Κινηματογράφος: Ο Άνθρωπος Ελέφαντας (1980, «The Elephant Man»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)
Κινηματογράφος: Μπλε βελούδο (1986, «Blue Velvet»)
Κινηματογράφος: Ατίθαση καρδιά (1990, «Wild at Heart»)
Κινηματογράφος: Χαμένη λεωφόρος (1997, «Lost Highway»)
Κινηματογράφος: Οδός Μαλχόλαντ (2001, «Mulholland Drive»)
==> Κινηματογράφος: INLAND EMPIRE (2006, «INLAND EMPIRE») <==
Κινηματογράφος: Οι ταινίες μικρού μήκους του Ντέιβιντ Λιντς (1966 - 1968 - 1970 - 1974 - 1988 - 1996 - 2002 - 2002 - 2002 - 2007 - 2010)
Κινηματογράφος: Οι ταινίες μικρού μήκους του Ντέιβιντ Λιντς (1966 - 1968 - 1970 - 1974 - 1988 - 1996 - 2002 - 2002 - 2002 - 2007 - 2010)
INLAND EMPIRE
«INLAND EMPIRE»
Τέταρτο
και τελευταίο φιλμ του Ντέιβιντ Λιντς
από την τρίτη περίοδο του κινηματογραφικού
του έργου (από το προοίμιο του Υπόπτου
κόσμου του Τουίν Πικς
κι έπειτα) – εξαιρώντας τη «συμβατική»
Αληθινή ιστορία
–, δεν έχει την επιτυχία των προηγούμενων
τριών αλλά σίγουρα προωθεί σε νέα,
αδιανόητα άκρα τις μεθόδους και τις
εμμονές του Αμερικανού σκηνοθέτη και
σεναριογράφου, αντικαθιστώντας παράλληλα
ορισμένες σταθερές των ταινιών του με
νέες, δοκιμαζόμενες ιδέες και τεχνικές.
Φαίνεται πως ο Λιντς και οι τακτικοί
συνεργάτες του (όπως η επί δεκαπενταετία
μοντέρ και πρώην σύζυγός του Μαίρη
Σουίνι – εδώ και συμπαραγωγός), έχοντας
τελειοποιήσει οριστικά το ύφος τους με
την Οδό Μαλχόλαντ,
αποφασίζουν να αλλάξουν ορισμένα
πράγματα, να εγκαταλείψουν κάποια και
να εφεύρουν άλλα, υποδεχόμενοι αισιόδοξα
τον νέο αιώνα αλλά παραμένοντας πιστοί
στη βασική συνταγή των προηγούμενων 15
ετών: κατακερματισμένη και μη γραμμική
αφήγηση, θρυμματισμένες και εναλλασσόμενες
ταυτότητες, διαπλεγμένοι υποκειμενικοί
κόσμοι, πρωταγωνιστές στα όρια της
ψύχωσης.
Αυτή τη φορά το εύρημα
της Χαμένης
λεωφόρου και
της Οδού Μαλχόλαντ
δεν ισχύει πια.
Αντί για έναν φανταστικό και έναν
πραγματικό κόσμο οι οποίοι παρουσιάζονται
στον θεατή ως εξίσου αληθινοί, ώσπου ο
φανταστικός καταρρέει διαβρωνόμενος
από το παράλογο και το εφιαλτικό στοιχείο
(παραλλαγή της μη εμφανούς διάκρισης
μεταξύ αληθινού κόσμου και κόσμου του
ασυνειδήτου, στις πρώτες δύο περιόδους
της λυντσικής φιλμογραφίας), έχουμε
τώρα έναν καθαρά μεταμοντέρνο, αξεδιάλυτο
ιστό στιγμών και ψυχικών καταστάσεων
πλήρους υποκειμενισμού, χωρίς
συγκεκριμένες, ευδιάκριτες σκηνές
«μετάβασης» ή «μεταμόρφωσης» – οι
εναλλαγές ταυτοτήτων, πραγματικοτήτων
και υποπλοκών συμβαίνουν συνεχώς και
απροειδοποίητα μετά την πρώτη από τις
τρεις ώρες διάρκειας της ταινίας. Πριν
από το μέσο του φιλμ, η αφήγηση έχει
ενδοραγεί σε ένα αχανές, αχαρτογράφητο
σύμπλεγμα αποσπασματικών και
επαναλαμβανόμενων επεισοδίων το οποίο
απεικονίζει τις περιπλανήσεις του νου
της ηρωίδας κατά τη διάρκεια των
συναισθηματικών της μεταβολών, χωρίς
καμία χωροχρονική σύμβαση ή ίχνος
αντικειμενισμού να διατηρείται. Για
πρώτη φορά όλη η ταινία μοιάζει να
εκτυλίσσεται στον μη-χώρο του ασυνειδήτου,
αφορώντας θεματικά τις ψευδαισθήσεις που εκτρέφει η βιομηχανία του
Χόλιγουντ, κατασκευάζοντας ταυτότητες
και πλαστές εικόνες του εαυτού σε έναν
κόσμο υπέρτατης κοινωνικής ανισότητας
– οι νύχτες του Λος Άντζελες αποτελούν
καταφύγιο της εξαθλίωσης, χώρο αστέγων
και κακοποιούμενων ιερόδουλων. Εκεί
είναι που η έκπτωτη, ετοιμοθάνατη
πρωταγωνίστρια φτύνει αίμα στο πεζοδρόμιο
με τις υπογραφές των αστέρων, αποτελώντας
το αλληγορικό μέσον με το οποίο ο Λιντς
φτύνει κατάμουτρα την ίδια τη βιομηχανία
της διασκέδασης.









