Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Λογοτεχνία: «Μια δική σου ζωή» (2008)

ΜΙΑ ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΖΩΗ



«    Είχα συρθεί στα πόδια του θρόνου του και τον δάγκωνα. Με χτύπησε αναίσχυντα πατρικά στην πλάτη και με πήρε στη χούφτα του. Χώρεσα ολόκληρος. Τα δάχτυλά του θεόρατα μ' έσφιγγαν, αποφεύγοντας να με πνίξουν.
    “Δολοπλόκε”, μουρμούρισα και τον έγλειψα. Μ' έφερε μπροστά στα μάτια του και γελώντας μου αλλά κατηφής, “συνεργάτη”, μου είπε, “το ενεχυροδανειστήριο θα υποστεί την έκρηξη με την οποία αθέλητα, το υπονόμευσες. Στις 9 το πρωί ξεσκονίζοντας το ράφι, όπου βάλαμε την αυθεντική σου ζωή, τάραξες το σανιδάκι, που είχαμε απομονώσει ως επικίνδυνη περιοχή. Σε τρία λεπτά θα γίνουμε όλοι κομμάτια.”
    Κάρφωσα τα δάχτυλά μου στα μάτια του. Ήταν δυστυχής και χαρούμενος κι έτσι τον αγαπούσα.
»



     Η καθηγήτρια φιλοσοφίας Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, ενεργή λογοτεχνικά από τη δεκαετία του 1970, παραδίδει μια προσεγμένη συλλογή 25 διηγημάτων της από την τελευταία τριακονταετία, ιδιόρρυθμων στιγμιοτύπων της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Ένα ανθολόγιο από μικρές τραγωδίες ή σύγχρονες παραλογές μοντερνιστικής τεχνοτροπίας, κατασκευασμένες με μια ξεχωριστή, πυκνή γραφή και χαρακτηριζόμενες από το ιδιαίτερο γλωσσικό και εκφραστικό της ύφος: μακρές περίοδοι με ελικοειδή δομή, εμβόλιμες άστικτες ενότητες εσωτερικών μονολόγων, κομψή χρήση και επιλογή των λέξεων, μια αίσθηση εγκεφαλικότητας και εσωτερικότητας στη δομή και στο περιεχόμενο, κατάρριψη των συμβάσεων της ρεαλιστικής αφήγησης προς όφελος της υποκειμενικής απεικόνισης νοητικών τοπίων με σουρεαλιστικά στοιχεία, όπου τα περιεχόμενα της σκέψης διαμορφώνουν την αφηγηματική πραγματικότητα. Σε πολλά σημεία διαβάζουμε ένα λυρικό υβρίδιο αφηγηματικού και δοκιμιακού λόγου, όπου στοιχειώδεις χαρακτήρες και πλοκές εισάγονται μόνο και μόνο για να αφεθούν στη συνέχεια αναίσχυντα μετέωροι, προκειμένου να δοθεί έμφαση στην ανάπτυξη και έκθεση προβληματισμών και συλλογισμών.
     Πότε-πότε, η ίδια η συγγραφέας τοποθετείται στο κείμενο ως χαρακτήρας και γκρεμίζει τον τέταρτο τοίχο απευθυνόμενη άμεσα στον αναγνώστη, όσο η γραφή εκθέτει συνεχώς την ύπαρξή της και την πλαστότητα των δρώμενων στον αναγνώστη μέσα από παραλογισμούς, αφηγηματικές ασυνέχειες, μεταμυθοπλαστικές παρεκβάσεις, χαρακτηρολογικές μεταμορφώσεις και λεκτικές ακροβασίες, όντας σε διατεταγμένη υπηρεσία να υπονομεύσει την ψευδαίσθηση της ρεαλιστικής περιγραφής ενός συνεκτικού αντικειμενικού κόσμου. Ο μοντέρνος Άνθρωπος, βιώνοντας μια κομματιασμένη ύπαρξη σε μόνιμη παλινδρόμηση μεταξύ της ενδογενούς του εντιμότητας, της προσανατολισμένης στην αναζήτηση του θαυμαστού, και μιας έξωθεν επιβεβλημένης νυσταλέας κοινοτοπίας και διαφθοράς – με την «αληθινή του ζωή να έχει μπει ενέχυρο στο ράφι του ενεχυροδανειστή» –, δεν μπορεί να στηρίζεται σε περασμένες διαβεβαιώσεις απόλυτης αντικειμενικότητας ενός υποτιθέμενου ορθολογικού κόσμου. Η εν λόγω τραγωδία εκτίθεται ολοζώντανη μέσα από τις ιστορίες αυτού του τόμου, όπου αληθοφανή, φανταστικά και συμβολικά επεισόδια και χαρακτήρες συμπλέκονται με απρόσμενους τρόπους σε μια διαρκή αλληλοδιαδοχή οικείων, ανοίκειων και παράλογων καταστάσεων ή σκηνικών. Η μεταπολιτευτική νεοελληνική πραγματικότητα μονίμως στο υπόβαθρο, όχι ως ακριβής αναπαράσταση αλλά περισσότερο ως αίσθηση, ως τα υπονοούμενα συμφραζόμενα ενός ξένου ονείρου το οποίο βλέπουμε να εκτυλίσσεται μπροστά μας κατά την ανάγνωση.
    Αν μπορεί να προσάψει κανείς κάτι στο εγχείρημα, ελάττωμα όχι χωρίς βαρύτητα, αυτό είναι ότι το προσχηματικό των πλοκών και η ελλειπτικότητα των χαρακτήρων κρατούν τον αναγνώστη σε απόσταση, το θέμα συνήθως ασαφές και τα δρώμενα σε υπέρμετρη αμφιβολία. Είναι εμφανές όμως πως το ζητούμενο για τη συγγραφέα ήταν η υποβολή ιδεών και η εμβύθιση του αποδέκτη στις σκέψεις της, διαμέσου της συμβολικά φορτισμένης λυρικής γραφής και εικονοποιίας της. Η δημιουργός δεν καινοτομεί καλλιτεχνικά μα βάζει το δικό της λιθαράκι στη σύγχρονη εκδοχή του εγχώριου λογοτεχνικού μοντερνισμού, με τη δική της επιδέξια ποιητική γλώσσα και καταθέτοντας τους ιδιαίτερους προβληματισμούς της. Βασικό της ζητούμενο είναι να υπονομεύσει τα καθιερωμένα της ρεαλιστικής αφήγησης, όπως στο διήγημα «Ο Πατέρας»: εκεί η συγγραφέας υιοθετεί αρχικά σε τρίτο πρόσωπο την περσόνα ενός χαρακτήρα ο οποίος – σύμφωνα με την «πλοκή» – γράφει για τον πατέρα του, μόνο και μόνο για να γκρεμίσει αυτή τη διαμεσολάβηση ρητά στα μισά και να καταλήξει να αυτοβιογραφείται σε πρώτο πρόσωπο.
    Το απόγειο αυτών των χαρακτηριστικών συναντάται στο διήγημα «Hotel Αχινοί», όπου η δράση τοποθετείται σε έναν ακαθόριστο και φανταστικό χωρόχρονο, με διάσπαρτα οικεία στοιχεία αλλά και σποραδικά παράλογες ή καφκικές καταστάσεις, όπου οι χαρακτήρες είναι ανώνυμοι και δεν αποτελούν ενσαρκώσεις ανθρώπων αλλά εννοιών, όπου η πλοκή έχει τα γνωρίσματα ενός ονείρου και το κείμενο διαρκώς «παρεκτρέπεται» προς δοκιμιακούς μονολόγους. Στο «Hotel Αχινοί» η αφήγηση είναι μεν πρώτου προσώπου μα η εν λόγω οπτική γωνία δεν αφορά παρά τον ανώνυμο εξωμυθοπλαστικό παντογνώστη αφηγητή των τεχνικών του λογοτεχνικού ρεαλισμού, ο οποίος έτσι ενσαρκώνεται, ενσωματώνεται στην πλοκή και αντιμετωπίζει δολοπλοκίες στοχευόμενες στη δολοφονία του, μεταμυθοπλαστικά και ευφυέστατα! Ταυτόχρονα, παράδοξες και αγχωτικές καταστάσεις ή τόποι, εξωφρενικά επεισόδια και αλλόκοτες μεταμορφώσεις οι οποίες αφήνονται χωρίς σχολιασμό ή ερμηνεία συμπλέκονται με οικεία στιγμιότυπα, προξενώντας μία γοητευτικά ανοίκεια αίσθηση στον αναγνώστη και υπονομεύοντας περεταίρω τον ρεαλισμό.
    Ο ανενδοίαστα συμβολικός λόγος, κάποτε σε αμήχανα υπερθετικό βαθμό, με τις αλλεπάλληλες παρομοιώσεις και τα ανεξάντλητα λογοπαίγνια υποδεικνύουν μία αισθητική επεξεργασία προσανατολισμένη όχι στην αφήγηση, αλλά στη γραφή ως φορέα και διαμορφωτή ιδεών. Κεντρικό ζήτημα για τη συγγραφέα είναι η στηλίτευση της μεταπολιτευτικής διανόησης είτε ως αυτιστικής (ο «κύριος Βάλλας»), είτε ως αυτοπεριορισμένης διαμέσου του κομφορμισμού, από τον οποίον απατηλά πίστεψε πως θα κατάφερνε να εξαιρεθεί παρά την πρόθυμη ενσωμάτωσή της στο σύστημα, και επομένως ανίκανης να αποτρέψει την περιρρέουσα διανοητική ερημοποίηση. Ενδιαφέρον είναι πως, συστηματικά, η επαγγελματική τεχνοκρατία της μεσαίας τάξης (π.χ. το ιατρικό κατεστημένο) είναι που περιγράφεται ως πρόθυμος φορέας αυτής της ερημοποίησης, ως ραχοκοκαλιά του συστήματος, αντί για κάποια απόμακρη ελίτ. Επαναλαμβανόμενες θεματικές της δημιουργού είναι επίσης η αναξιοπρεπής ανία της αστικής καθημερινότητας και η κατασπατάληση μιας προσανατολισμένης προς τα εκεί ζωής, καθώς και ένας φεμινιστικός προβληματισμός για την αποστροφή της καταπιεστικής πατριαρχικής κοινωνίας προς τη γυναικεία διανόηση – κλείνοντας κάποτε το μάτι στη Βιρτζίνια Γουλφ (με το διήγημα «Ένα δικό σου αυτοκίνητο»). Αυτά τα δύο ζητήματα συμπλέκονται στην ενότητα διηγημάτων με ηρωίδα τη Δωροθέα Δικαίου, ενώ στο παιγνιώδες «Νεκροί που χορεύουν» – γραμμένο μάλλον ύστερα από μία ανάγνωση του Χρονικού του χρόνου – έννοιες της θεωρητικής φυσικής όπως ο φανταστικός χρόνος αξιοποιούνται σε λογοπαίγνια κεντρικά για την πλοκή, προκειμένου να καταγραφεί η μοναξιά του ακατάληπτου από τους συνανθρώπους του διανοούμενου (μέσω του ήρωα Στέφανου Χίκινγκ, ελεύθερη καρικατούρα του φυσικού Στίβεν Χόκινγκ) και να εξυμνηθεί τελικά η απελευθερωτική δύναμη της φαντασίας.
    Η συγγραφέας έχει επίσης συγγράψει και μυθιστορήματα κατά την τελευταία τριακονταετία, όπου αναλύονται περισσότερο οι εν λόγω θεματικές: Ανδρόγυς (1980), Το τέλος του χρυσού φεγγαριού (1987), Γυναίκες ή σκοτεινή ύλη (2004) και Τρυφερός σύντροφος (2011).