Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

Κινηματογράφος: «Το βασίλειο των ουρανών: Director's Cut» (2006)

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ: DIRECTOR'S CUT

«KINGDOM OF HEAVEN: DIRECTOR'S CUT»




     Γαλλία, 1184. Ένας ταπεινός οπλουργός με στρατιωτική εμπειρία ονόματι Βάλιαν, αναγκάζεται από τις περιστάσεις να αναζητήσει άφεση αμαρτιών φεύγοντας από το χωριό του μετά την αυτοκτονία της συζύγου του, τον θάνατο του γιου του και τον φόνο του τοπικού ιερέα – ετεροθαλούς αδελφού του, ο οποίος εποφθαλμιούσε τη μικρή περιουσία του. Για να λυτρωθεί, ακολουθεί τον άνδρα που παρουσιάζεται ως αληθινός του πατέρας: τον ευγενή σταυροφόρο Γοδεφρείδο του Ίμπαλιν. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού προς τους Αγίους Τόπους ο Βαρόνος αποβιώνει λόγω ενός τυχαίου τραυματισμού, χρήζοντας πρώτα διάδοχό του τον Βάλιαν και αναγκάζοντάς τον να υποσχεθεί πως θα υπηρετήσει πιστά τον Βασιλιά της Ιερουσαλήμ με γνώμονα το συλλογικό καλό του λαού της περιοχής. Ο ήρωας γίνεται έτσι μέτοχος ενός οράματος επίγειας αξιοκρατίας, ανεκτικότητας και δικαιοσύνης, ενός «βασιλείου ηθικής» που πρέπει να οικοδομηθεί στην Εγγύς Ανατολή, εφόσον πιστεύει πως κάθε άνδρας είναι υποχρεωμένος να παλεύει διαρκώς για τη βελτίωση του κόσμου. Με το όραμα αυτό αναπληρώνει την πλήρη έλλειψη θρησκευτικής πίστης.
     Στην Ιερουσαλήμ ο Βάλιαν αποκτά προνόμια και γαιοκτησία ευγενούς, κερδίζει την εύνοια του λεπρού, ετοιμοθάνατου Βασιλιά Βαλδουίνου ­και την αγάπη της αδελφής του Σίβυλλας, ενώ εμπλέκεται στις διενέξεις μεταξύ των οπαδών του Στέμματος και των οπαδών των Ναϊτών: οι πρώτοι επιθυμούν διατήρηση της ειρήνης με τον Σαλαντίν, Βασιλιά των Σαρακηνών, και γαλήνια συνύπαρξη χριστιανών και μουσουλμάνων, ενώ οι δεύτεροι αναζητούν αφορμή για πόλεμο με τις αριθμητικά υπέρτερες ισλαμικές δυνάμεις, στο όνομα της στρατιωτικής δόξας και του μισαλλόδοξου θρησκευτικού δογματισμού. Η κατάσταση περιπλέκεται από το γεγονός ότι η αδελφή του Βασιλιά και ερωμένη του ήρωα είναι μητέρα του ανήλικου βασιλικού διαδόχου, ενώ έχει υποσχεθεί από καιρό γάμο στον πιο σημαίνοντα ­– αλλά και πιο φανατισμένο – Ναΐτη Ιππότη της Ιερουσαλήμ… Γρήγορα φαίνεται πως οι Σταυροφορίες δεν έχουν καμία σχέση με τον Θεό, αλλά με τον πλούτο, την προσωπική εξουσία και την πολιτική ισχύ.
     Ως προς το περιεχόμενο, ο Ρίντλεϊ Σκοτ επιλέγει για άλλη μια φορά τον τύπο της θεαματικής ιστορικής περιπέτειας για να προβάλλει τις φιλελεύθερες αντιλήψεις του (όπως έπραξε και στον Μονομάχο του 2000 και στον ­– αποτυχημένο – Ρομπέν των Δασών του 2010), προσδίδοντάς τους κατά τη συνήθειά του μία, μάλλον αστεία, μεσσιανική ποιότητα. Στο εν λόγω φιλμ όμως είναι φανερό πως ενδιαφέρεται περισσότερο να σχολιάσει αρνητικά την πολυετή αγγλοαμερικανική κατοχή του Ιράκ μετά το 2003 και τη συναφή πεντηκονταετή σύγκρουση Ισραηλινών - Παλαιστινίων, όπως θα επιχειρήσει ξανά στο κατασκοπικό θρίλερ Η πλεκτάνη του 2008. Και στις δύο ταινίες βεβαίως τα υπαρκτά πολιτικοκοινωνικά προβλήματα ανάγονται στη, μάλλον αποπροσανατολιστική και μονόπλευρη, θεωρία της «σύγκρουσης φονταμενταλισμών», η οποία φορτώνει όλα τα βάρη στη δογματική θρησκευτικότητα εκατέρωθεν και από εκεί κι έπειτα νίπτει τας χείρας της «πεφωτισμένης» Δύσης. Όπως είναι αναμενόμενο η ιστορική ακρίβεια πηγαίνει περίπατο – πέρα από ένα επιφανειακό επίπεδο πιστότητας όσον αφορά την απόδοση των μαχών, των αυλικών πρωτοκόλλων, των ενδυμάτων, των όπλων της περιόδου κλπ – και η ταινία λειτουργεί ως ένα χορταστικό υπερθέαμα που ντύνει στα μεταξωτά μία υπεραπλουστευτική σοσιαλφιλελεύθερη ρητορική.
     Ως προς τη φόρμα, ο Σκοτ δείχνει ξανά το ταλέντο του σαν μαέστρος της κάμερας και ικανός να βρίσκει πάντα το πιο αξιόλογο και ταιριαστό επιτελείο συνεργατών. Με υψηλότατες αξίες παραγωγής, έναν γιγάντιο προϋπολογισμό 130 εκατομμυρίων δολαρίων, προσεγμένη ανασύσταση εποχής και ένα εντυπωσιακό θέαμα μεγάλης κλίμακας και υψηλής αισθητικής που κερδίζει το κοινό χωρίς να καινοτομεί στο παραμικρό, ο Σκοτ μετατρέπει ένα ρυθμικό, στιβαρό σενάριο σε μία τρίωρη, επική ταινία με θέμα τους θρησκευτικούς πολέμους. Τα γυρίσματα έγιναν στο Μαρόκο, όπου ένα αντίγραφο της μεσαιωνικής Ιερουσαλήμ οικοδομήθηκε καταμεσής της ερήμου, αλλά και στα ισπανικά Πυρηναία όρη. Η ατμοσφαιρική φωτογραφία εντυπωσιάζει, η μουσική ενισχύει την αφήγηση συνθέτοντας ανατολίτικα και ορχηστρικά στοιχεία, ενώ οι αιματηρές σκηνές μάχης είναι μετρημένες, μακάβριες και άψογα συντονισμένες. Οι ερμηνείες ικανοποιούν, με ορισμένες μόνο να ξεχωρίζουν, αν και ο Ορλάντο Μπλουμ στον ρόλο του πρωταγωνιστή φαίνεται κάπως ανεπαρκής.
     Η ιστορία αξιοποιεί όλα τα κλισέ του αρχετυπικού μυθικού ήρωα, από την απρόθυμη ανάληψη της αποστολής στο προοίμιο ως την επιστροφή στην πατρίδα κατά το φινάλε με τον πρωταγωνιστή πιο ώριμο και βέβαιο για τον εαυτό του, προκειμένου να αφηγηθεί τη μεταμόρφωση του Βάλιαν από ταπεινό χωρικό της ευρωπαϊκής ενδοχώρας σε λαϊκό ήρωα εξωτικών, πλούσιων τόπων. Οι χαρακτήρες αναπτύσσονται επαρκώς και διαθέτουν σαφή κίνητρα, οι ίντριγκες της πλοκής είναι ρεαλιστικές και κρατούν τον θεατή σε αγωνία, ενώ εξαιρετικά τεταμένες σκηνές, όπως η αναμέτρηση του λεπρού Βαλδουίνου (ενός άψογου Έντουαρντ Νόρτον, μονίμως κρυμμένου πίσω από μία ασημένια μάσκα) με τον Ρεϊμόνδο, ή η τελική πολιορκία της Ιερουσαλήμ από τους Σαρακηνούς, ο πύρινος βομβαρδισμός της και η παράδοσή της στον Σαλαντίν, διαδέχονται η μία την άλλη. Τα ενδιαφέροντα ηθικά διλήμματα αφορούν κυρίως την ακεραιότητα μπροστά στους πειρασμούς της εξουσίας, αλλά παρουσιάζονται μάλλον υπέρ του δέοντος απλουστευτικά και οδηγούν σε ένα ύποπτα διδακτικό φινάλε: ο πρωταγωνιστής αντιλαμβάνεται πως το πραγματικό «βασίλειο ηθικής» κρύβεται στο μυαλό και στην καρδιά του κάθε ανθρώπου, στις καθημερινές επιλογές του καθενός.
     Ο Σκοτ έξυπνα μοιράζει τους ρόλους των «ενάρετων» και των «διεφθαρμένων» και στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα, των χριστιανών και των μουσουλμάνων, αλλά βεβαίως οι «κακοί» είναι εξαιρετικά κακοί ενώ οι «καλοί» συνήθως εξαιρετικά καλοί… Ως αποτέλεσμα σε ορισμένες σκηνές φλερτάρουν επικίνδυνα με την καρικατούρα. Εξαίρεση ίσως αποτελεί η Σίβυλλα, σε ρόλο μοιραίας γυναίκας, της οποίας η απρόβλεπτη φύση και σταδιακή κατάδυση στην αυτοκαταστροφή μετά την τυχαία εύρεση της θανατηφόρας ασθένειας του γιου της αποδίδονται όμορφα, και ο Ρεϊμόνδος, τον οποίον ο σεναριογράφος είναι φανερό πως έχει προσπαθήσει να περιγράψει ως θύμα του χαρακτήρα του – περισσότερο όμως σαν μια ενσάρκωση του αρχέγονου χάους παρά σαν πραγματικό άνθρωπο.
     Η ταινία διανεμήθηκε αρχικά στις κινηματογραφικές αίθουσες το 2005, περικομμένη κατά 45 λεπτά και έχοντας μονταριστεί κατ’ εντολή του στούντιο σε μία συνήθη ιστορική περιπέτεια δράσης, τελείως ανεπαρκή σεναριακά και με προβληματική ανάπτυξη χαρακτήρων, ρυθμό και αφηγηματική ροή. Μετά τις απανωτές αρνητικές κριτικές και την εμπορική αποτυχία στις ΗΠΑ, κυκλοφόρησε το επόμενο έτος σε εκδόσεις οικιακού κινηματογράφου η επίσημη εκδοχή του σκηνοθέτη, το εν λόγω Directors Cut, ως η «ορθή» έκδοση της ταινίας.