Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Κινηματογράφος: «Ο νεκρός» (1995)

Ο ΝΕΚΡΟΣ

«DEAD MAN»



     Ένα ατμοσφαιρικότατο διαμάντι του ανεξάρτητου αμερικανικού σινεμά, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Τζιμ Τζάρμους, Ο νεκρός είναι ένα μυσταγωγικό ταξίδι στο πολιτισμικό ασυνείδητο της νεωτερικής Δύσης, αιθέριο και λυρικό, μια ελεγεία για την παρακμή του σύγχρονου κόσμου με τη φόρμα του ποιητικού νεογουέστερν. Η ιστορία μοιάζει προσχηματική: ο Ουίλιαμ Μπλέικ, ένας λογιστής από το Κλήβελαντ του 19ου αιώνα που υποδύεται θαυμάσια ο Τζόνι Ντεπ, ταξιδεύει με το τραίνο δυτικά, σε μια βιομηχανική συνοριακή πόλη ονόματι «Μηχανή» προς αναζήτηση εργασίας. Εκεί συναντά την πρώην πόρνη Θελ, της οποίας ο φίλος τούς πιάνει στο κρεβάτι. Ο Μπλέικ αναγκάζεται να αφεθεί στην αγριότητα του τοπίου, με μια σφαίρα καρφωμένη στο στήθος και κατηγορούμενος για διπλό φόνο.
    Τον ακολουθούν σκληροί κυνηγοί κεφαλών, ενώ το ταξίδι του αυτό, παρέα με έναν εκκεντρικό, μεγαλόσωμο ερημίτη Ινδιάνο με παιδεία λευκού που αυτοαποκαλείται Κανένας και θεωρεί τον Μπλέικ μετενσάρκωση του διάσημου ομώνυμου ποιητή, μοιάζει με μια εκτεταμένη σκηνή θανάτου, όπου ο ήρωας μετατρέπεται εκούσια σε πιόνι της μοίρας. Κατά την πορεία τους προς τον ωκεανό, όπου ο Κανένας σκοπεύει να απελευθερώσει το φυλακισμένο πνεύμα του Μπλέικ με μια ινδιάνικη νεκρώσιμη τελετουργία, συναντούν έναν βάρβαρο κόσμο αποσύνθεσης, βίας και χάους, φερμένο απ’ τους λευκούς εποίκους, σε αντιδιαστολή με τον εκλεπτυσμένο, ευγενικό και πιο φυσικό τρόπο ζωής των γηγενών της Βορείου Αμερικής.
    Με φόντο μία απόκοσμη, σουρεαλιστική εκδοχή της Άγριας Δύσης και με τελικό προορισμό τον θάνατο, αυτό το ψυχεδελικό νεογουέστερν ανατρέπει τα αφηγηματικά στερεότυπα της Μεγάλης Αμερικανικής Δύσης και τοποθετεί τον πρωταγωνιστή σε μια πορεία συμφιλίωσης με τη φύση, με τις αλήθειες της ζωής, με τον ίδιο τον κόσμο. Οι διάσπαρτες μυθικές αναφορές από όλο το εύρος του δυτικού πολιτισμού, οι αναχρονισμοί, οι ευρηματικές γωνίες λήψης, ο νωχελικός ρυθμός, η ανάμειξη των αφηγηματικών ειδών, οι εκκεντρικοί χαρακτήρες, το ειρωνικό χιούμορ και η ενσυνείδητη υπονόμευση των συμβάσεων του κλασικού γουέστερν οδηγούν σε μία καθολική υπέρβαση του τελευταίου από τη σκοπιά της μεταμοντέρνας παρωδίας. Η υποβλητική ασπρόμαυρη φωτογραφία των αδρών φωτοσκιάσεων μοιάζει να απογυμνώνει ήρωες και τοπία βγαλμένα από εικονογραφίες της Κόλασης, ώστε να εκθέσει στον θεατή γυμνή την ουσία τους. Οι παραισθητικές σκηνές, εκπληκτικά ντυμένες με τους άναρχους, ηλεκτρικούς ήχους της μινιμαλιστικής μουσικής επένδυσης του Νιλ Γιανγκ, γεμάτους σκόρπια απόγνωση και μελαγχολία, απογειώνουν το φιλμ, το πεντάστερο καστ (Τζόνι Ντεπ, Τζον Χαρτ, Γκάμπριελ Μπάιρν, Λανς Χένρικσεν, Μπίλι Μπομπ Θόρντον, Ίγκυ Ποπ και ο θρυλικός Ρόμπερτ Μίτσαμ στον τελευταίο του ρόλο) υποστηρίζει άψογα το εγχείρημα, ενώ το βασισμένο σε σβησίματα μοντάζ μεταστρέφει δημιουργικά την αφήγηση σε ένα μεταμοντέρνο, θραυσματικό κολάζ από επεισόδια-βινιέτες, θαρρείς κατά τύχη χρονικά διατεταγμένα. Στόχος όλων των ανωτέρω, η με κάθε τρόπο ανάδειξη του βαθιά συμβολικού κινηματογραφικού σύμπαντος του Τζάρμους, μέσω μίας ατμόσφαιρας ονειρικής και συνάμα τελετουργικής.
    Σε επίπεδο περιεχομένου, παρακολουθούμε την άνιση σύγκρουση του προνεωτερικού, περισσότερο φυσικού κόσμου των Ινδιάνων με τον νεωτερικό κόσμο των λευκών, της εκβιομηχάνισης, του καπιταλισμού και της θεσμοποιημένης βαρβαρότητας, στην καρδιά μιας μεταβατικής εποχής. Το σενάριο υποστηρίζει σθεναρά μία μεταποικιοκρατική θέση, όπου η ευρωκεντρική αφήγηση της προόδου μέσω των ορθολογιστικών και μηχανιστικών παραδοχών του Διαφωτισμού τίθεται σε αμφισβήτηση. Ο πρωταγωνιστής, καθόλου τυχαία αφελής και λογιστής στο επάγγελμα, αντικαθιστά την ποίηση του – μυστικιστή και ρομαντικού – διάσημου συνωνόματού του με την «ποίηση του αίματος», πυροδοτώντας ακούσια έναν κύκλο αναίτιας βίας μέχρι να παραδοθεί ο ίδιος στον θάνατο, αφήνοντας πίσω ερείπια. Ενσαρκώνει τον ίδιο τον πολιτισμό μας που ψυχορραγεί, μοιάζει να μας λέει ο Τζάρμους σαν τυπικός μεταμοντέρνος επικριτής του. Η επιστημολογία του εκφράζεται και με τη σύγχυση των ταυτοτήτων: για τον Κανένα, ο πρωταγωνιστής είναι ο ποιητής Ουίλιαμ Μπλέικ, αυτή είναι η δική του αλήθεια, σε βαθμό που τελικά την οικειοποιείται και ο ίδιος ο Μπλέικ. Η εν λόγω σύγχυση προικίζει κατά κάποιον τρόπο τον πρωταγωνιστή και με ευγενή καταγωγή, μετατρέποντάς τον σε καμπελιανό μυθικό ήρωα. Έτσι, από μία σκοπιά, η ταινία εκφράζει το ταξίδι ενός ήρωα προς την αυτογνωσία διαμέσου μιας πνευματικής και γεωγραφικής ερημιάς γνήσια αμερικανικής – μια αμερικανική οδύσσεια.
    Η εισαγωγή του φιλμ, σχεδόν μια αυτοτελής ταινία μικρού μήκους, αξίζει ιδιαίτερη αναφορά. Ο πρωταγωνιστής ταξιδεύει με τραίνο από το πολιτισμένο Κλήβελαντ προς την Άγρια Δύση και, στο πέρασμα αρκετών σκηνών, οι εκάστοτε συνεπιβάτες του μοιάζουν όλο και πιο απολίτιστοι, όλο και πιο βάρβαροι και κακοντυμένοι, ώσπου λίγο πριν φτάσει στον προορισμό του αρχίζουν μαζικά να πυροβολούν βουβάλια από τα παράθυρα σαν μανιασμένοι. Έτσι, το νεωτερικό ιδεολόγημα της προόδου εκτίθεται ως μία ψευδής αφήγηση που συγκαλύπτει τον θάνατο. Η σταδιακή μετατροπή του Μπλέικ σε ψυχρό δολοφόνο και το αργό του σβήσιμο δίνουν επίσης την αφορμή για ορισμένες σκηνές εκπληκτικής δύναμης, όπως ο φόνος των δύο σερίφηδων, η παραισθητική, πρώτου προσώπου περιπλάνησή του στο ινδιάνικο χωριό και ο τελικός απόπλους του στον ωκεανό – έναν μοντέρνο, απέραντο Αχέροντα του Νέου Κόσμου.
    Ο νεκρός αποτέλεσε καμπή στην καριέρα του Τζάρμους, συμπυκνώνοντας και εξυψώνοντας όλα τα χαρακτηριστικά της σκηνοθετικής του ματιάς σε ένα σκηνικό πολύ διαφορετικό από τα περιβάλλοντα αστικής παρακμής των προηγούμενων ταινιών του, αλλά και του Ντεπ, ο οποίος μέχρι τότε ακόμα πάλευε να αναγνωριστεί ως χολιγουντιανός ηθοποιός αξιώσεων. Το φιλμ κατάφερε να φέρει σε αμηχανία την πλειονότητα των κριτικών της εποχής και να αποτύχει εμπορικά, παρά τη θερμή υποδοχή του στο φεστιβάλ των Καννών του 1995. Με τον καιρό επανεκτιμήθηκε ως εξίσου σημαντικός σταθμός για το κινηματογραφικό γουέστερν, όσο ο Ματωμένος μεσημβρινός – επίσης μία μεταμοντέρνα παρωδία του είδους – για το λογοτεχνικό.