Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

Κινηματογράφος: «Αποκάλυψη τώρα: Redux» (2001)

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΩΡΑ: REDUX

«APOCALYPSE NOW: REDUX»




     Η έσχατη κατάβαση στα σκοτάδια της ψυχής, η απόλυτη καταγραφή μιας ανθρώπινης φύσης εξίσου ικανής για το «καλό» και το «κακό». Μία τρίωρη, ατμοσφαιρική και στέρεα δομημένη ταινία με αφετηρία τη γνωστή αποικιοκρατική νουβέλα του Τζόζεφ Κόνραντ Η καρδιά του σκότους, στο σύνορο μεταξύ ρομαντισμού και μοντερνισμού, που χρησιμοποιεί τη στρατιωτική σύγκρουση στο Βιετνάμ (1955 - 1975) ως πρόσχημα για να καταδείξει το διαχρονικό και πανανθρώπινο περιεχόμενό της. Ένα φιλμ πέρα από το φως και το σκοτάδι, πέρα από τον πόλεμο, με πολλαπλές και συμπληρωματικές ερμηνείες.
     Η εκπληκτική εισαγωγή, με τα ελικόπτερα να βομβαρδίζουν τη ζούγκλα, το πλάνο που ουσιαστικά δεν κινείται αλλά απλώς διευρύνεται, τη διπλοτυπία που παραλληλίζει τον ανεμιστήρα του δωματίου του πρωταγωνιστή με τις έλικες και με ηχητική υπόκρουση – πέρα από τον ήχο των τελευταίων – το απαγορευμένο τραγούδι «The End» των Doors, όχι μόνο επιδεικνύει τη μαεστρία του σκηνοθέτη και μας εισάγει στο κλίμα της ταινίας, αλλά απεικονίζει αμέσως τον βασικό πυρήνα της: τα όρια μεταξύ του ενδότερου και του εξωτερικού κόσμου αναιρούνται, η πραγματική μάχη δίνεται μέσα μας, ανάμεσα στους δύο εαυτούς μας, «αυτόν που σκοτώνει και αυτόν που αγαπά» όπως λέγεται στη συνέχεια. Όλο το φιλμ είναι μια επική ψυχολογική αλληγορία. Εξίσου εντυπωσιακή μοιάζει η εφόρμηση στο χωριό με τα ελικόπτερα υπό τον ήχο των Βαλκυριών του Βάγκνερ. Εξαιρετική σύλληψη την οποία διαδέχεται ο αποκαλυπτικός και αληθοφανέστατος βομβαρδισμός με ναπάλμ, ικανός να αφήσει άναυδο τον θεατή.
     Ο πρωταγωνιστής Λοχαγός Γουίλαρντ (Μάρτιν Σιν) είναι ένας άνθρωπος κατεστραμμένος από τον πόλεμο και την ηθική σήψη, απαραίτητη αλλά απωθητική προϋπόθεση της εργασίας του: εκτελεστής της CIA. Αδυνατώντας πια να νιώσει οποιαδήποτε ευχαρίστηση, αισθάνεται ζωντανός μόνο μέσα στη ζούγκλα κατά τη διάρκεια των απόρρητων αποστολών του – όσο κι αν τις μισεί απεριόριστα. Το εν λόγω αντιφατικό σχήμα επαναλαμβάνεται συνεχώς στην ταινία και υποδεικνύει το σφάλμα το ενδογενές στους σαφείς διαχωρισμούς και στα εύκολα δίπολα: οι κεντρικοί χαρακτήρες είναι πολύπλοκοι, πολυδιάστατοι, αντιφατικοί. Πραγματικοί άνθρωποι συντεθειμένοι από αντικρουόμενες τάσεις – εκεί έγκειται η τραγωδία του κατακερματισμένου ατόμου, όπως σχεδόν σε κάθε μοντερνιστική αφήγηση.
     Κατά τους ύστερους μήνες του πολέμου, ενώ οι δυνάμεις των ΗΠΑ έχουν περιέλθει σε κατάσταση διάλυσης, ο Γουίλαρντ αναλαμβάνει την τελευταία του εργασία: να εντοπίσει βαθιά στη ζούγκλα, στα σύνορα με την Καμπότζη, τον αποστάτη Συνταγματάρχη Κουρτς, ο οποίος έχει κατασκηνώσει εκεί με άλλους λιποτάκτες και με γηγενείς που τον λατρεύουν σαν θεότητα, ώστε να τον εκτελέσει. Έτσι αρχίζει το ταξίδι του Γουίλαρντ και μιας μικρής μονάδας νεαρών στρατιωτών με πλοιάριο κατά μήκος ενός ποταμού ο οποίος οδηγεί από τη θάλασσα στην επικράτεια του Κουρτς, μακριά από τις κύριες εστίες πολέμου. Είναι ένα ταξίδι μεταφορικό, κόντρα στη ροή του ποταμού, σε μία κατάσταση διογκούμενου χάους: όσο βαθύτερα στη ζούγκλα βρίσκονται οι πρωταγωνιστές τόσο πιο αποδιοργανωμένες είναι οι στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ, αντιστοιχώντας σε μία σταδιακή κατάδυση από τις πολιτισμένες προς τις πλέον πρωτόγονες περιοχές του ανθρώπινου νου. Ώσπου στον προορισμό τους, την περιοχή του Συνταγματάρχη, επικρατούν τα αρχέγονα ένστικτα και η ζωώδης φύση. Ο ίδιος άνθρωπος ο οποίος στη Σαϊγκόν δειπνούσε ευγενικά με τους Στρατηγούς, αναδύεται τώρα από τη λάσπη του ποταμού για να δολοφονήσει τον Κουρτς με το πιο πρωτόγονο όπλο στον πλανήτη: ένα μαχαίρι.
     Ο Συνταγματάρχης, ένας υπέρβαρος Μάρλον Μπράντο χωρίς καθόλου τριχοφυΐα, ήταν από καιρό σίγουρος για την ήττα της χώρας του στον πόλεμο. Ήξερε ότι ποτέ δεν θα κέρδιζαν όσο ο τελευταίος διεξαγόταν από μία ομάδα αξιωματικών που ενδιαφέρονταν περισσότερο για την ατομική τους εικόνα και το πολιτικό κόστος, παρά για τη στρατιωτική νίκη. Ο ίδιος δεν ανεχόταν ασυνέπειες και ημίμετρα: αν αποδεχτείς την εξουσία πρέπει να φθάσεις στα άκρα για να την ασκήσεις αποτελεσματικά – χωρίς εξευγενισμούς, ωραιοποιήσεις και δικαιολογίες. Όταν κατηγορείται για φόνο εξαιτίας της εν ψυχρώ εκτέλεσης τεσσάρων Νοτιοβιετναμέζων αξιωματικών που ο ίδιος πίστευε ότι ήταν διπλοί πράκτορες, λιποτακτεί και καταφεύγει μαζί με όσους συμφώνησαν να τον ακολουθήσουν βαθιά στη ζούγκλα, όπου οι γηγενείς αναπτύσσουν μία παγανιστική λατρεία γύρω από το πρόσωπό του. Ο Κουρτς ωστόσο, έσχατη πλέον ενσάρκωση της απόλυτης εξουσίας, απεχθάνεται τη λατρεία του. Δεν απολαμβάνει να είναι «θεός», μα δεν μπορεί να εμποδίσει τον ακτινοβόλο, διευρυμένο και διορατικό νου του να συναρπάζει και να υποτάσσει τους πρόθυμους να υποταχθούν ­– τα «κτήνη» όπως ο ίδιος τους περιγράφει. Γνωρίζοντας ότι το Επιτελείο θα θελήσει να τερματίσει τη διοίκησή του, καθώς δεν διάλεξε τη δική τους απατηλή οδό, περιμένει αυτόν που θα τον λυτρώσει.
     Η CIA είχε στείλει για τον σκοπό αυτό δύο μήνες πριν κάποιον άλλον εκτελεστή της, τον Κόλμπι, ο οποίος γοητεύτηκε τόσο από τον Συνταγματάρχη που έμεινε εκεί και προσηλυτίστηκε στη λατρεία του. Τώρα είναι η σειρά του Γουίλαρντ να δοκιμαστεί – και τα καταφέρνει. Κατανοεί πως όλοι ζητούν τον Κουρτς νεκρό, μα πάνω από όλα αντιλαμβάνεται τον πόθο του ίδιου να πεθάνει. Και του προσφέρει αυτή τη χαρά παρά τους δισταγμούς του, σε μία εκθαμβωτική σεκάνς με παράλληλο μοντάζ η οποία παραπέμπει σε αρχαία μυστικιστική τελετουργία ταυροκτονίας. Όμως οι γηγενείς υποκλίνονται τώρα μπροστά του. Ο Γουίλαρντ έχει την ευκαιρία να γίνει ο νέος Κουρτς, μα δεν διαλέγει αυτή την οδό, τον δρόμο του φόβου. Πετά τα όπλα του και πιάνει από το χέρι τον Λανς – τον πιο αθώο και μόνο επιζώντα από τους στρατιώτες στο πλοιάριο, καθόλου συμπτωματικά έναν χίπη της αντικουλτούρας του ’60 υπό τη μόνιμη επήρεια LSD – ώστε να τον οδηγήσει ιδανικά σε μια νέα εποχή, πέρα από την παράνοια του πολέμου και μακριά από τις σειρήνες της εξουσίας. Δολοφονώντας τον Κουρτς ο Γουίλαρντ αποποιήθηκε και το εξουσιαστικό τμήμα της ψυχής του, εγκαταλείποντας στη ζούγκλα ένα κομμάτι του εαυτού του το οποίο πριν δεν αντιλαμβανόταν καν πως υπήρχε.
     Η μέθοδος των τακτικών παραλληλισμών αυτού του υλικού με το εκτεταμένο μυθικό πολιτισμικό υπόβαθρο της Δύσης μέσω σκηνοθετικών ευρημάτων (π.χ. της ταυροκτονίας, ή της τοποθέτησης κλασικών βιβλίων συγκριτικής θρησκειολογίας στο γραφείο του Κουρτς) δίνει στο φιλμ μία υποκείμενη δομή, η οποία μορφοποιεί το εικονιζόμενο χάος του πολέμου στο καλούπι του ίδιου του πυρήνα του πολιτισμού μας. Έτσι, σύμφωνα με την ανάλυση της φιλολόγου Μάργκοτ Νόρις, το εγχείρημα εμμέσως παραπέμπει στο πασίγνωστο ποίημα Η έρημη χώρα του Τόμας Έλιοτ (1922), εμβληματικό δείγμα του λογοτεχνικού μοντερνισμού, όπου αξιοποιούνται διακειμενικά τόσο η Καρδιά του σκότους όσο και τα αναφερθέντα θρησκειολογικά δοκίμια. Δι’ αυτής της οδού επιχειρείται η στηλίτευση του παραλογισμού, του κατακερματισμού, της νοσηρότητας και του εξουσιαστικού σκότους στην καρδιά της Δύσης, με αφορμή την αποικιοκρατία (επί της Αφρικής του 19ου αιώνα στη νουβέλα του Κόνραντ, επί της Ινδοκίνας του Ψυχρού Πολέμου στην ταινία του Κόπολα) και τον αλληλένδετο ρατσισμό. Το Βιετνάμ εκφράζει μεταφορικά την αρχετυπική μυθική έρημη χώρα, τη «σκοτεινή νύχτα της ψυχής», τη θλιβερή απώλεια της λογικής και της αισιοδοξίας του Διαφωτισμού μέσα σε έναν κυκεώνα ακατανόητης βαρβαρότητας.
     Η διεύθυνση φωτογραφίας χρειάζεται ξεχωριστή αναφορά. Δεν υπάρχει πιο πρακτικό σημείο για να την περιγράψει κανείς από το δείπνο με τους εθνικιστές, ακροδεξιούς Γάλλους που αρνούνται να εγκαταλείψουν την απομονωμένη φυτεία τους, καταμεσής της ζούγκλας. Εκεί επικρατεί μία χρυσαφένια απόχρωση εξπρεσιονιστικού τόνου όσο μιλά ο ιδεαλιστής πάτερ φαμίλιας, απολογητής της αποικιοκρατίας και των περασμένων μεγαλείων, η οποία αμέσως αλλάζει σε ένα ρεαλιστικό φυσικό χρώμα με την αποχώρησή του – αφήνοντας τον πρωταγωνιστή μόνο με την πραγματίστρια συνομιλήτριά του. Ο φωτισμός ενσωματώνεται έτσι αβίαστα στην αφήγηση και την υποβοηθά, ενισχύοντας παράλληλα και την ατμόσφαιρα του φιλμ. Ευρύτερα, η εικαστική τελειότητα του έργου και η παραισθητική του ποιότητα – τονισμένη από μια προσεγμένη πανδαισία χρωμάτων αντί για το σκοτεινό και μουντό φιλμ το οποίο θα περίμενε κανείς – οφείλονται κατά πολύ στον διευθυντή φωτογραφίας Βιτόριο Στοράρο, επιμελητή επίσης ταινιών όπως Ο κονφορμίστας, Το τελευταίο ταγκό στο Παρίσι, Ο τελευταίος Αυτοκράτορας και 1900. Το εικαστικό απόγειο του Αποκάλυψη τώρα βεβαίως εντοπίζεται αδιαμφισβήτητα στην επικράτεια του Κουρτς, βαθιά σε μια αφιλόξενη ζούγκλα δαρμένη από την τροπική βροχή και κινηματογραφημένη σαν τίποτα λιγότερο από ένα σουρεαλιστικό τοπίο τρόμου της ίδιας της Κόλασης.
     Το σενάριο γράφτηκε αρχικά από τον Τζον Μίλιους, υπεύθυνο για το αστυνομικό θρίλερ Επιθεωρητής Κάλαχαν του 1971, σε παραγωγή του Φράνσις Φορντ Κόπολα – σημαντικού παράγοντα της άνθησης του «Νέου Χόλιγουντ» κατά την προηγούμενη δεκαετία – και με εμπλοκή του Τζορτζ Λούκας στη σκηνοθεσία. Τελικά ο Λούκας αποχώρησε από το εγχείρημα και η ταινία γυρίστηκε την περίοδο 1976-1979 στις Φιλιππίνες από τον ίδιο τον Κόπολα, υπό εξαιρετικά αντίξοες και χαοτικές συνθήκες, με καταστροφές σκηνικών και απανωτές σεναριακές αναθεωρήσεις. Ο Μπράντο απαίτησε το μυθικό ποσό των 3,5 εκατομμυρίων δολαρίων ως αμοιβή για τη συμμετοχή του, ο Σιν υπέστη έμφραγμα, το φιλμ καθυστέρησε πολύ να κυκλοφορήσει στις αίθουσες, κόστισε υπερδιπλάσια χρήματα από όσα υπολογίζονταν αρχικά και διανεμήθηκε το ’79 σε περικομμένη κατά μία ώρα εκδοχή με τίτλο Αποκάλυψη τώρα. Παρά την επεισοδιακή πρεμιέρα στο φεστιβάλ των Καννών, όπου ωστόσο κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα, η ταινία γρήγορα συγκαταλέχθηκε στα σπάνια αριστουργήματα της έβδομης τέχνης.
     Το 2001 ο Φράνσις Φορντ Κόπολα παρέδωσε την πλήρη εκδοχή του οράματός του με νέο μοντάζ, σκηνές που δεν είχαν προβληθεί παλαιότερα, ψηφιακά επεξεργασμένο ήχο και εικόνα καθαρισμένη επιμελώς από τα τεχνουργήματα. Σε κάθε περίπτωση ανταμείβει απεριόριστα με κάθε νέα θέαση, όσο ελάχιστες ταινίες κατορθώνουν.