Κυριακή 20 Μαΐου 2012

Κινηματογράφος: «Μπλε βελούδο» (1986)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)
==> Κινηματογράφος: Μπλε βελούδο (1986, «Blue Velvet») <==

ΜΠΛΕ ΒΕΛΟΥΔΟ

«BLUE VELVET»






     Ένας οραματιστής και αυθεντικός Αμερικανός σκηνοθέτης, μία διετία μετά την πικρή εμπειρία του Ντιουν (1984) – πανάκριβου και εμπορικά αποτυχημένου «κατά παραγγελία» εγχειρήματος, σημαντικά τροποποιημένου από τις παρεμβάσεις των παραγωγών και αφηγηματικά ασυνάρτητου για τους μη μυημένους θεατές – παραδίδει μία από τις πλέον προσωπικές του ταινίες, σε παλαιότερο δικό του σενάριο και διατηρώντας πλήρη καλλιτεχνικό έλεγχο. Το Μπλε βελούδο είναι αυτό που καθιέρωσε πραγματικά τον Ντέιβιντ Λιντς, εμπαίζοντας τις λεπτές ευαισθησίες κοινού και κριτικών, αποτελώντας παράλληλα κομβικό σημείο στην ερμηνευτική καριέρα του Ντένις Χόπερ και της Ιζαμπέλα Ροσελίνι. Ο σκηνοθέτης, ένας μοντέρνος πιονέρος στο σινεμά του αλλόκοτου, ξεκινά με μία φαινομενικά απλή ιστορία και καταφέρνει να καθηλώσει τον θεατή μέχρι το τελευταίο λεπτό. Η ταινία επικρίθηκε στην εποχή της για την ψυχολογική και σωματική βία στην οποία υποβάλλει τους ήρωές της, από μερίδα κριτικών που τη θεώρησαν δυσάρεστα και αναίτια προκλητική. Η αλήθεια απέχει πολύ από τέτοιες απλουστεύσεις.
     Ο Κάιλ Μακλάχλαν, πρωταγωνιστής του Ντιουν και αγαπημένος ηθοποιός του Λιντς εξαιτίας «της αθωότητας που αναδίδει», σύμφωνα με δηλώσεις του ίδιου του σκηνοθέτη, υποδύεται τον Τζέφρι – νεαρό φοιτητή που επιστρέφει στη γενέτειρά του, μία τυπική επαρχιακή κωμόπολη των ΗΠΑ, για να δει τον άρρωστο πατέρα του. Ένα κομμένο ανθρώπινο αυτί που βρίσκει τυχαία στον δρόμο θα αποτελέσει το έναυσμα για την είσοδό του σε έναν άλλον, ερεβώδη κόσμο όπου επικρατούν η βία, ο φόβος και ο νοσηρός ερωτισμός. Η παιδιάστικη περιέργεια θα τον οδηγήσει σε μία προσπάθεια να ξεδιαλύνει το μυστήριο, ενώ περιπλανιέται σε ένα εφιαλτικό, νυχτερινό τοπίο που τον φέρνει για πρώτη φορά σε επαφή με τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού του και της κοινωνίας. Τα γεγονότα αυτά και η ταυτόχρονη, ιδιότυπη σεξουαλική αφύπνιση του Τζέφρι, μετουσιώνουν το αστυνομικό θρίλερ μυστηρίου σε μία αφήγηση επίπονης ενηλικίωσης – με τη μοναδική όμως κινηματογραφική γραφή του Λιντς, που μεταλλάσσει το καθημερινό σε υποβλητικά τρομακτικό και το συνηθισμένο σε εφιαλτικό όνειρο. Με νεονουάρ στοιχεία και μια ελαφρώς σουρεαλιστική προσέγγιση, ο σκηνοθέτης απεικονίζει ξανά το μανιχαϊκό του ηθικό Σύμπαν όπου ο αφελής ήρωας καταδύεται σταδιακά σε μια κρυμμένη, αλλά πιο αληθή και πάντα παρούσα πραγματικότητα, κάτω από το επιφανειακό πέπλο μιας αγνότητας όμορφα αποδιδόμενης εδώ από την αισθητική της «αθώας» επαρχιακής Αμερικής του ’50 – εμφανώς αντικείμενο σαρκασμού.

Παρασκευή 18 Μαΐου 2012

Κινηματογράφος: «Ντιουν» (1984)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
==> Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune») <==

NTIOYN

«DUNE»






    Η διαστρική ανθρώπινη κοινωνία του έτους 10191 είναι ένας κόσμος υψηλής τεχνολογίας, αλλά πολύπλοκης νεοφεουδαρχικής δομής, με δαιδαλώδη, αντικρουόμενα πολιτικά συμφέροντα, όπου το μυστικιστικό και το παραψυχολογικό στοιχείο έχουν αναβαθμισμένο ρόλο. Ένας πλανήτης είναι η μοναδική πηγή του πολύτιμου «άλατος» (spice mélange): το άλας διευρύνει τη συνείδηση, επεκτείνει τη ζωή και επιτρέπει τα διαστρικά ταξίδια μέσω του υπερχώρου – άρα και το γαλαξιακό εμπόριο. Ο καλυμμένος από αμμώδη έρημο πλανήτης είναι ο Αρράκις, γνωστός και ως Ντιουν, με τους ιθαγενείς κατοίκους του Φρέμεν να ζουν υπό την τυραννία του σαδιστικού Οίκου των Χαρκόννεν. Μόνη έγνοια των τελευταίων είναι η διασφάλιση της ομαλής ροής παραγωγής άλατος, ώστε να διατηρείται ικανοποιημένη η πανίσχυρη Συντεχνία των Πλοηγών (παρόμοια με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα) και το πολιτικό πιόνι της, ο Αυτοκράτορας Σαντάμ IV του Οίκου των Κορρίνο. Όταν ο ευγενής Οίκος των Ατρειδών, ευρισκόμενος από παλιά σε βεντέτα με τους Χαρκόννεν, διατάσσεται από τον Αυτοκράτορα να αναλάβει τη διακυβέρνηση του Αρράκις, όλοι διαισθάνονται πως πρόκειται για παγίδα. Αυτή είναι η έναρξη μίας περιπέτειας η οποία θα επιφέρει την πτώση των Ατρειδών και θα οδηγήσει τον νεαρό γιο του επικεφαλής των τελευταίων, τον Πωλ, στον σφετερισμό του μεσσιανικού ρόλου που αποδίδει μία προφητεία των Φρέμεν σε κάποιον αναμενόμενο «απελευθερωτή» τους, στη συνένωσή τους υπό την ηγεμονία του και στον ολοκληρωτικό πόλεμο κατά των Χαρκόννεν και του Αυτοκράτορα. Το έπαθλο είναι μοναδικό: ο έλεγχος του άλατος, ο έλεγχος του Σύμπαντος.
     Μια τετραετία μετά τον εμπορικό, πολυβραβευμένο και «ομαλής αφήγησης» Άνθρωπο Ελέφαντα και ύστερα από τρία έτη παραγωγής, ο Ντέιβιντ Λιντς παραδίδει στη μεγάλη οθόνη μία σχετικά πιστή …περίληψη της πολυσύνθετης και επικής διαστημικής όπερας του Φρανκ Χέρμπερτ Ντιουν (1965), εμβληματικού μυθιστορήματος της σύγχρονης επιστημονικής φαντασίας. Υπό τη διεύθυνση του γνωστού Ιταλού παραγωγού Ντίνο ντε Λορέντις (υπεύθυνου για διάσημες αγγλόφωνες ταινίες, μετά τη μεταφορά της επιχειρηματικής του έδρας στις ΗΠΑ, αλλά και για παλιότερα φιλμ του Φελίνι), ο Λιντς συντονίζει ορισμένους μόνιμους συνεργάτες του, ένα επιτελείο φημισμένων ηθοποιών (Μπραντ Ντούριφ, Χοσέ Φερέρ, Γιούργκεν Πρόχνοφ, Μαξ φον Σίντοφ, Σον Γιανγκ, Πάτρικ Στιούαρτ και …ο τραγουδιστής Στινγκ) μα και τον κατοπινό ερμηνευτή-φετίχ του, τον νεαρό τότε Κάιλ Μακλάχλαν στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ποπ ροκ μπάντα της εποχής Toto και ο ταλαντούχος συνθέτης Μπράιαν Ίνο ανέλαβαν τη μουσική επένδυση, ενώ για λόγους μείωσης του κόστους η ταινία κινηματογραφήθηκε (με προϋπολογισμό 40 εκατομμυρίων δολαρίων) σε στούντιο του Μεξικού. Ο Λιντς συνέγραψε ο ίδιος το σενάριο, χωρίς να έχει προηγούμενη επαφή όχι μόνο με το Ντιουν αλλά και ευρύτερα με την επιστημονική φαντασία, ενώ πριν από την κυκλοφορία της ταινίας στις αίθουσες δόθηκε μεγάλη δημοσιότητα στο εγχείρημα, τόσο λόγω της κινηματογράφησης ενός πασίγνωστου μυθιστορήματος με άριστες πωλήσεις, όσο και εξαιτίας της εμπλοκής του καλλιτέχνη που σκηνοθέτησε τον αναγνωρισμένο και φημισμένο Άνθρωπο Ελέφαντα. Ήταν η πρώτη έγχρωμη ταινία του και η πρώτη φορά (μοναδική, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων) που αναλάμβανε ένα συμβόλαιο τόσο υψηλού προϋπολογισμού και αναμενόμενων αποδόσεων.

Τετάρτη 16 Μαΐου 2012

Κινηματογράφος: «Ο Άνθρωπος Ελέφαντας» (1980)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
==> Κινηματογράφος: Ο Άνθρωπος Ελέφαντας (1980, «The Elephant Man») <==
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ

«THE ELEPHANT MAN»




    Η αληθινή ιστορία του Τζον Μέρικ, ενός εκ γενετής φρικτά παραμορφωμένου, αλλά ευφυούς άνδρα στο πουριτανικό βικτωριανό Λονδίνο, της Δεύτερης Βιομηχανικής Επανάστασης και του γιγάντιου ταξικού χάσματος. Ο Μέρικ διήνυσε την περισσότερη ζωή του ως περιφερόμενο κτηνώδες έκθεμα (ο «Άνθρωπος-Ελέφαντας» του τίτλου), ώσπου ένας διακεκριμένος γιατρός της υψηλής κοινωνίας ανέλαβε γοητευμένος να τον μεταφέρει στον κόσμο των ανθρώπων. Αυτό που προέκυψε ήταν ένα συμπονετικό τέρας με ψυχή αγίου.
     Στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, αυτή τη φορά με εξαίρετους ηθοποιούς – αστέρες στη διάθεσή του (Άντονι Χόπκινς, Αν Μπάνκροφτ, Τζον Χαρτ) και έναν προϋπολογισμό γιγάντιο συγκριτικά με τα 10000 δολάρια του ντεμπούτου του (Eraserhead), ο σπουδαίος Αμερικανός κινηματογραφιστής του ασυνειδήτου γαντζώνεται στις ίδιες μεθόδους και θεματικές. Έχοντας όμως ένα στιβαρό και «ομαλό» σενάριο στο χέρια του, όχι γραμμένο από τον ίδιο και βασισμένο σε αληθινή ιστορία, πετυχαίνει να φορτίσει τον Άνθρωπο ελέφαντα με έναν βαρύ συναισθηματικό πυρήνα και να συγκινήσει τον θεατή πολύ πιο πέρα από το εγκεφαλικό επίπεδο. Τα περιστασιακά ψήγματα του σκοτεινού λυντσικού σουρεαλισμού απλώς προσδίδουν στο φιλμ περισσότερο ενδιαφέρον και μια απόκοσμη χροιά.

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Κινηματογράφος: «Eraserhead» (1977)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

==> Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead») <==
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

ERASERHEAD

«ERASERHEAD»






     Το σκηνικό είναι ένα σχεδόν ερειπωμένο, ανώνυμο αστικό κέντρο σε παρακμή, χωρίς φυτά και ζώα, σαν εγκαταλελειμμένη βιομηχανική ζώνη. Ο Χένρυ Σπένσερ, ένας αφελής και νευρικός «τυπογράφος σε διακοπές», αφήνει έγκυο τη νεαρή Μέρι, ευρισκόμενη μονίμως στα πρόθυρα της υστερίας, κατά τη διάρκεια μίας περιστασιακής ερωτικής περιπέτειας. Υπό την πίεση των παράξενων γονιών της, εμφανώς αντιτιθέμενων στο προγαμιαίο σεξ, αναγκάζονται να παντρευτούν και να συζήσουν. Η Μέρι όμως δεν είναι σε θέση να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της μητρότητας απέναντι στο μεταλλαγμένο, σχεδόν ερπετόμορφο, άρρωστο και «πρόωρα γεννημένο» βρέφος της, το οποίο προκαλεί σε όλους αποστροφή. Όταν τελικά εγκαταλείπει τη συζυγική εστία, ο Χάρι αναλαμβάνει να το μεγαλώσει μόνος του, ώσπου κατακυριεύει τη ζωή του…
     Αυτή η σύνοψη της πλοκής έχει ίσως περισσότερες λέξεις από όσες πραγματικά ακούγονται στην ταινία. Ασπρόμαυρη, σχεδόν βωβή (οι διάλογοι είναι ελάχιστοι), με τελείως ελλειπτικό σενάριο, εμβόλιμες ονειρικές σεκάνς οι οποίες δεν ξεχωρίζουν εύκολα από την «κανονική» πλοκή, μουσική επένδυση στηριγμένη σε ήχους μηχανών και διαρροές αερίων, λουσμένη στον συμβολισμό και στις παράλογες καταστάσεις, με ελάχιστους και ιδιόρρυθμους χαρακτήρες μαστιζόμενους από εμφανή ψυχοσωματικά προβλήματα, είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Ντέιβιντ Λιντς μετά τις κινηματογραφικές σπουδές του στην Καλιφόρνια – με αρχικό προϋπολογισμό μόνο 10000 δολάρια της εποχής και κινηματογραφημένη σταδιακά σε διάστημα πέντε ετών. Ο Λιντς έχει από τότε αρνηθεί πεισματικά να την αναλύσει και την περιγράφει μόνο ως την «πλέον πνευματική του ταινία», ένα «όνειρο σκοτεινών πραγμάτων» και μια απεικόνιση «της αίσθησης τρόμου που διαπερνούσε τις διαβόητες συνοικίες της Φιλαδέλφεια» όταν διέμενε εκεί. Το Eraserhead, συνθέτοντας τον κινηματογραφικό σουρεαλισμό του Μπουνιουέλ με τον εξπρεσιονισμό της μεσοπολεμικής Γερμανίας και αποπνέοντας ταυτόχρονα μία ισχυρή αίσθηση φρίκης (κυρίως στις σκηνές οι οποίες αφορούν το αποκρουστικό βρέφος με την εκφυλισμένη σάρκα), έγινε αρχικά μεγάλη επιτυχία στο κύκλωμα μεταμεσονύκτιων προβολών της Νέας Υόρκης και του Λονδίνουμε δούρειο ίππο την περιθωριακή κοινότητα του κινηματογραφικού τρόμου – παρά την επιφυλακτική στάση της επίσημης κριτικής. Σήμερα θεωρείται μια από τις σπουδαιότερες ταινίες του μοντέρνου κινηματογράφου, με ειδικά εφέ και εικαστική αισθητική που έχουν μείνει ουσιαστικά αγέραστα.

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Βιντεοπαιχνίδι: «Beneath a Steel Sky» (1994)

BENEATH A STEEL SKY


«BE VIGILANT. BE ALERT...» – Επίσημο σύνθημα της Γιούνιον



    Το 1994 το βρετανικό στούντιο παραγωγής ηλεκτρονικών παιχνιδιών Revolution κυκλοφόρησε το δεύτερο εγχείρημά του, το επιτυχημένο γραφικό adventure Beneath a Steel Sky, μια διετία ύστερα από την προηγούμενη προσπάθειά του ονόματι Lure of the Temptress. Το φάνταζυ σκηνικό του τελευταίου αντικαταστάθηκε στο νέο παιχνίδι από ένα υβρίδιο μεταποκαλυπτικής και κυβερνοπάνκ μυθοπλασίας, με επιρροές από γνωστά δυστοπικά αφηγηματικά έργα όπως τα μυθιστορήματα 1984 (1949) και Θαυμαστός καινούργιος κόσμος (1932), ή οι ταινίες Μετρόπολις (1927) και Μπραζίλ (1985). Το Beneath a Steel Sky ήταν διαθέσιμο για δύο υπολογιστικές πλατφόρμες (PC και Amiga), απέσπασε διθυραμβικές κριτικές και χαρακτηριζόταν από σχεδόν τετραπλάσια διάρκεια σε σχέση με τον σύντομο προκάτοχό του. H μηχανή παιχνιδιού ονόματι «Virtual Theatre», σχεδιασμένη αρχικά για το Lure of the Temptress, εδώ εξελίχθηκε περαιτέρω επιτρέποντας τον εύκολο και διαισθητικό χειρισμό από τον παίκτη – μέσω αποκλειστικά του ποντικιού – ενός χαρακτήρα σε ένα δυναμικό περιβάλλον με διδιάστατα ζωγραφιστά γραφικά 256 χρωμάτων και πλάγια απεικόνιση τρίτου προσώπου, ρεαλιστική κίνηση, δεκάδες λογικά αλληλοσυνδεδεμένες τοποθεσίες και NPC με αληθοφανείς ρουτίνες περιοδικής, αυτόνομης μετακίνησης και αλληλεπίδρασης, ανεξαρτήτως των δράσεων του παίκτη! H Revolution εισήχθη έτσι στη λίστα των σημαντικών κατασκευαστών adventure, πριν σημαδέψει οριστικά τον χώρο με το εξαιρετικά επιτυχημένο και δημοφιλές Broken Sword του 1996, στηριγμένο στην επόμενη έκδοση του Virtual Theatre.
    Στην πραγματικότητα το Beneath a Steel Sky είναι ένα μέσης ποιότητας, διάρκειας και δυσκολίας αντιπροσωπευτικότατο δείγμα της κατηγορίας του και της εποχής του. Παρά το ζοφερό μελλοντικό σκηνικό και το κλίμα παράνοιας, το παιχνίδι είναι πλημμυρισμένο από χιούμορ, θερμές καρικατούρες της καθημερινότητας ως χαρακτήρες, αστείες καταστάσεις και κωμικές αναφορές στην παροντική λαϊκή κουλτούρα της Δύσης. Η επιλογή αυτή των σχεδιαστών λειτουργεί ως δίκοπο μαχαίρι: από τη μία «συγχρονίζει» τον τίτλο με την επικρατούσα μόδα στα adventure κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1990 (εμβόλιμα χιουμοριστικά στοιχεία και διάσπαρτα αστεία σε ένα καρτουνίστικο περιβάλλον) – στο πρότυπο των κινηματογραφικής αίσθησης κωμικών επιτυχιών της εταιρείας Lucas Arts, όπως το Maniac Mansion (1987), το Zak McKracken and the Alien Mindbenders (1988), το Secret of Monkey Island  (1990), το Monkey Island 2: LeChucks Revenge (1991), το Day of the Tentacle (1993) και το Sam and Max Hit the Road (1993) – ενώ από την άλλη αναιρεί το μεταποκαλυπτικό και κυβερνοπάνκ σκηνικό υποσκάπτοντας τη βαρύτητά του. Αν ο στόχος ήταν μία μεταμοντέρνα σάτιρα των ποπ δυστοπιών, όπου τα κλισέ του παρωδούμενου αφηγηματικού συστατικού ταυτοχρόνως αναδεικνύονται μέσω της υπερβολής και της καλοπροαίρετης διακωμώδησής τους σε μία εσκεμμένη και αυτοαναφορική ανάμειξη των ειδών, τότε η συνταγή μάλλον απέτυχε διότι από το μείγμα λείπει η ισορροπία και το τελικό αποτέλεσμα πάσχει από αθεράπευτη κρίση ταυτότητας.

Κινηματογράφος: «Βρικόλακες» (1998)




     Οι βρικόλακες ζουν ανάμεσά μας. Κρυμμένοι στα περιθώρια της κοινωνίας, αιωνόβιοι, κινούμενοι σε μικρές ομάδες και με θανατηφόρα ευαισθησία στο φως του Ήλιου, κατορθώνουν επί αιώνες να κρύβουν την ύπαρξή τους από την Ανθρωπότητα παρά τη φονική τους διατροφική ανάγκη για αίμα. Μονάχα η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία γνωρίζει την αλήθεια, εφόσον μία μυστική θρησκευτική τελετή εξορκισμού που πήγε στραβά υπήρξε κάποτε υπεύθυνη για τη γέννησή τους, στην Ευρώπη του ύστερου Μεσαίωνα. Από τότε το Βατικανό συντηρεί κρυφές, ολιγάριθμες ομάδες μισθοφόρων στην Ευρώπη και στην Αμερική, καταλλήλως εξοπλισμένες για την ανίχνευση και εξόντωση βρικολάκων. Ο Τζακ Κρόου (Τζέιμς Γουντς), αδίστακτος, τραχύς και έμπειρος κυνηγός κεφαλών, είναι ο αρχηγός της βορειοαμερικανικής ομάδας και λογοδοτεί απευθείας στην Εκκλησία. Η συνάντησή του όμως με τον Βάλεκ στο Νέο Μεξικό, τον γηραιότερο και πιο ισχυρό βρικόλακα, οδηγεί στον βίαιο αποδεκατισμό της ομάδας του και στην έναρξη μίας νέας αναμέτρησης: υποπτευόμενος πως κάποιος τους έχει προδώσει, ο Κρόου πρέπει τώρα να εμπιστευτεί τον παλιό του συνεργάτη Μοντόγια (Ντάνιελ Μπάλντουιν) – μοναδικό επιζώντα της παλιάς ομάδας – έναν ιερέα-λόγιο και μία πόρνη δαγκωμένη από τον Βάλεκ (Σέρυλ Λη), με μόνο ελάχιστες ημέρες ζωής προτού μεταμορφωθεί και η ίδια σε βαμπίρ, προκειμένου να εντοπίσει πριν από εκείνον ένα παμπάλαιο τελετουργικό τεχνούργημα, ικανό να αλλάξει για πάντα την ισορροπία μεταξύ ανθρώπων και βρικολάκων…
     Αξιοπρεπής ταινία δράσης και τρόμου από τον Τζον Κάρπεντερ, εμπνευσμένη ίσως από την επιτυχία του Από το σούρουπο ως την αυγή (1996), κάτω όμως του καλλιτεχνικού πήχη τον οποίον ο ίδιος είχε θέσει κατά τη δεκαετία του 1980. Με σφιχτή πλοκή στηριγμένη σε μυθιστόρημα του 1990, καλό ρυθμό και όμορφα, λαμπερά πλάνα της ηλιόλουστης βορειοαμερικανικής ερήμου, οι Βρικόλακες είναι κατ’ ουσίαν ένα σύγχρονο σπαγγέτι γουέστερν με στοιχεία σκοτεινού φάνταζυ – επίσης, άλλος ένας φόρος τιμής του δημιουργού στη φιλμογραφία του Χάουαρντ Χοκς. Καθόλου τυχαία ο Κάρπεντερ ανέλαβε μεν το εγχείρημα κατ’ εντολή χολιγουντιανού στούντιο, αλλά συγχώνευσε και τροποποίησε σημαντικά τα δύο εναλλακτικά σενάρια τα οποία του είχαν παραδοθεί, ώστε να χαράξει το δικό του στίγμα στο έργο. Οι βρικόλακες εδώ είναι – εσκεμμένα – παντελώς μονοδιάστατα τέρατα ενδιαφερόμενα μόνο για τον επόμενο φόνο που θα διαπράξουν, αλλά οι άγριοι και σεξιστές αντιήρωες διώκτες τους με τον βίαιο και εγκληματικό χαρακτήρα στην πραγματικότητα δεν διαφέρουν πολύ. Ο σκηνοθέτης στήνει όμορφα και ατμοσφαιρικά στατικά κάδρα, πνιγμένα στο φως της ερήμου αντί για την αγαπημένη του σκοτεινιά, αξιοποιεί πλίνθινα χωριά ως σκηνικά και συνθέτει ταιριαστή μουσική πλουσιότερη από το σύνηθες – κιθαριστική με μπλουζ χροιά – όχι όμως ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη.

Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Κινηματογράφος: «Απόδραση από το Λος Άντζελες» (1996)




     2013. Οι ΗΠΑ είναι μία νεοσυντηρητική θεοκρατική χώρα, κυβερνώμενη αυταρχικά από έναν ισόβιο Πρόεδρο στηριγμένο στην κρατική καταστολή. Το Λος Άντζελες, ύστερα από τον καταστρεπτικό σεισμό του 2000, έχει ισοπεδωθεί, έχει αποκοπεί από την ενδοχώρα της Καλιφόρνια και έχει μετατραπεί σε νησί-φυλακή, όπου η κυβέρνηση εξορίζει ως εγκληματίες όσους παραβαίνουν τον νόμο ή τον αυστηρό ηθικό κώδικα  και τους κανόνες πολιτικής ορθότητας του θρησκευόμενου Προέδρου: άθεοι, μουσουλμάνοι, πόρνες, χρήστες ψυχοτρόπων ουσιών, καπνιστές και κρεατοφάγοι. Εκεί οι κατάδικοι ζουν ανεπιτήρητοι, διασπασμένοι σε αντίπαλες συμμορίες και χωρίς δυνατότητα διαφυγής. Ο πάλαι ποτέ βετεράνος των Ειδικών Δυνάμεων Σνέικ Πλίσκεν (Κερτ Ράσελ) έχει συλληφθεί για άλλη μια φορά και καταλήγει έτοιμος για μεταφορά στο Λος Άντζελες, μα ο ίδιος ο Πρόεδρος τον στρατολογεί με μία προσφορά: θα λάβει πλήρη χάρη αν διεισδύσει στην κατεστραμμένη πόλη, ανακτήσει ένα μυστικό υπερόπλο το οποίο έχει καταπέσει στο νησί και το επιστρέψει στις Αρχές των ΗΠΑ.
     Το όπλο δεν είναι παρά το τηλεχειριστήριο για ένα παγκόσμιο δίκτυο στρατιωτικών τεχνητών δορυφόρων (με κωδικό όνομα «Δαμόκλειος Σπάθη»), ικανό να πλήξει οποιαδήποτε περιοχή του πλανήτη με ηλεκτρομαγνητικό παλμό και να καταστρέψει άμεσα κάθε ηλεκτρονική συσκευή στην εμβέλειά του, ενώ η κλοπή του οφείλεται στην ίδια την κόρη του προέδρου (ονόματι… Ουτοπία) όταν αυτή προσηλυτίστηκε στις ιδέες του Κουέρβο Τζόουνς, αυταρχικού Περουβιανού αντάρτη και αρχισυμμορίτη του Λος Άντζελες. Ο Τζόουνς σκοπεύει να αξιοποιήσει τη Δαμόκλειο Σπάθη ώστε να καταστρέψει τον αμυντικό μηχανισμό των ΗΠΑ, διευκολύνοντας έτσι μία επικείμενη εκδικητική εισβολή λατινοαμερικανικών χωρών του Γ’ Κόσμου στη Β. Αμερική, αλλά ο Πλίσκεν δεν έχει ούτε τη διάθεση ούτε την πολυτέλεια να επιλέξει στρατόπεδο: οι υπάλληλοι του Προέδρου τον μολύνουν με έναν θανατηφόρο ιό και υπόσχονται να του δώσουν το αντίδοτο μόνο αν ανακτήσει με επιτυχία το τηλεχειριστήριο μες στις επόμενες δέκα ώρες…

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

Κινηματογράφος: «Στο στόμα της τρέλας» (1994)




     Ο Τζον Τρεντ (Σαμ Νηλ) είναι ιδιώτης ερευνητής ασφαλειών, με ταλέντο στον εντοπισμό απατών για λογαριασμό του εκάστοτε πελάτη του – ασφαλιστικών εταιρειών κυρίως. Ένα μεσημέρι δέχεται παρ’ ολίγο δολοφονική επίθεση με τσεκούρι, στο κέντρο της Νέας Υόρκης, από έναν άγνωστό του μεσήλικα, ο οποίος αποδεικνύεται πως ήταν ο ατζέντης του διασημότερου σύγχρονου συγγραφέα τρόμου: του Σάτερ Κέιν (Γιούργκεν Πρόχνοφ). Καθώς ο Κέιν έχει εξαφανιστεί εδώ και μήνες χωρίς να έχει αποστείλει στον εκδοτικό του οίκο το πολυαναμενόμενο χειρόγραφο του τελευταίου του μυθιστορήματος (με τίτλο… «Στο στόμα της τρέλας»!), ο εκδότης του (Τσάρλτον Ίστον) προσλαμβάνει τον Τρεντ και του αναθέτει να εντοπίσει τον εκκεντρικό συγγραφέα. Ταυτόχρονα, βίαιες ταραχές ξεσπούν σποραδικά στα μεγάλα βιβλιοπωλεία των ΗΠΑ όσο οι οπαδοί του Κέιν δυσφορούν με τις συνεχείς καθυστερήσεις του νέου του βιβλίου – η λογοτεχνία του έχει την τάση να επηρεάζει ορισμένους αναγνώστες και να τους ωθεί στη βία. Ο Τρεντ, ερευνώντας την υπόθεση, συνειδητοποιεί πως τα εξώφυλλα των μυθιστορημάτων του Κέιν σχηματίζουν έναν χάρτη της Νέας Αγγλίας και υποδεικνύουν τη μικρή πόλη στην οποία ο συγγραφέας κρύβεται, μια πόλη η οποία δεν θα έπρεπε να υπάρχει στον πραγματικό κόσμο αφού δεν είναι παρά το αποκρουστικό σκηνικό κοσμικού τρόμου όπου εκτυλίσσονται τα περισσότερα μυθιστορήματά του: το Χομπς Εντ. Πεπεισμένος πως πρόκειται για απάτη και για διαφημιστικό κόλπο του εκδοτικού οίκου, αποφασίζει να ταξιδέψει στο Χομπς Εντ – με τη συνοδεία της επιμελήτριας του Κέιν (Τζούλι Κάρμεν), κατ’ εντολή του εκδότη του –, να αποκαλύψει την πλεκτάνη και να ανακτήσει το χαμένο χειρόγραφο…
     Ο Τζον Κάρπεντερ επιστρέφει σκηνοθετικά, για τελευταία φορά σε πλήρη φόρμα, έξι χρόνια μετά το κλασικό b-movie Ζουν ανάμεσά μας (1988) και δύο χρόνια μετά το παντελώς αποτυχημένο φιλμ Οι περιπέτειες ενός αόρατου ανθρώπου (1992), έχοντας τώρα υψηλότερο προϋπολογισμό και διαλεχτό καστ στη διάθεσή του (Σαμ Νηλ, Τσάρλτον Ίστον, Γιούργκεν Πρόχνοφ). Παραδίδει έτσι μία καλοφτιαγμένη, πολυεπίπεδη και ευφάνταστη ταινία τρόμου, από τις καλύτερες της καριέρας του και από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου δεν έχει γράψει ο ίδιος το σενάριο. Το Στόμα της τρέλας είναι μία ταινία εμποτισμένη από την αύρα του Χάουαρντ Φ. Λάβκραφτ, με τις θεματικές του σεναρίου να παραπέμπουν απευθείας στο έργο του κλασικού αυτού μεσοπολεμικού συγγραφέα της κατηγορίας: παραφροσύνη, κοσμικός τρόμος και ασημαντότητα της Ανθρωπότητας, συνωμοσίες με σκοπό την επικείμενη επιστροφή στη Γη των αδιανόητων «Μεγάλων Παλαιών» – με την τερατώδη εμφάνιση γλοιωδών και γιγάντιων  κεφαλόποδων –, αρχικά σκεπτικιστής ήρωας ο οποίος σταδιακά καταδύεται στη φρίκη όσο ξεδιαλύνει το μυστήριο, μικρές πόλεις της Νέας Αγγλίας ως σκηνικό, αποκρουστικοί, αιμοσταγείς και σωματικά παραμορφωμένοι λάτρεις των αλλόκοσμων μεγαθηρίων που έχουν με ευχαρίστηση απολέσει το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ταυτότητάς τους.

Κινηματογράφος: «Ζουν ανάμεσά μας» (1988)




     Σε ένα υπερσύγχρονο Λος Άντζελες ρημαγμένο από την ανεργία και την ταξική διαίρεση – αλλά πάντα ηλιόλουστο – ένας γεροδεμένος, απολυμένος εργάτης από την επαρχία αναζητά μάταια μια θέση εργασίας σε οικοδομές και τις νύχτες κοιμάται σ’ έναν καταυλισμό αστέγων. Συνεχίζει ωστόσο να πιστεύει στο σύστημα, να πιστεύει «στην Αμερική», να περιμένει τη μέρα που τα πράγματα «θα διορθωθούν». Όταν αντιλαμβάνεται πως ο χριστιανικός ναός δίπλα στον καταυλισμό αποτελεί απλώς τη βιτρίνα για μια μυστική οργάνωση διωκόμενη από την Αστυνομία, βιώνοντας ως αποτέλεσμα στο πετσί του την κρατική καταστολή μέσω μιας νυχτερινής εκκαθαριστικής επιχείρησης διάλυσης του παράνομου καταυλισμού, αρχίζει να συνειδητοποιεί μια κρυμμένη, τρομακτική αλήθεια. Ένα ζευγάρι γυαλιών ηλίου από τα ερείπια της εκκλησίας – τμήμα ενός φορτίου το οποίο η οργάνωση σύντομα επρόκειτο να διαθέσει στην κυκλοφορία – επιτρέπει σε όποιον τα φορά να βλέπει την πραγματική εικόνα του αστικού περιβάλλοντος: η άρχουσα τάξη και ένα ποσοστό των αστυνομικών είναι εξωγήινοι εισβολείς με τερατώδη μορφή, ενώ οι τηλεοπτικές εικόνες, τα περιοδικά έντυπα και οι διαφημιστικές πινακίδες περιέχουν κρυμμένα υποσυνείδητα μηνύματα κατασκευασμένα ώστε να προτρέπουν τον πληθυσμό στην υπακοή και στην υπερκατανάλωση. Η Γη έχει εδώ και καιρό αποικιστεί από διαπλανητικούς εμπόρους που βρήκαν στον πλανήτη μας έναν γαλαξιακό Γ’ Κόσμο... Η πραγματικότητα αυτή παραμένει συσκοτισμένη χωρίς τα γυαλιά, εξαιτίας ενός μόνιμου υποσυνείδητου σήματος που εκπέμπεται από κάποιον κεντρικό σταθμό και παραμορφώνει την αντίληψη των ανθρώπων μέσω συστηματικής πλύσης εγκεφάλου…
     Ο Τζον Κάρπεντερ, στην κορύφωση ενός μακρού δημιουργικού σερί καταμεσής της δεκαετίας του 1980, συνεχίζει με ανεξάρτητη χρηματοδότηση έξω από το μεγάλο χολιγουντιανό κύκλωμα και το 1988 συγγράφει, σκηνοθετεί και συνθέτει μουσική για ένα – κλασικό σήμερα – b-movie, μια παρανοϊκή σάτιρα με ισόποσα στοιχεία επιστημονικής φαντασίας, δράσης και μαύρης κωμωδίας. Κατορθώνει ταυτόχρονα να εμποτίσει το Ζουν ανάμεσά μας με αριστερόστροφο πολιτικό σχολιασμό ενάντια στις επικρατούσες τότε πολιτικές της κυβέρνησης Ρήγκαν, χωρίς ίχνος ωστόσο διδακτισμού, στο πλαίσιο μίας εμπνευσμένης και επίκαιρης αλλά καθόλου υπαινικτικής αλληγορίας περί της ταξικής ιεράρχησης της κοινωνίας. Κι όλα αυτά σε μία περίοδο ακμής των γιάπηδων, του χρηματοπιστωτικού μεταβιομηχανικού καπιταλισμού, του ρηγκανικού / θατσερικού προγράμματος και – ταυτόχρονα – γιγάντωσης των κοινωνικών ανισοτήτων στη Δύση. Με φόντο μία λαμπερή μητρόπολη βυθισμένη στην αστική παρακμή ύστερα από τη λήξη της μεταπολεμικής «ευημερίας», με πρώτη ύλη μία σχετικά άγνωστη λογοτεχνική πηγή (ένα διήγημα του 1963), με πρωταγωνιστικό χαρακτήρα καταγόμενο από τα σπαγγέτι γουέστερν και αξιοποιώντας τακτικούς συνεργάτες του (π.χ. ηθοποιούς από την Απειλή του 1982 και τον Πρίγκιπα του σκότους του 1987), ο Κάρπεντερ σφυρηλατεί μία διασκεδαστική περιπέτεια με έμφαση στη φυσική δράση και με διάχυτο χιούμορ.

Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Κινηματογράφος: «Ο πρίγκιπας του σκότους» (1987)




     Στα κλειδωμένα υπόγεια ενός ερειπωμένου ρωμαιοκαθολικού ναού του Λος Άντζελες, κρύβεται μία μυστική αδελφότητα ιερέων η οποία επί είκοσι αιώνες έχει διαφυλάξει ένα τρομακτικό μυστικό: ο Σατανάς υπάρχει πραγματικά και υλικά στον φυσικό κόσμο, στα μόρια ενός παράδοξου, στροβιλιζόμενου και παχύρευστου πράσινου υγρού το οποίο φέρει την ουσία του, είναι σε θέση να μολύνει ανθρώπους και να παρασιτήσει μέσα τους, καταλαμβάνοντας και ελέγχοντας το κορμί και τον νου τους, αλλά ευτυχώς το υγρό αυτό είναι σφραγισμένο σε έναν μεταλλικό κύλινδρο φυλασσόμενο στα υπόγεια του εν λόγω ναού. Ο Ιησούς Χριστός, ένας προηγμένος ανθρωποειδής εξωγήινος, γνώριζε πως μια μέρα ο Σατανάς θα ξεκλείδωνε τη φυλακή του και θα διέφευγε στην επιφάνεια της Γης σπέρνοντας τον θάνατο, προσπαθώντας ταυτόχρονα να φέρει στο Σύμπαν μας τον Πατέρα του – τον εξόριστο από την πραγματικότητα «Αντίθεο»!
     Προσπάθησε να προειδοποιήσει τους συγχρόνους του ότι το Κακό δεν είναι απλώς μία διανοητική μεταφορά, μία τάση στο εσωτερικό του ανθρώπινου ψυχισμού, αλλά πως υπάρχει στ’ αλήθεια. Δεν εισακούστηκε και ως αποτέλεσμα σχηματίστηκε η μυστική αδελφότητα για να διαφυλάξει την «αιρετική» γνώση του στο περιθώριο. Στο παρόν, ο τρέχων επικεφαλής της (Ντόναλντ Πλέζενς) συνειδητοποιεί ότι ο κύλινδρος έχει αρχίσει να ανοίγει και ζητά τη συμβολή ενός αναγνωρισμένου ακαδημαϊκού φυσικού επιστήμονα με κλίση στη φιλοσοφία (Βίκτορ Γουόνγκ), ώστε να αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ο κίνδυνος και να διαδοθεί η γνώση στο ευρύ κοινό. Οι δύο άνδρες και μια μεγάλη επιστημονική ομάδα στήνουν ένα ερευνητικό εργαστήριο στον ερειπωμένο ναό, καταμεσής των πιο υποβαθμισμένων γειτονιών του Λος Άντζελες, με σκοπό να περάσουν ένα Σαββατοκύριακο μελετώντας τον παμπάλαιο κύλινδρο. Όμως η ώρα της αφύπνισης έχει έρθει…
     Με μόνο 3 εκατομμύρια δολάρια στη διάθεσή του και χωρίς μεγάλο στούντιο αυτή τη φορά να τον υποστηρίζει, ύστερα από την αποτυχία του Χαμού στην Τσαϊνατάουν κατά το προηγούμενο έτος, ο Τζον Κάρπεντερ παραδίδει το 1987 μία ατμοσφαιρική και στυλιζαρισμένη ταινία τρόμου β’ διαλογής, με τη μικρή συμβολή του ροκ τραγουδιστή Άλις Κούπερ (εμφανίζεται σε μικρό ρόλο, υπογράφει ένα τραγούδι της μουσικής επένδυσης) και έχοντας ως κεντρική ιδέα τη διασταύρωση του συμβατικού υπερφυσικού τρόμου με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας, στηριγμένα στη σύγχρονη θεωρητική φυσική. Το τελικό αποτέλεσμα φέρει σε κάθε καρέ την υπογραφή του «μάστορα» Κάρπεντερ, ο οποίος αξιοποιεί τακτικούς συνεργάτες του (π.χ. οι ηθοποιοί Πλέζενς, της Νύχτας με τις μάσκες, και Γουόνγκ, του Χαμού στην Τσαϊνατάουν) και τις συνήθεις κινηματογραφικές μεθόδους του: ευρυγώνια πλάνα με εξαιρετική γεωμετρική αρμονία, ατμοσφαιρικοί φωτισμοί και φωτοσκιάσεις, χαρακτηριστικά λιτή αλλά ρυθμική μουσική υπόκρουση από συνθεσάιζερ και δυσοίωνα κρουστά, πλαστικές κινήσεις της κάμερας, καλοφτιαγμένα σκηνικά, σφιχτός αλλά όχι φρενήρης αφηγηματικός ρυθμός στο πλαίσιο μιας βραδύκαυστης πλοκής.