Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

Κινηματογράφος: «Ο άνθρωπος αντίγραφο» (2013)

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

«ENEMY»



    Ύστερα από την τελευταία γαλλόφωνη ταινία του, η οποία του προσέδωσε διεθνή φήμη (Μέσα από τις φλόγες), ο Γαλλοκαναδός Ντενίς Βιλνέβ υπογράφει το πρώτο του φιλμ στα αγγλικά, σε μία καναδοϊσπανική συμπαραγωγή με διάσημο χολιγουντιανό πρωταγωνιστή (Τζέικ Γκίλενχαλ). Ο άνθρωπος αντίγραφο αποτελεί διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος του Ζοζέ Σαραμάγκου, ταυτόχρονα αλλόκοτη και υποβλητική, υποτονική και σαρδόνια, νωχελική και αόριστα απειλητική. Έχοντας εμφανή υφολογικά χρέη στο σινεμά των Ντέιβιντ Λιντς και Ρομάν Πολάνσκι, το εικαστικά άψογο αυτό ψυχολογικό θρίλερ συνιστά έναν γρίφο προς αποκωδικοποίηση, ένα αίνιγμα πλημμυρισμένο από σουρεαλιστικές εικόνες και με διάχυτη την αίσθηση κάποιου πνιγηρού εφιάλτη.
    Βλέπουμε τον μελαγχολικό και εσωστρεφή Άνταμ – καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο μιας ανώνυμης καναδικής μεγαλούπολης (Τορόντο;) – να βυθίζεται στη ρουτίνα και τη μοναξιά, ενώ το επάγγελμα και η ερωτική του σχέση με την όμορφη Μέρι τον αφήνουν εμφανώς ανικανοποίητο. Όταν τυχαίνει να δει σε μία τοπική κινηματογραφική παραγωγή έναν τριτοκλασάτο ηθοποιό εμφανισιακά πανομοιότυπο με τον ίδιο, μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας, παθιάζεται με την αλλόκοτη αυτή σύμπτωση και επιχειρεί να τον συναντήσει. Ο Άντονι, παντρεμένος με την έξι μηνών έγγυο Έλεν την οποία προσφάτως έχει απατήσει, αποδεικνύεται πως διαθέτει χαρακτήρα τελείως αντίθετο από του Άνταμ, ζωή με πολλούς παραλληλισμούς, αλλά και μια επικίνδυνη εμμονή με το άλλο φύλο. Η σύγκρουσή τους αναπόφευκτη.
    Το αδιάτρητο κλίμα μυστηρίου και παραλόγου, η φαινομενική εισβολή του φανταστικού στοιχείου στην καθημερινότητα, η αμφισημία των δρώμενων και οι διάσπαρτες συμβολικές εικόνες – ιδιαίτερα το κυρίαρχο οπτικό μοτίβο της αράχνης – παραπέμπουν ευκρινώς σε μία σουρεαλιστική αλληγορία. Η κεντρική σεναριακή ιδέα του σωσία, η εμμονή των ηρώων με το σεξ και η κυρίαρχη στην πλοκή δυναμική της συζυγικής απιστίας καθιστούν μία ψυχαναλυτική ερμηνεία ιδιαιτέρως ταιριαστή για την αποκωδικοποίηση του εγχειρήματος. Ο σωσίας για τον Φρόιντ αποτελούσε χαρακτηριστικό λογοτεχνικό εύρημα με στόχο την πρόκληση του ανοίκειου συναισθήματος, αφού σε αυτόν προβάλλονται τα παραπροϊόντα της απώθησης στο ασυνείδητο καταπιεσμένων σεξουαλικών ορμών. Για τον Γιουνγκ, ο σωσίας συνιστούσε κατά παρόμοιο τρόπο έκφανση του «συμπλέγματος της σκιάς», ως ενσάρκωσης του ξενοφοβικού «αρχετύπου του εχθρού». Στη σκιά συναθροίζονται όλα τα αντικοινωνικά ψυχικά γνωρίσματα του ατόμου τα οποία έχουν απωθηθεί από τον συνειδητό νου. Διάσπαρτοι, λεπτοί υπαινιγμοί κατά το δεύτερο ήμισυ του φιλμ πως ο Άνταμ και ο σωσίας του είναι στην πραγματικότητα αντίπαλες εκφάνσεις ενός και μόνο προσώπου (π.χ., ο διάλογος του πρωταγωνιστή με τη μητέρα του) συντονίζονται με τα ανωτέρω, οδηγώντας στο συμπέρασμα πως η αινιγματική πλοκή αφηγείται κατ’ ουσίαν την απόφαση ενός άνδρα να εγκαταλείψει την ερωμένη του για χάρη της εγγύου συζύγου του, από την υποκειμενική και άλογη σκοπιά του ασυνειδήτου του. Ωστόσο, τα επί της οθόνης συμβάντα παραμένουν διφορούμενα μέχρι το τελευταίο λεπτό με αριστοτεχνικό τρόπο, αφήνοντας παντελώς θολό το τι είναι «αληθινό» και τι συνιστά απλώς μεταφορά, θέτωντας υπό αμφισβήτηση ακόμα και τη χρονική αλληλουχία των εικονιζόμενων γεγονότων, καλώντας εν τέλει τον θεατή ν’ αποφασίσει μόνος του σχετικά με τη γραμμικότητα ή μη της αφήγησης.
    Σε βαθύτερο επίπεδο, η εν λόγω ερμηνεία της πλοκής συνεργάζεται με το λάιτ μοτίφ της γυναίκας-αράχνης, με τον μονόλογο του Άνταμ στο αμφιθέατρο (περί ιστορικών μοτίβων τα οποία επαναλαμβάνονται στο πέρασμα του χρόνου) και με την εξαιρετικής σύλληψης τελευταία σκηνή, ώστε να λειτουργήσει ως ένα σχόλιο επάνω στη διαχρονική αποτυχία ενός πολυγαμικού ανθρώπου να δεσμευτεί στις πνιγηρές οικογενειακές συμβάσεις του αστικού βίου, στο πλαίσιο μίας ατομικιστικής κουλτούρας απομόνωσης και έμφυλων ανταγωνισμών. Οι συντελεστές ωστόσο δεν κατορθώνουν να εμφυσήσουν στο εγχείρημα το βάθος του – περισσότερο πολυεπίπεδου – έργου του Σαραμάγκου, καταλήγοντας απλώς σ’ ένα κρυπτογραφημένο ψυχολογικό πορτραίτο που αφορά μερίδα μόνο του κοινού. Ακόμα κι έτσι, πάντως, η μελετημένη ανοιχτότητα του περιεχομένου σε ερμηνείες προσδίδει στην ταινία μία γοητεία ακαταμάχητη.
    Όσον αφορά τη φόρμα του, το φιλμ αποτελεί επίτευγμα. Η φωτογραφία και η καλλιτεχνική διεύθυνση καταφέρνουν να απεικονίσουν την τσιμεντένια μεγαλούπολη ως έναν ασφυκτικά μοντερνιστικό λαβύρινθο από απρόσωπα, γιγάντια, πανομοιότυπα κτήρια-κύβους, λουσμένα διαρκώς σε νοσηρές, ξεπλυμένες αποχρώσεις σέπιας, μία καφκική παγίδα χωρίς έξοδο διαφυγής. Οι αμήχανες σιωπές μεταξύ των ψυχικά απομακρυσμένων χαρακτήρων, η εξαιρετική διπλή ερμηνεία του Γκίλενχαλ, ο υπνωτιστικός ρυθμός στο πρώτο ήμισυ της διάρκειας και τα εμβόλιμα σουρεαλιστικά πλάνα απογειώνουν την απόκοσμη ατμόσφαιρα, ενώ η διαυγής οπτική υφή δεν αφήνει τον θεατή να βρει καταφύγιο πουθενά.
    Λειτουργώντας από τη μία ως αυτοτελής διασκευή του μυθιστορήματος του Σαραμάγκου, και από την άλλη ως εκμοντερνισμένη διασταύρωση του Eraserhead (1977) και της Χαμένης λεωφόρου (1997), ο μυστηριώδης Άνθρωπος αντίγραφο κατάφερε τόσο να κεντρίσει το ενδιαφέρον κοινού και κριτικών, όσο και να τοποθετήσει για τα καλά τον Βιλνέβ στον χάρτη της χολιγουντιανής παραγωγής, αποτελώντας το μεγάλο εξελικτικό βήμα της καριέρας του.