Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Κινηματογράφος: «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» (1966)

ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΗ ΒΙΡΤΖΙΝΙΑ ΓΟΥΛΦ;

«WHO'S AFRAID OF VIRGINIA WOLF?»




    Φλύαρο αλλά δυνατό δράμα δωματίου, με κοφτερή πρόζα, εκρηκτικές ερμηνείες και σχεδόν κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Ο σκηνοθέτης Μάικ Νίκολς μεταφέρει με το κινηματογραφικό του ντεμπούτο ένα πετυχημένο θεατρικό έργο της εποχής στη μεγάλη οθόνη και με τον δυναμισμό της κάμεράς του κατορθώνει να υπερβεί τις προφανείς καταβολές του σεναρίου. Τα σποραδικά κοντινά πλάνα στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών Ρίτσαρντ Μπάρτον και Ελίζαμπεθ Τέιλορ (σύζυγοι στην ταινία αλλά και στην πραγματική ζωή), υποβοηθούμενα από την αδρή ασπρόμαυρη φωτογραφία και την κομψή χορογραφία της κάμερας καθώς παρακολουθεί τους ηθοποιούς να κινούνται, συμπληρώνουν το ακατάσχετο, βίαιο λεκτικό παραλήρημα των τεσσάρων κύριων χαρακτήρων – συμβατικών μεσοαστών του πνιγηρού ακαδημαϊκού περιβάλλοντος της Νέας Αγγλίας – κατά τη διάρκεια της μοναδικής, μα αλησμόνητης, κοινής τους νύχτας. Καθόλου τυχαία, ο φακός είναι απομακρυσμένος από τους ήρωες στις στιγμές της ηρεμίας και δυσάρεστα εγγύς στις – πολύ περισσότερες – στιγμές της συναισθηματικής καταιγίδας.
    Ο Νίκολς με αυτήν την ταινία (από κοινού με τα Μπόνι και Κλάιντ και Ο πρωτάρης της επόμενης χρονιάς) θέτει τις βάσεις για το «Νέο Χόλιγουντ» – ένα νέο ήθος και καθεστώς στην κινηματογραφική βιομηχανία των ΗΠΑ, το οποίο επικράτησε περίπου από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 ως τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Το Νέο Χόλιγουντ, σαφέστατα επηρεασμένο από το μεταπολεμικό ευρωπαϊκό σινεμά, άφηνε στην άκρη το θέαμα και τα ηθοπλαστικά διδάγματα για να προσεγγίσει τις σκοτεινότερες όψεις της σύγχρονης ύπαρξης με πάθος, τόλμη, φορμαλιστικούς πειραματισμούς και περιφρονώντας τη λογοκρισία. Στο Νέο Χόλιγουντ ο σκηνοθέτης ήταν βασιλιάς και τα στούντιο τον άφηναν ελεύθερο, παρέχοντάς του κάθε μέσο και αναμένοντας ταυτόχρονα πακτωλούς κερδών, προερχόμενων κυρίως από ένα νεανικό κοινό πανεπιστημιακής μόρφωσης, ευρωπαϊκής κινηματογραφικής παιδείας και επηρεασμένο από την αντισυμβατική αντικουλτούρα του ‘60 – ουδεμία σχέση με τον μέσο Αμερικανό θεατή της προηγούμενης γενιάς.
    Η ιστορία δεν είναι ξεχωριστή: δύο ευκατάστατα ζευγάρια με σημαντική διαφορά ηλικίας, με μόνα κοινά στοιχεία το συντηρητικό μεσοαστικό τους περιβάλλον και το γεγονός ότι οι άνδρες είναι καθηγητές στο ίδιο Πανεπιστήμιο, βιώνουν μαζί μια θυελλώδη νύχτα λεκτικού πολέμου και νοητικών παιχνιδιών, αμοιβαίων προσβολών και ψυχικής κόλασης. Διατηρώντας ως σενάριο το αυθεντικό κείμενο του θεατρικού έργου, με ελάχιστες αλλαγές, οι συντελεστές εστιάζουν την κριτική τους στις συμβάσεις του γάμου και του κοινωνικού γοήτρου, παραδίδοντας το ανάγλυφο πορτρέτο δύο πολύπλοκων, αμφίσημων ερωτικών σχέσεων, κινούμενων μεταξύ συντροφικότητας, απέχθειας και συμφέροντος. Τα δύο ευρήματα που προωθούν τη μινιμαλιστική πλοκή – η σεξουαλική αποπλάνηση και «εκπόρνευση» του νεαρού φιλόδοξου Νικ στη μεσήλικα, αλκοολική και λάγνα μέγαιρα Μάρθα ενώπιων των συζύγων τους, και η ύπαρξη (ή μη) του γιου της με τον αποτυχημένο και απαξιωμένο στα μάτια της Τζορτζ – προσδίδουν απλώς ρυθμό στην αφήγηση, καθώς η ουσία κρύβεται στις πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις των χαρακτήρων όσο ξεγυμνώνονται συναισθηματικά και αναγκάζονται να αντικρύσουν επίπονες αλήθειες για τον εαυτό τους και τον κόσμο, αποτινάσσοντας τα προσωπεία. Τις αλήθειες των αναπόφευκτων αποτυχιών, τωρινών ή μελλοντικών, των απρόσδεκτων εξαρτήσεων και των διαρκών συμβιβασμών. Αυτός ο κύριος αφηγηματικός κορμός έχει βρει δεκάδες μιμητές από τότε.
    Η ταινία σόκαρε το κοινό της εποχής με το σεξουαλικό της περιεχόμενο και το υβριστικό της λεξιλόγιο. Σήμανε την αρχή του τέλους για τον κώδικα λογοκρισίας Χέιζ, ο οποίος ήταν σε ισχύ στην κινηματογραφική βιομηχανία των ΗΠΑ από το 1930 ως το 1968, ενώ ήταν υποψήφια για δεκατρία Βραβεία Όσκαρ (κέρδισε τα πέντε). Χαρακτηριστική η ερμηνεία της Τέιλορ, αστέρα εκτιμώμενου ως τότε περισσότερο για την ομορφιά της παρά για το υποκριτικό της ταλέντο, η οποία αναγκάστηκε να παχύνει και να «κηλιδώσει» τη λαμπερή της εικόνα (κερδίζοντας με την ευκαιρία και… ένα εκατομμύριο δολάρια) για να υποδυθεί την πενηντάρα ηρωίδα.