Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Κινηματογράφος: «Ερωτική επιθυμία» (2000)

ΕΡΩΤΙΚΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

«IN THE MOOD FOR LOVE»




    Πρώτο έργο της ωριμότητας ενός σύγχρονου κινηματογραφικού δημιουργού της Κίνας, διεθνώς αναγνωρισμένο και πολυβραβευμένο (υποψήφιο για τον Χρυσό Φοίνικα στο φεστιβάλ των Καννών του 2000), η Ερωτική επιθυμία – μέσα σε περίπου μία ώρα και τριανταπέντε λεπτά – κατορθώνει να μαγέψει, να ταξιδέψει, να συγκινήσει και να εκπλήξει τον θεατή, με όχημα μία τετριμμένη ιστορία. Ένας άψογα στυλιζαρισμένος καμβάς προσώπων, στιγμών και καταπιεσμένων συναισθημάτων, επικεντρωμένος στο ταραχώδες, πνιγμένο απ’ τη βροχή και την πολυκοσμία Χονγκ Κονγκ της δεκαετίας του 1960 και στο ιδιωτικό δράμα δύο χαμηλών τόνων γειτόνων: ενός δημοσιογράφου και μίας γραμματέα, οι οποίοι συνειδητοποιούν πως οι – πάντα άφαντοι από το κάδρο – σύζυγοί τους διατηρούν κρυφό δεσμό. Οι πρωταγωνιστές αναπτύσσουν μία στενή, αμφίσημη πλατωνική σχέση και αντιμετωπίζουν τον σχολιασμό από τον συντηρητικό και φλύαρο κοινωνικό περίγυρο. Αδυνατούν όμως να παρατήσουν τις μοναχικές τους ζωές, να προχωρήσουν στο επόμενο βήμα και να υποκύψουν στην έλξη τους, περιοριζόμενοι στην από κοινού αναπαράσταση φανταστικών σεναρίων λεκτικής αντιμετώπισης των συζύγων τους. Κι όταν συναντιούνται κρυφά στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, είναι για να συγγράψουν ένα μυθιστόρημα πολεμικών τεχνών – οι μόνες στιγμές όπου νιώθουν πραγματικά ευτυχισμένοι. Ο χρόνος και η απόσταση είναι που σβήνουν τελικά τον ανεκπλήρωτο πόθο, αφήνοντας μόνο το φορτίο της μνήμης να βαραίνει τον ήρωα, ξέχειλο από τα μυστικά μιας περασμένης εποχής.
    Απεγνωσμένα ο Γουόνγκ Καρ-Βάι, εγκαταλείποντας τη φρενήρη υπερκινητικότητα της κάμερας στο χέρι των παλαιότερων έργων του, προσπαθεί ξανά να συγκρατήσει την αίσθηση της φευγαλέας στιγμής, να την ακινητοποιήσει κόντρα στο ποτάμι του χρόνου αποδίδοντας τη σημασία της για τις ζωές των ηρώων… τώρα όμως το πετυχαίνει πιο όμορφα από ποτέ. Ελάχιστοι διάλογοι, λιτή μη γραμμική αφήγηση, θαυμάσια υπαινικτικές ερμηνείες από δύο ηθοποιούς-αστέρες της Άπω Ανατολής. Κυρίως, πανέμορφη φωτογραφία του Κρίστοφερ Ντόιλ σε παστέλ χρώματα και βαθιές σκιές, άνθρωποι, τοίχοι, κουρτίνες και σεξουαλικά φορτισμένα ενδύματα σε θερμές αποχρώσεις του χρυσαφένιου, του ζαφειρένιου και του σμαραγδί, γεωμετρικά αρμονικότατα κάδρα με την εικόνα σποραδικά τυλιγμένη σε καπνούς τσιγάρων ή θαμπά τζάμια, κομψά αλλά βαρυφορτωμένα ντεκόρ που πνίγουν και παγιδεύουν τους χαρακτήρες, βελούδινη και νοσταλγική συνοδευτική μουσική σε ρυθμούς βαλς και αργεντίνικου ταγκό. Όλα αυτά, μέσα από προσεγμένες και ηδονοβλεπτικές κινήσεις της κάμερας ποτισμένες με μία αύρα σχεδόν ερωτική, ατμοσφαιρικά βιντεοκλιπίστικα ιντερμέδια αργής κίνησης που διακόπτουν τη δράση για να αναδείξουν τις διασταυρούμενες στιγμές της μοναχικής και συγκρατημένης ζωής των πρωταγωνιστών. Η απώλεια και η καταπίεση οπτικοποιούνται, με το μοντάζ και το καδράρισμα να απαγορεύουν στους ήρωες να συνυπάρχουν στο ίδιο πλάνο και με τα ντεκόρ να παρεμβάλλουν εμπόδια μεταξύ τους. Πάνω απ’ όλα, έχουμε τη γοητευτική τοιχογραφία ενός άλλου τόπου και μιας άλλης εποχής, φτιαγμένης θαρρείς από νύχτα, βροχερού και κλειστοφοβικού σταυροδρομιού περαστικών εν δυνάμει εραστών, που το πεπρωμένο τους χάνεται στη δίνη της ατολμίας και των λάθος σκέψεων τη λάθος στιγμή.
    Σ’ αυτό το υπόκωφα μελαγχολικό και λυρικότατο φιλμ, όπου κάθε ματιά ή άγγιγμα έχει τη δική του σημασία, περισσότερα υπονοούνται παρά λέγονται ή απεικονίζονται ρητά. Όσο η υπνωτιστική αφήγηση συνιστά αφορμή για την ανάδειξη μιας νωχελικής οπτικοακουστικής εμπειρίας, οικοδομεί ταυτόχρονα εμμέσως στη φαντασία μας έναν φιλμικό μη-χώρο, συμπληρωματικό των επί της οθόνης δρώμενων, αυτόν των χαμένων ευκαιριών και των επιλογών που δεν έγιναν. Έναν χώρο όπου η απώλεια λαμβάνει αυθόρμητα σάρκα και οστά για να εξευμενίσει το φορτίο της μνήμης. Η ενεργός συμμετοχή του θεατή είναι απαραίτητη για την ολοκλήρωση της εμπειρίας την οποία σμίλεψε ο Καρ-Βάι. Και ο πραγματικός φιλμικός χώρος τον οποίον αντιλαμβανόμαστε ως θεατές, με τα αφύσικα πλούσια και αισθησιακά χρώματα, την προσεγμένη σκηνογραφία και την υπαινικτική σκηνοθεσία, δεν είναι σε τελική ανάλυση καμία αντικειμενική ιστορική πραγματικότητα, μα το εν λόγω υποκειμενικό κι επώδυνο φορτίο του προδομένου συναισθήματος στον νου του ήρωα.
    Το φιλμ αποτελεί μεσαίο μέρος μίας ανεπίσημης τριλογίας του σκηνοθέτη. Είχαν προηγηθεί Οι άγριές μας μέρες του 1990, ενώ ακολούθησε το πασίγνωστο 2046 του 2004.