Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Βιντεοπαιχνίδι: «Beneath a Steel Sky» (1994)

BENEATH A STEEL SKY


«BE VIGILANT. BE ALERT...» – Επίσημο σύνθημα της Γιούνιον



    Το 1994 το βρετανικό στούντιο παραγωγής ηλεκτρονικών παιχνιδιών Revolution κυκλοφόρησε το δεύτερο εγχείρημά του, το επιτυχημένο γραφικό adventure Beneath a Steel Sky, μια διετία ύστερα από την προηγούμενη προσπάθειά του ονόματι Lure of the Temptress. Το φάνταζυ σκηνικό του τελευταίου αντικαταστάθηκε στο νέο παιχνίδι από ένα υβρίδιο μεταποκαλυπτικής και κυβερνοπάνκ μυθοπλασίας, με επιρροές από γνωστά δυστοπικά αφηγηματικά έργα όπως τα μυθιστορήματα 1984 (1949) και Θαυμαστός καινούργιος κόσμος (1932), ή οι ταινίες Μετρόπολις (1927) και Μπραζίλ (1985). Το Beneath a Steel Sky ήταν διαθέσιμο για δύο υπολογιστικές πλατφόρμες (PC και Amiga), απέσπασε διθυραμβικές κριτικές και χαρακτηριζόταν από σχεδόν τετραπλάσια διάρκεια σε σχέση με τον σύντομο προκάτοχό του. H μηχανή παιχνιδιού ονόματι «Virtual Theatre», σχεδιασμένη αρχικά για το Lure of the Temptress, εδώ εξελίχθηκε περαιτέρω επιτρέποντας τον εύκολο και διαισθητικό χειρισμό από τον παίκτη – μέσω αποκλειστικά του ποντικιού – ενός χαρακτήρα σε ένα δυναμικό περιβάλλον με διδιάστατα ζωγραφιστά γραφικά 256 χρωμάτων και πλάγια απεικόνιση τρίτου προσώπου, ρεαλιστική κίνηση, δεκάδες λογικά αλληλοσυνδεδεμένες τοποθεσίες και NPC με αληθοφανείς ρουτίνες περιοδικής, αυτόνομης μετακίνησης και αλληλεπίδρασης, ανεξαρτήτως των δράσεων του παίκτη! H Revolution εισήχθη έτσι στη λίστα των σημαντικών κατασκευαστών adventure, πριν σημαδέψει οριστικά τον χώρο με το εξαιρετικά επιτυχημένο και δημοφιλές Broken Sword του 1996, στηριγμένο στην επόμενη έκδοση του Virtual Theatre.
    Στην πραγματικότητα το Beneath a Steel Sky είναι ένα μέσης ποιότητας, διάρκειας και δυσκολίας αντιπροσωπευτικότατο δείγμα της κατηγορίας του και της εποχής του. Παρά το ζοφερό μελλοντικό σκηνικό και το κλίμα παράνοιας, το παιχνίδι είναι πλημμυρισμένο από χιούμορ, θερμές καρικατούρες της καθημερινότητας ως χαρακτήρες, αστείες καταστάσεις και κωμικές αναφορές στην παροντική λαϊκή κουλτούρα της Δύσης. Η επιλογή αυτή των σχεδιαστών λειτουργεί ως δίκοπο μαχαίρι: από τη μία «συγχρονίζει» τον τίτλο με την επικρατούσα μόδα στα adventure κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1990 (εμβόλιμα χιουμοριστικά στοιχεία και διάσπαρτα αστεία σε ένα καρτουνίστικο περιβάλλον) – στο πρότυπο των κινηματογραφικής αίσθησης κωμικών επιτυχιών της εταιρείας Lucas Arts, όπως το Maniac Mansion (1987), το Zak McKracken and the Alien Mindbenders (1988), το Secret of Monkey Island  (1990), το Monkey Island 2: LeChucks Revenge (1991), το Day of the Tentacle (1993) και το Sam and Max Hit the Road (1993) – ενώ από την άλλη αναιρεί το μεταποκαλυπτικό και κυβερνοπάνκ σκηνικό υποσκάπτοντας τη βαρύτητά του. Αν ο στόχος ήταν μία μεταμοντέρνα σάτιρα των ποπ δυστοπιών, όπου τα κλισέ του παρωδούμενου αφηγηματικού συστατικού ταυτοχρόνως αναδεικνύονται μέσω της υπερβολής και της καλοπροαίρετης διακωμώδησής τους σε μία εσκεμμένη και αυτοαναφορική ανάμειξη των ειδών, τότε η συνταγή μάλλον απέτυχε διότι από το μείγμα λείπει η ισορροπία και το τελικό αποτέλεσμα πάσχει από αθεράπευτη κρίση ταυτότητας.

Κινηματογράφος: «Βρικόλακες» (1998)




     Οι βρικόλακες ζουν ανάμεσά μας. Κρυμμένοι στα περιθώρια της κοινωνίας, αιωνόβιοι, κινούμενοι σε μικρές ομάδες και με θανατηφόρα ευαισθησία στο φως του Ήλιου, κατορθώνουν επί αιώνες να κρύβουν την ύπαρξή τους από την Ανθρωπότητα παρά τη φονική τους διατροφική ανάγκη για αίμα. Μονάχα η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία γνωρίζει την αλήθεια, εφόσον μία μυστική θρησκευτική τελετή εξορκισμού που πήγε στραβά υπήρξε κάποτε υπεύθυνη για τη γέννησή τους, στην Ευρώπη του ύστερου Μεσαίωνα. Από τότε το Βατικανό συντηρεί κρυφές, ολιγάριθμες ομάδες μισθοφόρων στην Ευρώπη και στην Αμερική, καταλλήλως εξοπλισμένες για την ανίχνευση και εξόντωση βρικολάκων. Ο Τζακ Κρόου (Τζέιμς Γουντς), αδίστακτος, τραχύς και έμπειρος κυνηγός κεφαλών, είναι ο αρχηγός της βορειοαμερικανικής ομάδας και λογοδοτεί απευθείας στην Εκκλησία. Η συνάντησή του όμως με τον Βάλεκ στο Νέο Μεξικό, τον γηραιότερο και πιο ισχυρό βρικόλακα, οδηγεί στον βίαιο αποδεκατισμό της ομάδας του και στην έναρξη μίας νέας αναμέτρησης: υποπτευόμενος πως κάποιος τους έχει προδώσει, ο Κρόου πρέπει τώρα να εμπιστευτεί τον παλιό του συνεργάτη Μοντόγια (Ντάνιελ Μπάλντουιν) – μοναδικό επιζώντα της παλιάς ομάδας – έναν ιερέα-λόγιο και μία πόρνη δαγκωμένη από τον Βάλεκ (Σέρυλ Λη), με μόνο ελάχιστες ημέρες ζωής προτού μεταμορφωθεί και η ίδια σε βαμπίρ, προκειμένου να εντοπίσει πριν από εκείνον ένα παμπάλαιο τελετουργικό τεχνούργημα, ικανό να αλλάξει για πάντα την ισορροπία μεταξύ ανθρώπων και βρικολάκων…
     Αξιοπρεπής ταινία δράσης και τρόμου από τον Τζον Κάρπεντερ, εμπνευσμένη ίσως από την επιτυχία του Από το σούρουπο ως την αυγή (1996), κάτω όμως του καλλιτεχνικού πήχη τον οποίον ο ίδιος είχε θέσει κατά τη δεκαετία του 1980. Με σφιχτή πλοκή στηριγμένη σε μυθιστόρημα του 1990, καλό ρυθμό και όμορφα, λαμπερά πλάνα της ηλιόλουστης βορειοαμερικανικής ερήμου, οι Βρικόλακες είναι κατ’ ουσίαν ένα σύγχρονο σπαγγέτι γουέστερν με στοιχεία σκοτεινού φάνταζυ – επίσης, άλλος ένας φόρος τιμής του δημιουργού στη φιλμογραφία του Χάουαρντ Χοκς. Καθόλου τυχαία ο Κάρπεντερ ανέλαβε μεν το εγχείρημα κατ’ εντολή χολιγουντιανού στούντιο, αλλά συγχώνευσε και τροποποίησε σημαντικά τα δύο εναλλακτικά σενάρια τα οποία του είχαν παραδοθεί, ώστε να χαράξει το δικό του στίγμα στο έργο. Οι βρικόλακες εδώ είναι – εσκεμμένα – παντελώς μονοδιάστατα τέρατα ενδιαφερόμενα μόνο για τον επόμενο φόνο που θα διαπράξουν, αλλά οι άγριοι και σεξιστές αντιήρωες διώκτες τους με τον βίαιο και εγκληματικό χαρακτήρα στην πραγματικότητα δεν διαφέρουν πολύ. Ο σκηνοθέτης στήνει όμορφα και ατμοσφαιρικά στατικά κάδρα, πνιγμένα στο φως της ερήμου αντί για την αγαπημένη του σκοτεινιά, αξιοποιεί πλίνθινα χωριά ως σκηνικά και συνθέτει ταιριαστή μουσική πλουσιότερη από το σύνηθες – κιθαριστική με μπλουζ χροιά – όχι όμως ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη.

Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Κινηματογράφος: «Απόδραση από το Λος Άντζελες» (1996)




     2013. Οι ΗΠΑ είναι μία νεοσυντηρητική θεοκρατική χώρα, κυβερνώμενη αυταρχικά από έναν ισόβιο Πρόεδρο στηριγμένο στην κρατική καταστολή. Το Λος Άντζελες, ύστερα από τον καταστρεπτικό σεισμό του 2000, έχει ισοπεδωθεί, έχει αποκοπεί από την ενδοχώρα της Καλιφόρνια και έχει μετατραπεί σε νησί-φυλακή, όπου η κυβέρνηση εξορίζει ως εγκληματίες όσους παραβαίνουν τον νόμο ή τον αυστηρό ηθικό κώδικα  και τους κανόνες πολιτικής ορθότητας του θρησκευόμενου Προέδρου: άθεοι, μουσουλμάνοι, πόρνες, χρήστες ψυχοτρόπων ουσιών, καπνιστές και κρεατοφάγοι. Εκεί οι κατάδικοι ζουν ανεπιτήρητοι, διασπασμένοι σε αντίπαλες συμμορίες και χωρίς δυνατότητα διαφυγής. Ο πάλαι ποτέ βετεράνος των Ειδικών Δυνάμεων Σνέικ Πλίσκεν (Κερτ Ράσελ) έχει συλληφθεί για άλλη μια φορά και καταλήγει έτοιμος για μεταφορά στο Λος Άντζελες, μα ο ίδιος ο Πρόεδρος τον στρατολογεί με μία προσφορά: θα λάβει πλήρη χάρη αν διεισδύσει στην κατεστραμμένη πόλη, ανακτήσει ένα μυστικό υπερόπλο το οποίο έχει καταπέσει στο νησί και το επιστρέψει στις Αρχές των ΗΠΑ.
     Το όπλο δεν είναι παρά το τηλεχειριστήριο για ένα παγκόσμιο δίκτυο στρατιωτικών τεχνητών δορυφόρων (με κωδικό όνομα «Δαμόκλειος Σπάθη»), ικανό να πλήξει οποιαδήποτε περιοχή του πλανήτη με ηλεκτρομαγνητικό παλμό και να καταστρέψει άμεσα κάθε ηλεκτρονική συσκευή στην εμβέλειά του, ενώ η κλοπή του οφείλεται στην ίδια την κόρη του προέδρου (ονόματι… Ουτοπία) όταν αυτή προσηλυτίστηκε στις ιδέες του Κουέρβο Τζόουνς, αυταρχικού Περουβιανού αντάρτη και αρχισυμμορίτη του Λος Άντζελες. Ο Τζόουνς σκοπεύει να αξιοποιήσει τη Δαμόκλειο Σπάθη ώστε να καταστρέψει τον αμυντικό μηχανισμό των ΗΠΑ, διευκολύνοντας έτσι μία επικείμενη εκδικητική εισβολή λατινοαμερικανικών χωρών του Γ’ Κόσμου στη Β. Αμερική, αλλά ο Πλίσκεν δεν έχει ούτε τη διάθεση ούτε την πολυτέλεια να επιλέξει στρατόπεδο: οι υπάλληλοι του Προέδρου τον μολύνουν με έναν θανατηφόρο ιό και υπόσχονται να του δώσουν το αντίδοτο μόνο αν ανακτήσει με επιτυχία το τηλεχειριστήριο μες στις επόμενες δέκα ώρες…

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

Κινηματογράφος: «Στο στόμα της τρέλας» (1994)




     Ο Τζον Τρεντ (Σαμ Νηλ) είναι ιδιώτης ερευνητής ασφαλειών, με ταλέντο στον εντοπισμό απατών για λογαριασμό του εκάστοτε πελάτη του – ασφαλιστικών εταιρειών κυρίως. Ένα μεσημέρι δέχεται παρ’ ολίγο δολοφονική επίθεση με τσεκούρι, στο κέντρο της Νέας Υόρκης, από έναν άγνωστό του μεσήλικα, ο οποίος αποδεικνύεται πως ήταν ο ατζέντης του διασημότερου σύγχρονου συγγραφέα τρόμου: του Σάτερ Κέιν (Γιούργκεν Πρόχνοφ). Καθώς ο Κέιν έχει εξαφανιστεί εδώ και μήνες χωρίς να έχει αποστείλει στον εκδοτικό του οίκο το πολυαναμενόμενο χειρόγραφο του τελευταίου του μυθιστορήματος (με τίτλο… «Στο στόμα της τρέλας»!), ο εκδότης του (Τσάρλτον Ίστον) προσλαμβάνει τον Τρεντ και του αναθέτει να εντοπίσει τον εκκεντρικό συγγραφέα. Ταυτόχρονα, βίαιες ταραχές ξεσπούν σποραδικά στα μεγάλα βιβλιοπωλεία των ΗΠΑ όσο οι οπαδοί του Κέιν δυσφορούν με τις συνεχείς καθυστερήσεις του νέου του βιβλίου – η λογοτεχνία του έχει την τάση να επηρεάζει ορισμένους αναγνώστες και να τους ωθεί στη βία. Ο Τρεντ, ερευνώντας την υπόθεση, συνειδητοποιεί πως τα εξώφυλλα των μυθιστορημάτων του Κέιν σχηματίζουν έναν χάρτη της Νέας Αγγλίας και υποδεικνύουν τη μικρή πόλη στην οποία ο συγγραφέας κρύβεται, μια πόλη η οποία δεν θα έπρεπε να υπάρχει στον πραγματικό κόσμο αφού δεν είναι παρά το αποκρουστικό σκηνικό κοσμικού τρόμου όπου εκτυλίσσονται τα περισσότερα μυθιστορήματά του: το Χομπς Εντ. Πεπεισμένος πως πρόκειται για απάτη και για διαφημιστικό κόλπο του εκδοτικού οίκου, αποφασίζει να ταξιδέψει στο Χομπς Εντ – με τη συνοδεία της επιμελήτριας του Κέιν (Τζούλι Κάρμεν), κατ’ εντολή του εκδότη του –, να αποκαλύψει την πλεκτάνη και να ανακτήσει το χαμένο χειρόγραφο…
     Ο Τζον Κάρπεντερ επιστρέφει σκηνοθετικά, για τελευταία φορά σε πλήρη φόρμα, έξι χρόνια μετά το κλασικό b-movie Ζουν ανάμεσά μας (1988) και δύο χρόνια μετά το παντελώς αποτυχημένο φιλμ Οι περιπέτειες ενός αόρατου ανθρώπου (1992), έχοντας τώρα υψηλότερο προϋπολογισμό και διαλεχτό καστ στη διάθεσή του (Σαμ Νηλ, Τσάρλτον Ίστον, Γιούργκεν Πρόχνοφ). Παραδίδει έτσι μία καλοφτιαγμένη, πολυεπίπεδη και ευφάνταστη ταινία τρόμου, από τις καλύτερες της καριέρας του και από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου δεν έχει γράψει ο ίδιος το σενάριο. Το Στόμα της τρέλας είναι μία ταινία εμποτισμένη από την αύρα του Χάουαρντ Φ. Λάβκραφτ, με τις θεματικές του σεναρίου να παραπέμπουν απευθείας στο έργο του κλασικού αυτού μεσοπολεμικού συγγραφέα της κατηγορίας: παραφροσύνη, κοσμικός τρόμος και ασημαντότητα της Ανθρωπότητας, συνωμοσίες με σκοπό την επικείμενη επιστροφή στη Γη των αδιανόητων «Μεγάλων Παλαιών» – με την τερατώδη εμφάνιση γλοιωδών και γιγάντιων  κεφαλόποδων –, αρχικά σκεπτικιστής ήρωας ο οποίος σταδιακά καταδύεται στη φρίκη όσο ξεδιαλύνει το μυστήριο, μικρές πόλεις της Νέας Αγγλίας ως σκηνικό, αποκρουστικοί, αιμοσταγείς και σωματικά παραμορφωμένοι λάτρεις των αλλόκοσμων μεγαθηρίων που έχουν με ευχαρίστηση απολέσει το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ταυτότητάς τους.

Κινηματογράφος: «Ζουν ανάμεσά μας» (1988)




     Σε ένα υπερσύγχρονο Λος Άντζελες ρημαγμένο από την ανεργία και την ταξική διαίρεση – αλλά πάντα ηλιόλουστο – ένας γεροδεμένος, απολυμένος εργάτης από την επαρχία αναζητά μάταια μια θέση εργασίας σε οικοδομές και τις νύχτες κοιμάται σ’ έναν καταυλισμό αστέγων. Συνεχίζει ωστόσο να πιστεύει στο σύστημα, να πιστεύει «στην Αμερική», να περιμένει τη μέρα που τα πράγματα «θα διορθωθούν». Όταν αντιλαμβάνεται πως ο χριστιανικός ναός δίπλα στον καταυλισμό αποτελεί απλώς τη βιτρίνα για μια μυστική οργάνωση διωκόμενη από την Αστυνομία, βιώνοντας ως αποτέλεσμα στο πετσί του την κρατική καταστολή μέσω μιας νυχτερινής εκκαθαριστικής επιχείρησης διάλυσης του παράνομου καταυλισμού, αρχίζει να συνειδητοποιεί μια κρυμμένη, τρομακτική αλήθεια. Ένα ζευγάρι γυαλιών ηλίου από τα ερείπια της εκκλησίας – τμήμα ενός φορτίου το οποίο η οργάνωση σύντομα επρόκειτο να διαθέσει στην κυκλοφορία – επιτρέπει σε όποιον τα φορά να βλέπει την πραγματική εικόνα του αστικού περιβάλλοντος: η άρχουσα τάξη και ένα ποσοστό των αστυνομικών είναι εξωγήινοι εισβολείς με τερατώδη μορφή, ενώ οι τηλεοπτικές εικόνες, τα περιοδικά έντυπα και οι διαφημιστικές πινακίδες περιέχουν κρυμμένα υποσυνείδητα μηνύματα κατασκευασμένα ώστε να προτρέπουν τον πληθυσμό στην υπακοή και στην υπερκατανάλωση. Η Γη έχει εδώ και καιρό αποικιστεί από διαπλανητικούς εμπόρους που βρήκαν στον πλανήτη μας έναν γαλαξιακό Γ’ Κόσμο... Η πραγματικότητα αυτή παραμένει συσκοτισμένη χωρίς τα γυαλιά, εξαιτίας ενός μόνιμου υποσυνείδητου σήματος που εκπέμπεται από κάποιον κεντρικό σταθμό και παραμορφώνει την αντίληψη των ανθρώπων μέσω συστηματικής πλύσης εγκεφάλου…
     Ο Τζον Κάρπεντερ, στην κορύφωση ενός μακρού δημιουργικού σερί καταμεσής της δεκαετίας του 1980, συνεχίζει με ανεξάρτητη χρηματοδότηση έξω από το μεγάλο χολιγουντιανό κύκλωμα και το 1988 συγγράφει, σκηνοθετεί και συνθέτει μουσική για ένα – κλασικό σήμερα – b-movie, μια παρανοϊκή σάτιρα με ισόποσα στοιχεία επιστημονικής φαντασίας, δράσης και μαύρης κωμωδίας. Κατορθώνει ταυτόχρονα να εμποτίσει το Ζουν ανάμεσά μας με αριστερόστροφο πολιτικό σχολιασμό ενάντια στις επικρατούσες τότε πολιτικές της κυβέρνησης Ρήγκαν, χωρίς ίχνος ωστόσο διδακτισμού, στο πλαίσιο μίας εμπνευσμένης και επίκαιρης αλλά καθόλου υπαινικτικής αλληγορίας περί της ταξικής ιεράρχησης της κοινωνίας. Κι όλα αυτά σε μία περίοδο ακμής των γιάπηδων, του χρηματοπιστωτικού μεταβιομηχανικού καπιταλισμού, του ρηγκανικού / θατσερικού προγράμματος και – ταυτόχρονα – γιγάντωσης των κοινωνικών ανισοτήτων στη Δύση. Με φόντο μία λαμπερή μητρόπολη βυθισμένη στην αστική παρακμή ύστερα από τη λήξη της μεταπολεμικής «ευημερίας», με πρώτη ύλη μία σχετικά άγνωστη λογοτεχνική πηγή (ένα διήγημα του 1963), με πρωταγωνιστικό χαρακτήρα καταγόμενο από τα σπαγγέτι γουέστερν και αξιοποιώντας τακτικούς συνεργάτες του (π.χ. ηθοποιούς από την Απειλή του 1982 και τον Πρίγκιπα του σκότους του 1987), ο Κάρπεντερ σφυρηλατεί μία διασκεδαστική περιπέτεια με έμφαση στη φυσική δράση και με διάχυτο χιούμορ.

Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Κινηματογράφος: «Ο πρίγκιπας του σκότους» (1987)




     Στα κλειδωμένα υπόγεια ενός ερειπωμένου ρωμαιοκαθολικού ναού του Λος Άντζελες, κρύβεται μία μυστική αδελφότητα ιερέων η οποία επί είκοσι αιώνες έχει διαφυλάξει ένα τρομακτικό μυστικό: ο Σατανάς υπάρχει πραγματικά και υλικά στον φυσικό κόσμο, στα μόρια ενός παράδοξου, στροβιλιζόμενου και παχύρευστου πράσινου υγρού το οποίο φέρει την ουσία του, είναι σε θέση να μολύνει ανθρώπους και να παρασιτήσει μέσα τους, καταλαμβάνοντας και ελέγχοντας το κορμί και τον νου τους, αλλά ευτυχώς το υγρό αυτό είναι σφραγισμένο σε έναν μεταλλικό κύλινδρο φυλασσόμενο στα υπόγεια του εν λόγω ναού. Ο Ιησούς Χριστός, ένας προηγμένος ανθρωποειδής εξωγήινος, γνώριζε πως μια μέρα ο Σατανάς θα ξεκλείδωνε τη φυλακή του και θα διέφευγε στην επιφάνεια της Γης σπέρνοντας τον θάνατο, προσπαθώντας ταυτόχρονα να φέρει στο Σύμπαν μας τον Πατέρα του – τον εξόριστο από την πραγματικότητα «Αντίθεο»!
     Προσπάθησε να προειδοποιήσει τους συγχρόνους του ότι το Κακό δεν είναι απλώς μία διανοητική μεταφορά, μία τάση στο εσωτερικό του ανθρώπινου ψυχισμού, αλλά πως υπάρχει στ’ αλήθεια. Δεν εισακούστηκε και ως αποτέλεσμα σχηματίστηκε η μυστική αδελφότητα για να διαφυλάξει την «αιρετική» γνώση του στο περιθώριο. Στο παρόν, ο τρέχων επικεφαλής της (Ντόναλντ Πλέζενς) συνειδητοποιεί ότι ο κύλινδρος έχει αρχίσει να ανοίγει και ζητά τη συμβολή ενός αναγνωρισμένου ακαδημαϊκού φυσικού επιστήμονα με κλίση στη φιλοσοφία (Βίκτορ Γουόνγκ), ώστε να αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ο κίνδυνος και να διαδοθεί η γνώση στο ευρύ κοινό. Οι δύο άνδρες και μια μεγάλη επιστημονική ομάδα στήνουν ένα ερευνητικό εργαστήριο στον ερειπωμένο ναό, καταμεσής των πιο υποβαθμισμένων γειτονιών του Λος Άντζελες, με σκοπό να περάσουν ένα Σαββατοκύριακο μελετώντας τον παμπάλαιο κύλινδρο. Όμως η ώρα της αφύπνισης έχει έρθει…
     Με μόνο 3 εκατομμύρια δολάρια στη διάθεσή του και χωρίς μεγάλο στούντιο αυτή τη φορά να τον υποστηρίζει, ύστερα από την αποτυχία του Χαμού στην Τσαϊνατάουν κατά το προηγούμενο έτος, ο Τζον Κάρπεντερ παραδίδει το 1987 μία ατμοσφαιρική και στυλιζαρισμένη ταινία τρόμου β’ διαλογής, με τη μικρή συμβολή του ροκ τραγουδιστή Άλις Κούπερ (εμφανίζεται σε μικρό ρόλο, υπογράφει ένα τραγούδι της μουσικής επένδυσης) και έχοντας ως κεντρική ιδέα τη διασταύρωση του συμβατικού υπερφυσικού τρόμου με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας, στηριγμένα στη σύγχρονη θεωρητική φυσική. Το τελικό αποτέλεσμα φέρει σε κάθε καρέ την υπογραφή του «μάστορα» Κάρπεντερ, ο οποίος αξιοποιεί τακτικούς συνεργάτες του (π.χ. οι ηθοποιοί Πλέζενς, της Νύχτας με τις μάσκες, και Γουόνγκ, του Χαμού στην Τσαϊνατάουν) και τις συνήθεις κινηματογραφικές μεθόδους του: ευρυγώνια πλάνα με εξαιρετική γεωμετρική αρμονία, ατμοσφαιρικοί φωτισμοί και φωτοσκιάσεις, χαρακτηριστικά λιτή αλλά ρυθμική μουσική υπόκρουση από συνθεσάιζερ και δυσοίωνα κρουστά, πλαστικές κινήσεις της κάμερας, καλοφτιαγμένα σκηνικά, σφιχτός αλλά όχι φρενήρης αφηγηματικός ρυθμός στο πλαίσιο μιας βραδύκαυστης πλοκής.

Σάββατο 17 Μαρτίου 2012

Κινηματογράφος: «Χαμός στην Τσαϊνατάουν» (1986)




     Στο σύγχρονο Σαν Φρανσίσκο, ένας …πολύ σίγουρος για τον εαυτό του φορτηγατζής και στερεοτυπικός «αρρενωπός αλήτης με χρυσή καρδιά» ονόματι Τζακ Μπάρτον (Κερτ Ράσελ) δέχεται να βοηθήσει τον κινεζικής καταγωγής φίλο του Γουάνγκ να διασώσει την ερωμένη του, η οποία έχει μόλις απαχθεί από μία επικίνδυνη συμμορία της Τσαϊνατάουν. Στην πορεία κάποιοι κλέβουν το φορτηγό του και γίνεται μάρτυρας της υπερφυσικής παρέμβασης τριών πανίσχυρων μάγων – βοηθών του μυστηριώδους, αιωνόβιου και δαιμονικού Λο Παν – στη διένεξη μεταξύ αντίπαλων συμμοριών της συνοικίας. Γρήγορα ο Τζακ σχηματίζει μία συμμαχία με τον Γουάνγκ, μία δικηγόρο ονόματι Γκρέις Λω (Κιμ Κατράλ) και τον τοπικό Κινέζο «λευκό μάγο» Εγκ (Βίκτορ Γουόνγκ), ο οποίος τη μέρα εργάζεται ως οδηγός τουριστικού λεωφορείου και τη νύχτα φημίζεται ως ειδήμων στον Λο Παν. Στόχος τους είναι να σταματήσουν τον τελευταίο πριν να είναι αργά. Στόχος του Λο Παν είναι να θυσιάσει μία κοπέλα με πράσινα μάτια για να άρει μια αρχαία κατάρα από πάνω του και να αποκτήσει ξανά υλικό σώμα, ώστε να κυβερνήσει τον κόσμο. Στόχος του Τζακ, να βρει το κλεμμένο του φορτηγό και να εντυπωσιάσει την όμορφη Γκρέις…
     Το 1985 ο Τζον Κάρπεντερ κλήθηκε να σκηνοθετήσει ένα ιδιόρρυθμο φιλμ, αρχικά προοριζόμενο για γουέστερν επηρεασμένο από τα «γούξια»: κινεζικές ταινίες πολεμικών τεχνών με υπερφυσικά στοιχεία, στηριγμένα στη λαϊκή κουλτούρα της Άπω Ανατολής. Το σενάριο ωστόσο ξαναγράφτηκε κατ’ απαίτηση του στούντιο, η δράση μεταφέρθηκε στην Τσαϊνατάουν του σύγχρονου Σαν Φρανσίσκο ώστε τα φάνταζυ συστατικά να ξαφνιάσουν περισσότερο τους θεατές και εισήχθησαν κωμικά στοιχεία σκρούμπολ, σε μία περίοδο που ταινίες δράσης νέας κοπής με εύθυμες νότες είχαν αρχίσει να κατακλύζουν το υπερατλαντικό σινεμά. Για τον «εμπορικό» πλέον Κάρπεντερ, κυρίως μετά τη φρέσκια επιτυχία του συμβατικά χολιγουντιανού Στάρμαν, με τη στήριξη μεγάλων κινηματογραφικών κυκλωμάτων και με εξασφαλισμένη τη συμμετοχή του Κερτ Ράσελ – ερμηνευτικής «μούσας» του σκηνοθέτη – στον πρωταγωνιστικό ρόλο, η επιτυχία έμοιαζε προεξοφλημένη. Ωστόσο η παραγωγή έπρεπε να επισπευστεί ώστε η ταινία να διανεμηθεί στις αίθουσες πριν από το ανταγωνιστικό εγχείρημα παρόμοιας θεματολογίας Το χρυσό παιδί, με τον δημοφιλή Έντι Μέρφι, το οποίο ετοιμαζόταν την ίδια περίοδο. Ο στόχος αυτός επιτεύχθηκε, μα μόνο για να αποδειχθεί οδυνηρά πως το στούντιο δεν είχε ιδέα πώς να προωθήσει και να διαφημίσει στο κοινό ένα τέτοιο δημιούργημα.

Κινηματογράφος: «Στάρμαν» (1984)




     Στον απόηχο της αναζωπύρωσης της έρευνας για εξωγήινη νοημοσύνη κατά τη δεκαετία του ‘70, με την εκλαΐκευση του έργου του Καρλ Σαγκάν και την καθιέρωση του Προγράμματος SETI, ένας προηγμένος διαστημικός πολιτισμός αναχαιτίζει το «Βόγιατζερ II» (διαστημικό σκάφος το οποίο πράγματι εκτοξεύτηκε από τη Γη το 1977, μεταφέροντας στα πέρατα του Σύμπαντος μηνύματα απευθυνόμενα σε τυχόν ευφυή πλάσματα) και αποστέλλει έναν πρεσβευτή στον πλανήτη μας εν έτη 1984. Το όχημά του ωστόσο καταρρίπτεται από την Αεράμυνα των ΗΠΑ και ο επισκέπτης από τ’ άστρα καταφεύγει στο απομονωμένο επαρχιακό σπίτι της Τζένι Χέιντεν (Κάρεν Άλεν), χήρας ακόμα ερωτευμένης με τον νεκρό σύζυγό της (Τζεφ Μπρίτζες), οικειοποιούμενος το DNA του τελευταίου και λαμβάνοντας τη μορφή του προκειμένου να κερδίσει τη συμπάθεια και τη βοήθεια της Τζένι. Στόχος του να διασχίσει τη μισή έκταση των ΗΠΑ ώστε σε τρεις μέρες να βρίσκεται σε ένα προκαθορισμένο σημείο συνάντησης στην έρημο της Αριζόνα, όπου ένα διαστημόπλοιο θα τον παραλάβει για να επιστρέψει στον πλανήτη του. Ταξιδεύοντας οδικά με τη συνοδεία της Τζένι έρχεται σε επαφή με την ανθρώπινη κοινωνία και φύση με απρόσμενα αποτελέσματα, ενώ κυβερνητικοί πράκτορες και στελέχη του Στρατού έχουν εντολή να εντοπίσουν και να συλλάβουν τον εξωγήινο για λόγους «εθνικής ασφάλειας»…
     Ο Κάρπεντερ συνεχίζει το δημιουργικό «σερί» του στα μέσα της πιο παραγωγικής του δεκαετίας με την προτελευταία του στουντιακή παραγωγή, με χρηματοδότηση του ηθοποιού και αστέρα του Χόλιγουντ Μάικλ Ντάγκλας, βουτώντας στα νερά του εμπορικού σινεμά υψηλού προϋπολογισμού αλλά χωρίς να χάνει τα στοιχεία του μοναδικού του ύφους και τις αποδείξεις του ταλέντου του. Οι συντελεστές κινηματογραφούν μία ενήλικη εκδοχή του ET, ο εξωγήινος, αντικαθιστώντας την παιδική αθωότητα με το ρομάντζο και ποντάροντας σε μια «καταδικασμένη» ιστορία αγάπης. Ο Κάρπεντερ ζωγραφίζει στην οθόνη τη διπλή φύση της Ανθρωπότητας τονίζοντας την αντίθεση μεταξύ ανεκτικότητας – κατανόησης και μισαλλοδοξίας – εγωκεντρικής αλαζονείας, αξιοποιώντας ταυτόχρονα στο έπακρο τα «παιχνίδια» τα οποία του παρέχει ο υψηλός προϋπολογισμός (π.χ. με εντυπωσιακές, επιβλητικές σκηνές συγκρούσεων ή καταδιώξεων με φορτηγά και ελικόπτερα, ή με προσεγμένα μηχανικά και προσθετικά εφέ υπό την επίβλεψη του «μάγου» Σταν Γουίνστον) και στήνοντας διαρκώς εξαιρετικά, αρμονικά καδραρισμένα και ατμοσφαιρικά φωτισμένα μακρόστενα και ευρυγώνια στατικά νυχτερινά πλάνα, βγαλμένα θαρρείς από ευφάνταστες τοιχογραφίες. Οι ερμηνείες είναι πολύ καλές και ο Τζεφ Μπρίτζες μοιάζει απολαυστικός όσο υποδύεται έναν ξένο οργανισμό ο οποίος προσπαθεί άτσαλα να προσαρμοστεί στα δεδομένα ενός ανθρώπινου σώματος και του γήινου περιβάλλοντος, παρέχοντας έτσι και διάσπαρτα στιγμιότυπα πετυχημένου χιούμορ. Η γλυκιά μεταστροφή της Άλεν από απελπισμένο θύμα απαγωγής σε εκ νέου ερωτευμένη γυναίκα που ανακαλύπτει ξανά την αξία της ζωής και τα θετικά στοιχεία της Ανθρωπότητας, κερδίζει εύκολα τους θεατές. Το κύριο πρόβλημα του εγχειρήματος έγκειται στο τυποποιημένο σενάριο με την αναμενόμενη ανέλιξη, τις επαναλαμβανόμενες κλισέ καταστάσεις και διάρκεια περίπου ένα τέταρτο της ώρας μεγαλύτερη απ’ όσο θα έπρεπε.

Κινηματογράφος: «Κριστίν» (1983)



     Ο Τζον Κάρπεντερ, μετά την απογείωση του έργου του στις αρχές της δεκαετίας του 1980 με την Απόδραση από τη Νέα Υόρκη και την Απειλή, μεταφέρει με στυλ στη μεγάλη οθόνη – και για άλλη μια φορά με τη στήριξη μεγάλου στούντιο – ένα τότε ευπώλητο μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ. Η αντίκα «Κριστίν», μία κόκκινη Πλύμουθ Φιούρι του 1957, γοητεύει εν έτη 1978 έναν 17χρονο μαθητή Λυκείου, στερεοτυπικό «μαμμόθρεφτο σπασίκλα», στα προάστια μιας πόλης των ΗΠΑ. Ο Άρνολντ την επισκευάζει και συναρπάζεται από το παράξενο παλιό αυτοκίνητο, του οποίου το ραδιόφωνο παίζει μυστηριωδώς μόνο ροκ εν ρολ του ’50 και ο προηγούμενος ιδιοκτήτης αυτοκτόνησε στα καθίσματά του, μέχρι που βαθμιαία αποκτά αυτοπεποίθηση, μεταμορφώνεται, αφυπνίζεται σεξουαλικά, βλέπει τη ζωή του να αλλάζει και αρχίζει να αντιστέκεται – ίσως αλαζονικά – σε όσα τον καταπιέζουν. Παράλληλα γίνεται υπέρμετρα και παράλογα προστατευτικός απέναντι στην Κριστίν τη στιγμή που και η ίδια, κρύβοντας στο μέταλλό της μια δαιμονική και αυτοσυνείδητη ευφυΐα, διακρίνεται από μία ζηλοτυπία και μία εκδικητικότητα που φτάνουν μέχρι και τον φόνο…
     Μ’ αυτή την ιδιόρρυθμη ιστορία καταδικασμένης «αγάπης», ο Κινγκ έμοιαζε να σχολιάζει, με απλό τρόπο και με το περίβλημα του υπερφυσικού τρόμου, τις μεσοαστικές εφηβικές ανασφάλειες στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες και τις ψυχολογικές προεκτάσεις της διείσδυσης και φετιχοποίησης της υψηλής τεχνολογίας στην καθημερινότητα. Ο Κάρπεντερ επιλέγει να κινηματογραφήσει με απόλυτη σοβαρότητα και σκοτεινό τόνο μια ιστορία που φλερτάρει με το γελοίο, ευρισκόμενος στο στοιχείο του με την b-movie αίσθησή της, πνίγοντας ταυτόχρονα το φιλμ στο ρετρό ροκ εν ρολ από «την εποχή της αθωότητας», αφαιρώντας και την παραμικρή υπόνοια σπλάτερ και καταστρέφοντας δεκάδες παλιές Πλύμουθ κατά τα γυρίσματα – τα μόνα «αιματηρά» πλάνα στα οποία εκτίθεται ο θεατής αφορούν… μηχανικά «εντόσθια». Δυστυχώς, παρά τη νοσταλγική διάθεση και την επαρκή οικοδόμηση της ατμόσφαιρας από έναν μάστορα του είδους, τα στιγμιότυπα του τρόμου δεν εκμαιεύουν από τον θεατή ούτε φρίκη ούτε αγωνία, ενώ μετά το μέσον το σενάριο μοιάζει να αναλώνεται σε ατελείωτα υπονοούμενα ή σε σκηνές καταδίωξης εστιασμένες στις – θεαματικές, είναι η αλήθεια – συγκρούσεις αυτοκινήτων και στα άψογα μηχανικά και οπτικά ειδικά εφέ, με την Κριστίν να αυτοεπισκευάζει μαγικά και στιγμιαία το αμάξωμά της. Ορισμένες σκηνές ξεχωρίζουν, όπως η βιντεοκλιπίστικη εισαγωγή με την «ηρωίδα» να συναρμολογείται σε μία εργοστασιακή γραμμή παραγωγής το 1957 δολοφονώντας με την ευκαιρία και το πρώτο της θύμα, ή εκείνη όπου η φλεγόμενη, φονική Κριστίν τρέχει μανιασμένα μες στην νύχτα και στην άσφαλτο χωρίς οδηγό.

Κινηματογράφος: «Η απειλή» (1982)

«THE THING»



     Στην Ανταρκτική του 1982, καταμεσής μίας χιονοθύελλας η οποία έχει διακόψει επί εβδομάδες τις ραδιοεπικοινωνίες, μία αποκομμένη ομάδα επιστημόνων και εργατών στην πολική βάση των ΗΠΑ «Φυλάκιο 31» έρχεται απρόοπτα αντιμέτωπη με έναν εξωγήινο οργανισμό, παγωμένο στο χιόνι επί εκατό χιλιετίες, ο οποίος έχει ήδη μολύνει το προσωπικό μίας γειτονικής νορβηγικής ερευνητικής εγκατάστασης οδηγώντας στην καταστροφή της. Ο παρασιτικός αυτός οργανισμός (το «Πράγμα») κατέπεσε και συνετρίβη στη Γη με διαστημόπλοιο προ αμνημονεύτων ετών και μπορεί να αφομοιώνει βιολογικά πλάσματα κάθε τύπου, οικειοποιούμενο πλήρως τη μορφή και λειτουργία τους κατά βούληση. Κάθε κύτταρο και κάθε αντίτυπό του είναι τουλάχιστον στοιχειωδώς «ευφυές», με κύριο γνώμονα της συμπεριφοράς του την αυτοπροστασία του. Όντας πανούργο, τα πλήρη αντίτυπά του προσπαθούν να κρύψουν τη φύση και τις δραστηριότητές τους ώστε να περάσουν απαρατήρητα. Η ομάδα των δώδεκα ανδρών πρέπει τώρα όχι μόνο να κατανοήσει τι συμβαίνει, αλλά και να αντιμετωπίσει την υποψία ότι τουλάχιστον ένας ανάμεσά τους έχει δολοφονηθεί κι έχει αντικατασταθεί κρυφά από εξωγήινη απομίμηση…
     Ο Τζον Κάρπεντερ, διάσημος και αγαπημένος δημιουργός πλέον των χολιγουντιανών στούντιο εν έτη 1982, διασκευάζει για τη μεγάλη οθόνη μία παλιά νουβέλα επιστημονικής φαντασίας (Ποιος είναι εκεί;, 1938), δημιουργώντας έτσι ένα κατά πολύ πιστότερο στη λογοτεχνική πηγή ριμέικ της αγαπημένης ταινίας των παιδικών του χρόνων Το πράγμα απ’ τον άλλο κόσμο (1951), παλιότερη κινηματογραφική διασκευή της νουβέλας κινούμενη σε καθαρά ψυχροπολεμική λογική. Ταυτόχρονα, οι συντελεστές (συμπεριλαμβανομένης μίας μικρής συμβολής από τον «μάγο των εφέ» Σταν Γουίνστον), με αφετηρία την παιδική απογοήτευση του σκηνοθέτη από τις αφελείς απεικονίσεις τεράτων στην κλασική επί της μεγάλης οθόνης επιστημονική φαντασία (συνήθως τίποτα περισσότερο από έναν μεταμφιεσμένο ηθοποιό), εκμεταλλεύονται στο έπακρο τις συσσωρευόμενες εξελίξεις στις μεθόδους και στις τεχνολογίες του προσθετικού μακιγιάζ και των μηχανικών ειδικών εφέ περί τα τέλη της δεκαετίας του 1970, πλάθοντας έναν κόσμο όπου ο σωματικός τρόμος των μεταλλασσόμενων οργανισμών και των εκφυλιζόμενων ιστών αποκτά μια εφιαλτική αληθοφάνεια: το «Πράγμα» διαρκώς μεταμορφώνεται, επεκτείνεται, μιμείται, σαρώνει στο διάβα του καθετί βιολογικό και γεννά μέσα από σώματα θηλαστικών αποκρουστικά τερατόμορφα πλάσματα – με πλοκάμια και αραχνοειδή πόδια, ανακατεμένα με εντόσθια. Κάθε είκοσι λεπτά της φιλμικής διάρκειας κρύβουν μία νέα, φρικώδη έκπληξη για τον θεατή.

Κινηματογράφος: «Απόδραση από τη Νέα Υόρκη» (1981)




     Στο εγγύς μέλλον, το 1997, η εγκληματικότητα στις ΗΠΑ έχει εκτιναχθεί στα ύψη, ριζοσπαστικές πολιτικές ομάδες προκαλούν αναταραχή, η τεχνολογία της παρακολούθησης και της καταστολής στην υπηρεσία της κυβέρνησης έχει εξελιχθεί, ενώ από καιρό έχει ξεσπάσει παγκόσμιος πόλεμος με τη «σοσιαλιστική» Σοβιετική Ένωση και την Κίνα. Το Μανχάταν έχει εκκενωθεί, περιτειχιστεί, αποκλειστεί και οι περιπολούμενοι έξοδοί του έχουν ναρκοθετηθεί, μετατρέποντάς το σε αδιαπέραστη, γιγάντια φυλακή υψίστης ασφαλείας, όπου τοποθετούνται οι πιο επικίνδυνοι εγκληματίες χωρίς άμεση αστυνομική επιτήρηση – κανείς δεν βγαίνει ποτέ από εκεί. Όταν ακτιβιστές τρομοκράτες καταλαμβάνουν το αεροσκάφος του Προέδρου της χώρας (Ντόναλντ Πλέζενς) και το οδηγούν σε συντριβή καταμεσής του Μανχάταν, οι υπεύθυνοι της Μυστικής Υπηρεσίας αναγκάζονται να ζητήσουν τη βοήθεια του καταδίκου Σνέικ Πλίσκεν (Κερτ Ράσελ): κυνικός, γεροδεμένος, πρώην καταδρομέας των Ειδικών Δυνάμεων και νυν συλληφθείς ληστής τραπεζών με διασυνδέσεις στον υπόκοσμο, πρέπει να διεισδύσει απαρατήρητος στο Μανχάταν με ανεμοπλάνο και να βρει μέσα σε 24 ώρες τον Πρόεδρο – αιχμάλωτο των κρατουμένων, οι οποίοι έχουν οικοδομήσει τη δική τους «πρωτόγονη» κοινωνία υπό την ηγεσία του «Δούκα» –, διαφορετικά θα καταλήξει νεκρός. Όμως το σημαντικό δεν είναι η ζωή του Προέδρου αλλά μία κασέτα δεδομένων την οποία έχει μαζί του, με πολύτιμες επιστημονικές πληροφορίες ικανές να τερματίσουν τον πόλεμο και να φέρουν την ειρήνη, αρκεί να βρεθούν και να αξιοποιηθούν προτού λήξει μία Συνδιάσκεψη Κορυφής ακριβώς σε 24 ώρες…
     Καταμεσής της δεκαετίας του 1970, στον απόηχο του σκανδάλου του Γουότεργκεϊτ το οποίο πυροδότησε στο Χόλιγουντ μία λαίλαπα ταινιών με θεματολογία αντικυβερνητικής συνωμοσιολογίας, ο Τζον Κάρπεντερ έγραψε το σενάριο ενός πρωτότυπου, αγωνιώδους b-movie δράσης σε σκηνικό επιστημονικής φαντασίας και με μια αίσθηση διαρκούς νυχτερινής απειλής. Τότε το εγχείρημα δεν έγινε δεκτό από κανένα στούντιο, αλλά μετά τη γιγάντια επιτυχία της πασίγνωστης Νύχτας με τις μάσκες (1978) και τη διεθνή διανομή του αυστραλέζικου μεταποκαλυπτικού b-movie δράσης Μαντ Μαξ (1979) ο σκηνοθέτης κατόρθωσε να βρει παραγωγούς πρόθυμους να χρηματοδοτήσουν την – καλτ πλέον – Απόδραση από τη Νέα Υόρκη (1981). Η απέριττη πλοκή είναι κομψά δομημένη, οι χαρακτήρες και οι διάλογοι απολαυστικά εξωπραγματικοί, οι σποραδικές πινελιές του χιούμορ κατάμαυρες («–Are you going to kill me now? –Too tiredmaybe later.»), το φινάλε ταιριαστά μηδενιστικό και κυνικό ως προς την άρχουσα τάξη, η δράση υποδειγματικά φιλμαρισμένη, η βία στυλιζαρισμένα τραχιά, τα ντεκόρ πειστικά και ατμοσφαιρικά, τα ειδικά εφέ «της παλιάς σχολής». Όμως τα κύρια ατού της Απόδρασης είναι ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας του Πλίσκεν, η ερμηνεία του από τον Κερτ Ράσελ, η σκηνοθεσία του Κάρπεντερ και οι ιδέες του σεναρίου.