μέρος του φιλμ, η οποία εύκολα γκρεμίζεται προς το τέλος συμπαρασύροντας ευφυώς και τις προσδοκίες του θεατή.
     Το Seven τοποθετεί το δικό του κομβικό λιθαράκι στην εξελικτική γραμμή των χολιγουντιανών αστυνομικών θρίλερ με κατά συρροή δολοφόνους, αποτίνοντας τον απαραίτητο φόρο τιμής στην εμβληματική Σιωπή των αμνών (1991), αλλά διευρύνοντας τολμηρά την επικράτεια του είδους και εμβαθύνοντας στις ερευνητικές αστυνομικές διαδικασίες, ενώ ταυτόχρονα εστιάζει σοφά στην ανάπτυξη χαρακτήρων. Το υπόβαθρο των θρησκευτικών μύθων και συμβολικών φιλολογικών αναφορών παρέχει στο εγχείρημα την υποβλητική του ατμόσφαιρα. Η νευρώδης κινηματογράφηση με τα γεωμετρικά αρμονικά κάδρα και τις αισθητικά άρτιες μακρόστενες συνθέσεις, την ευέλικτη δυναμική κάμερα με τα προσεγμένα ζουμ, τις έξυπνες και κομψές γωνίες λήψης, τα πλούσια, κλειστοφοβικά και βυθισμένα στο ημίφως ντεκόρ, την εξπρεσιονιστικά στυλιζαρισμένη φωτογραφία με την κορεσμένη χρωματική παλέτα, τον σφιχτό ρυθμό στο μοντάζ και την αγωνιώδη συνοδευτική ορχηστρική μουσική του επαγγελματία συνθέτη Χάουαρντ Σορ, οικοδομεί ένα κλίμα διαρκούς σασπένς στη βάση της αργόσυρτης αλλά εύρυθμης πλοκής. Οι πληθωρικές σεκάνς φυσικής δράσης είναι υποδειγματικές και χαρακτηριζόμενες από κλιμακούμενη αγωνία, οι φευγαλέοι φόνοι κινούνται ερεθιστικά εκτός πλάνου αλλά είναι αυθεντικά αποτρόπαιοι, στυγεροί και πρωτότυποι, ενώ οι σκηνές εντοπισμού των πτωμάτων και του κρησφύγετου του δολοφόνου εξαιρετικά ευρηματικές, φρικώδεις και ευφάνταστες, ενσωματώνοντας έτσι με επιτυχία στοιχεία σλάσερ ταινιών τρόμου στον κύριο κορμό του ψυχολογικού θρίλερ. Τα ειδικά εφέ του Ρομπ Μπότιν – υπεύθυνου παλαιότερα για τα εφέ ταινιών όπως η Απειλή του Κάρπεντερ (1982), οι Μάγισσες του Ίστγουικ (1987), ή το Ρόμποκοπ (1987), η Ολική επαναφορά (1990) και το Βασικό Ένστικτο (1992) του Βερχόφεν – ζωντανεύουν ανάγλυφα τη φρίκη, απεικονίζοντας τα αποτελέσματα των φόνων στο όριο μεταξύ αποκρουστικού και νοσηρά γοητευτικού. Οι τριδιάστατοι χαρακτήρες αναπτύσσονται επαρκώς διαφεύγοντας, με κόπο είναι η αλήθεια, από προβλέψιμα στερεότυπα – η εξελισσόμενη αλληλεπίδραση των Σόμερσετ και Μιλς μεταξύ τους, με τον δολοφόνο και με την εγκυμονούσα, υποφέρουσα από μοναξιά και απογοητευμένη από την αστική ζωή Τρέισι, λειτουργεί ως το συναισθηματικό κέντρο της ιστορίας.
     Ο ευφυής, καλλιεργημένος, πολυμήχανος, δολοπλόκος, ναρκισσιστής, ψυχρός και ψυχικά διαταραγμένος φονιάς (ένας άψογος Κέβιν Σπέισι, βραβευμένος με Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου το ίδιο έτος για την ερμηνεία του στους Συνήθεις υπόπτους, βλέποντας επίσης τότε την καριέρα του να απογειώνεται), είναι στην ουσία μια παραλλαγμένη, πιο καθημερινή και θρησκόληπτη, εκδοχή του Χάνιμπαλ Λέκτερ. Ο εκούσιος θάνατός του και η φυλάκιση του Μιλς στον επίλογο, αφότου ο ψυχοπαθής έχει κερδίσει στο ιδιότυπο, αριστοτεχνικό παιχνίδι με τους διώκτες του κι έχει πετύχει να δηλώσει με τις πράξεις του πως κανείς δεν είναι αναμάρτητος και ότι η Ανθρωπότητα μοιάζει αναπότρεπτα ηθικά καταδικασμένη, συνιστά τον καταλύτη της αλλαγής του Σόμερσετ. Το απόφθεγμα του Έρνεστ Χέμινγουεϊ το οποίο μνημονεύει στο τέλος («“World is a nice place; and its worth fighting for”. I agree with the second part…») υποδεικνύει πως μετά τη λήξη του φιλμικού χρόνου παραμένει στο Σώμα οικοδομώντας το δικό του μικρό ανάχωμα στη σήψη – μπορεί η κοινωνία να μη μοιάζει ιδανική, αλλά δεν πρέπει κανείς να πάψει να αγωνίζεται γι’ αυτήν. Μια ελάχιστη ακτίνα ελπίδας συνοδεύει έτσι την ιλιγγιώδη και απαισιόδοξη κατακλείδα της ιστορίας, ο τρόπος των συντελεστών να καθησυχάσουν τους – ανήσυχους για τον σκοτεινό, μακάβριο και ανηλεή τόνο του φιλμ – παραγωγούς του στούντιο. Οι πρωτότυποι τίτλοι έναρξης, με σπασμωδικά μονταρισμένα υπαινικτικά, ανατριχιαστικά στιγμιότυπα από το κρυφό έργο του αρχικά άγνωστου δολοφόνου υπό τη συνοδεία αργόσυρτης, υπόκωφης ηλεκτρονικής μουσικής (του ιντάστριαλ ροκ συγκροτήματος Nine Inch Nails) και «χειρόγραφης» γραμματοσειράς με τρεμάμενους χαρακτήρες, άφησαν ανεξίτηλο το αισθητικό τους ίχνος στον χώρο.
     Ο σεναριογράφος εμπνεύστηκε την ιστορία από την πραγματική, ολιγόχρονη διαμονή του στη Νέα Υόρκη, αλλά πέρασε μία τετραετία διαπραγματεύσεων και εξαγγελιών μέχρι να υλοποιηθεί μία ταινία στηριγμένη στο σενάριό του, με τον Πιτ να φτάνει σε σημείο να εκβιάζει τους παραγωγούς προκειμένου να μην αλλάξουν το φινάλε προς πιο συμβατικά μονοπάτια. Το φιλμ, όχι βαθυστόχαστο αλλά πετυχαίνοντας πλήρως τους στόχους του, κέρδισε δίκαια βραβεία, διαχρονική φήμη και περισσότερα από 300 εκατομμύρια δολάρια σε κινηματογραφικές εισπράξεις, ανέβασε τις «μετοχές» του Φίντσερ, ενώ οι εξαιρετικές ερμηνείες των Σπέισι και Φρίμαν συνάρπασαν εύκολα τους θεατές.