ΜΙΑ ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΖΩΗ
« Είχα συρθεί στα πόδια του θρόνου του και τον δάγκωνα. Με χτύπησε αναίσχυντα πατρικά στην πλάτη και με πήρε στη χούφτα του. Χώρεσα ολόκληρος. Τα δάχτυλά του θεόρατα μ' έσφιγγαν, αποφεύγοντας να με πνίξουν.
“Δολοπλόκε”, μουρμούρισα και τον έγλειψα. Μ' έφερε μπροστά στα μάτια του και γελώντας μου αλλά κατηφής, “συνεργάτη”, μου είπε, “το ενεχυροδανειστήριο θα υποστεί την έκρηξη με την οποία αθέλητα, το υπονόμευσες. Στις 9 το πρωί ξεσκονίζοντας το ράφι, όπου βάλαμε την αυθεντική σου ζωή, τάραξες το σανιδάκι, που είχαμε απομονώσει ως επικίνδυνη περιοχή. Σε τρία λεπτά θα γίνουμε όλοι κομμάτια.”
Κάρφωσα τα δάχτυλά μου στα μάτια του. Ήταν δυστυχής και χαρούμενος κι έτσι τον αγαπούσα.»
“Δολοπλόκε”, μουρμούρισα και τον έγλειψα. Μ' έφερε μπροστά στα μάτια του και γελώντας μου αλλά κατηφής, “συνεργάτη”, μου είπε, “το ενεχυροδανειστήριο θα υποστεί την έκρηξη με την οποία αθέλητα, το υπονόμευσες. Στις 9 το πρωί ξεσκονίζοντας το ράφι, όπου βάλαμε την αυθεντική σου ζωή, τάραξες το σανιδάκι, που είχαμε απομονώσει ως επικίνδυνη περιοχή. Σε τρία λεπτά θα γίνουμε όλοι κομμάτια.”
Κάρφωσα τα δάχτυλά μου στα μάτια του. Ήταν δυστυχής και χαρούμενος κι έτσι τον αγαπούσα.»
Η καθηγήτρια φιλοσοφίας Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, ενεργή λογοτεχνικά από τη δεκαετία του 1970, παραδίδει μια προσεγμένη συλλογή 25 διηγημάτων της από την τελευταία τριακονταετία, ιδιόρρυθμων στιγμιοτύπων της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Ένα ανθολόγιο από μικρές τραγωδίες ή σύγχρονες παραλογές μοντερνιστικής τεχνοτροπίας, κατασκευασμένες με μια ξεχωριστή, πυκνή γραφή και χαρακτηριζόμενες από το ιδιαίτερο γλωσσικό και εκφραστικό της ύφος: μακρές περίοδοι με ελικοειδή δομή, εμβόλιμες άστικτες ενότητες εσωτερικών μονολόγων, κομψή χρήση και επιλογή των λέξεων, μια αίσθηση εγκεφαλικότητας και εσωτερικότητας στη δομή και στο περιεχόμενο, κατάρριψη των συμβάσεων της ρεαλιστικής αφήγησης προς όφελος της υποκειμενικής απεικόνισης νοητικών τοπίων με σουρεαλιστικά στοιχεία, όπου τα περιεχόμενα της σκέψης διαμορφώνουν την αφηγηματική πραγματικότητα. Σε πολλά σημεία διαβάζουμε ένα λυρικό υβρίδιο αφηγηματικού και δοκιμιακού λόγου, όπου στοιχειώδεις χαρακτήρες και πλοκές εισάγονται μόνο και μόνο για να αφεθούν στη συνέχεια αναίσχυντα μετέωροι, προκειμένου να δοθεί έμφαση στην ανάπτυξη και έκθεση προβληματισμών και συλλογισμών.
Πότε-πότε, η ίδια η συγγραφέας τοποθετείται στο κείμενο ως χαρακτήρας και γκρεμίζει τον τέταρτο τοίχο απευθυνόμενη άμεσα στον αναγνώστη, όσο η γραφή εκθέτει συνεχώς την ύπαρξή της και την πλαστότητα των δρώμενων στον αναγνώστη μέσα από παραλογισμούς, αφηγηματικές ασυνέχειες, μεταμυθοπλαστικές παρεκβάσεις, χαρακτηρολογικές μεταμορφώσεις και λεκτικές ακροβασίες, όντας σε διατεταγμένη υπηρεσία να υπονομεύσει την ψευδαίσθηση της ρεαλιστικής περιγραφής ενός συνεκτικού αντικειμενικού κόσμου. Ο μοντέρνος Άνθρωπος, βιώνοντας μια κομματιασμένη ύπαρξη σε μόνιμη παλινδρόμηση μεταξύ της ενδογενούς του εντιμότητας, της προσανατολισμένης στην αναζήτηση του θαυμαστού, και μιας έξωθεν επιβεβλημένης νυσταλέας κοινοτοπίας και διαφθοράς – με την «αληθινή του ζωή να έχει μπει ενέχυρο στο ράφι του ενεχυροδανειστή» –, δεν μπορεί να στηρίζεται σε περασμένες διαβεβαιώσεις απόλυτης αντικειμενικότητας ενός υποτιθέμενου ορθολογικού κόσμου. Η εν λόγω τραγωδία εκτίθεται ολοζώντανη μέσα από τις ιστορίες αυτού του τόμου, όπου αληθοφανή, φανταστικά και συμβολικά επεισόδια και χαρακτήρες συμπλέκονται με απρόσμενους τρόπους σε μια διαρκή αλληλοδιαδοχή οικείων, ανοίκειων και παράλογων καταστάσεων ή σκηνικών. Η μεταπολιτευτική νεοελληνική πραγματικότητα μονίμως στο υπόβαθρο, όχι ως ακριβής αναπαράσταση αλλά περισσότερο ως αίσθηση, ως τα υπονοούμενα συμφραζόμενα ενός ξένου ονείρου το οποίο βλέπουμε να εκτυλίσσεται μπροστά μας κατά την ανάγνωση.

