Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Δώδεκα πίθηκοι» (1995)

ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΠΙΘΗΚΟΙ

«TWELVE MONKEYS»




     Το 1997 πέντε δισεκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν εξαιτίας ενός θανατηφόρου ιού, κατασκευασμένου σε εργαστήριο. Το 2035 μία ελίτ επιστημόνων οι οποίοι ελέγχουν μία υπόγεια κοινωνία επιζησάντων, αποστέλλει στο παρελθόν έναν κατάδικο ονόματι Τζέιμς Κόουλ (Μπρους Γουίλις), υποσχόμενη σε αντάλλαγμα αποφυλάκιση, με εντολή να βρει μία αγνή, μη μεταλλαγμένη εκδοχή του ιού πριν από τη διάδοσή του και να τους την επιστρέψει στο μέλλον, ώστε να κατασκευάσουν αντίδοτο και τα απομεινάρια της Ανθρωπότητας να ανακτήσουν την επιφάνεια του πλανήτη. Λόγω σφάλματος, ο Κόουλ – με ξυρισμένο κεφάλι και γραμμοκώδικα κρατουμένου σε τατουάζ – καταφθάνει στη Βαλτιμόρη του 1990 αντί για το 1996, συλλαμβάνεται, κρίνεται αποπροσανατολισμένος ψυχασθενής και καταλήγει σε άσυλο φρενοβλαβών. Εκεί γνωρίζεται με τον παράφρονα αντισπισιστή ακτιβιστή Τζέφρι Γκόινς (Μπραντ Πιτ) και με την ψυχίατρο Κάθριν Ράιλι (Μαντλίν Στόου), η οποία γοητεύεται από την αναζήτησή του για τη μυστηριώδη «Στρατιά των Δώδεκα Πιθήκων», μία οικοτρομοκρατική οργάνωση-φάντασμα υπεύθυνη – κατά τον Κόουλ – για τη μελλοντική εξάλειψη της Ανθρωπότητας το 1997…
     Το πειραματικό μικρού μήκους φιλμ Η προβλήτα (La Jetée) του Κρις Μαρκέρ (1962) αποτέλεσε στα μέσα της δεκαετίας του 1990 την αφορμή για τη συγγραφή ενός ιδιόρρυθμου κατά παραγγελία σεναρίου, προοριζόμενου παραδόξως να μεταφερθεί στον κινηματογράφο από το χολιγουντιανό κύκλωμα. Από τον σεναριογράφο των Blade Runner και των Ασυγχώρητων Ντέιβιντ Πιπλς, από τον σκηνοθέτη του Μπραζίλ, του Μινχάουζεν και του Βασιλιά της μοναξιάς – καθώς και πάλαι ποτέ μέλος των Μόντι Πάιθον – Τέρι Γκίλιαμ, μα και με τη συμμετοχή γνωστών υπερατλαντικών αστέρων της βιομηχανίας στους πρωταγωνιστικούς ρόλους (Γουίλις, Στόου, Πιτ), το εγχείρημα αυτό έμεινε ως ένα από τα πιο κλασικά της κινηματογραφικής επιστημονικής φαντασίας του ‘90. Όχι το πιο βαθυστόχαστο ή περιεκτικό φιλμ του Γκίλιαμ, αλλά σίγουρα ένα από τα περισσότερο οπτικά εντυπωσιακά και προσεγμένα του. Το ζοφερό κλίμα παράνοιας και σαπίλας, οι υψηλές αξίες παραγωγής, το ρυθμικό σενάριο με τη γριφώδη και λαβυρινθώδη δομή, η νοσταλγική μουσική επένδυση σχεδιασμένη να ανακαλεί μνήμες ενός «χαμένου χρυσού παρελθόντος» (π.χ. Λούις Άρμστρονγκ και αργεντίνικο ταγκό), οι πολύ καλές ερμηνείες (υποψήφιος για Βραβείο Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου και κάτοχος Χρυσής Σφαίρας ο ανερχόμενος τότε Μπραντ Πιτ, η πιο αβανταδόρικη και πετυχημένη ερμηνεία του Γουίλις πριν από την Έκτη αίσθηση) και το γοητευτικά δυστοπικό όραμα του Γκίλιαμ κατέστησαν το αποτέλεσμα σημαντική καλλιτεχνική επιτυχία. Η συμμετοχή ηθοποιών δημοφιλών στο νεανικό κοινό, επιβεβλημένη από τους παραγωγούς ενώ ο σκηνοθέτης αρχικά σκεφτόταν τους Νικ Νόλτε και Τζεφ Μπρίτζες αντί για τους Γουίλις και Πιτ, το ευπρόσιτο του εγχειρήματος σε σχέση με το Μπραζίλ λόγω του πολύ συγκρατημένου σουρεαλιστικού τόνου, και η μεγάλη διαφημιστική καμπάνια του στούντιο της Universal – η ίδια εταιρεία με την οποία ο Γκίλιαμ είχε έρθει σε προστριβές μία δεκαετία νωρίτερα, για την τύχη του Μπραζίλ – διασφάλισαν την εμπορική απήχηση. Με κόστος 30 εκατομμυρίων δολαρίων, οι Δώδεκα πίθηκοι απέφεραν τελικά συνολικά έσοδα περισσότερα από 160 εκατομμύρια.

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Το Παιχνίδι» (1997)

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

«THE GAME»




     Ο Νίκολας Βαν Όρτον (Μάικλ Ντάγκλας) είναι ένας πάμπλουτος επενδυτής του Σαν Φρανσίσκο, κληρονόμος μιας γιγάντιας περιουσίας, μόνος ένοικος της έπαυλης όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια και είδε, όσο ήταν παιδί ακόμα, τον πατέρα του να αυτοκτονεί. Χωρισμένος, μοναχικός, αποξενωμένος από τον αδελφό του Κόνραντ (Σων Πεν) και μονίμως κακοδιάθετος, ο μεσήλικας Νίκολας βλέπει με κρυφό τρόμο να πλησιάζει η μέρα των 48ων γενεθλίων του – η ηλικία στην οποία είχε πέσει από τη στέγη του σπιτιού τους ο αυτόχειρας πατέρας του. Εντελώς αναπάντεχα εμφανίζεται στη ζωή του ξανά ο Κόνραντ με ένα τελείως πρωτότυπο δώρο γενεθλίων: τον έχει συστήσει σε μία ιδιότυπη εταιρεία «αναψυχής», ειδικευμένης στο να «εμπλουτίζει» με περιπέτεια και σασπένς την καθημερινότητα των βαθύπλουτων πελατών της – μεγάλη μυστικότητα περιβάλλει αυτό το «Παιχνίδι», το οποίο είναι διαφορετικό και παραμετροποιημένο για τον κάθε πελάτη. Πολύ σύντομα το Παιχνίδι εισβάλει στη ζωή του Νίκολας, μοιάζοντας αρχικά με συρραφή από ιδιόρρυθμες φάρσες, πλαστοπροσωπίες, σκηνοθετημένες «συμπτώσεις» και σκετς από επαγγελματίες ηθοποιούς αυτοβούλως εμπλεκόμενους στην καθημερινότητα του ήρωα, όπου όμως ο «ένοχος» δεν αποκαλύπτεται και οι μάσκες δεν πέφτουν στο τέλος. Πριν περάσουν πολλές μέρες, το Παιχνίδι αρχίζει να γίνεται βίαιο και να βγαίνει εκτός κάθε ελέγχου, όσο ο αλλόφρων πρωταγωνιστής καταδύεται στην παράνοια μην μπορώντας να διακρίνει τι είναι τμήμα του Παιχνιδιού και τι είναι πραγματικότητα… Σύντομα τα ίχνη μιας ευρύτερης συνωμοσίας γίνονται ορατά.
    Μία διετία μετά το αριστουργηματικό Seven του 1995, ο Ντέιβιντ Φίντσερ σκηνοθετεί ένα ευρηματικό αφηγηματικό υβρίδιο μεταξύ της λογοτεχνικής Χριστουγεννιάτικης ιστορίας του Ντίκενς και του φιλμικού Κασκαντέρ του Ρίτσαρντ Ρας (1980), με κάθε εμφανές ίχνος χιούμορ ωστόσο να έχει αποστραγγιστεί και με το φιλμ να μοιάζει πιο συμβατικά ενταγμένο στον κανόνα του εμπορικού χολιγουντιανού ψυχολογικού θρίλερ με ηθοποιούς-αστέρες και στοιχεία περιπέτειας. Με αυτά τα δεδομένα, οι συντελεστές πλάθουν μία ενδιαφέρουσα και σκοτεινή σάτιρα της ρηγκανικής γενιάς των γιάπηδων, πασπαλίζοντας ένα γλυκανάλατο μήνυμα περί της κενότητας μιας ζωής εστιασμένης στην απληστία και στον υλικό πλουτισμό με υπόγεια επιστημολογικά ερωτήματα. Ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί ατμοσφαιρικά το αστικό τοπίο με ταχείς ρυθμούς, χάρη και ψυχρά χρώματα, εμμένοντας σε σκούρες αποχρώσεις του γαλάζιου, του καφέ ή του πράσινου και καταγράφοντας λιτά την παγωμένη εχθρότητα του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού προς τον Άνθρωπο. Επιλέγει όμως να επικεντρωθεί κυρίως στους ηθοποιούς και στο ανά χείρας σενάριο, επιμελημένο σε ένα δεύτερο πέρασμα από τον σεναριογράφο του Seven. Οι ερμηνείες είναι ικανοποιητικές, με τον αστέρα Ντάγκλας να αποδεικνύει πως κατέχει ένα επαρκές εύρος υποκριτικών ικανοτήτων, απεικονίζοντας τη μετάβαση του ήρωα από τον εγωκεντρικό και αλαζονικό κυνισμό στην παράνοια και από εκεί σε μια στοιχειώδη αυτοκριτική και επανεκτίμηση της ζωής. Άλλωστε, κατά τη δεκαετία πριν από το Παιχνίδι ο Ντάγκλας είχε αναλάβει ξανά παρεμφερείς ρόλους στο κινηματογραφικό κύκλωμα του Χόλιγουντ. Ο Πεν αξιοποιείται ελάχιστα, καθώς το φιλμ επικεντρώνεται σχεδόν πλήρως στον χαρακτήρα του Νίκολας, μα δυναμιτίζει εύκολα τις μόνον τρεις σκηνές όπου εμφανίζεται.

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Seven» (1995)

SEVEN

«SEVEN»




     Μία ατμοσφαιρική και στέρεα ταινία με αντισυμβατικό φινάλε και ίχνη νουάρ αισθητικής, το «Blade Runner της δεκαετίας του ’90» όπως αποκλήθηκε, η δεύτερη μεγάλη κινηματογραφική δουλειά του παλαίμαχου σκηνοθέτη μουσικών βιντεοκλίπ Ντέιβιντ Φίντσερ, ύστερα από την τραυματική γι' αυτόν παραγωγή του Alien 3 το 1992. Το Seven είναι όλα αυτά και ακόμα περισσότερα: το πιο πεσιμιστικό και σκοτεινό αστυνομικό θρίλερ της εποχής του. Η πλοκή εύκολα υπερβαίνει τα αφηγηματικά κλισέ στα οποία στηρίζεται – αταίριαστο αλλά αποτελεσματικό δίδυμο ερευνητών με αντικρουόμενες αντιλήψεις, ένας βετεράνος και ένας νεοσύλλεκτος, παγιδεύεται στο νοσηρό διανοητικό παιχνίδι ενός δαιμόνιου κατά συρροή δολοφόνου – επιχειρώντας ένα βαθύτερο σχόλιο και μια σπουδή χαρακτήρων, εστιάζοντας όχι στις πράξεις αλλά στα κίνητρα. Η ηθική σήψη και η παρακμή του δυτικού πολιτισμού επικρατούν στα πλάνα του Φίντσερ, δίνοντας στην ταινία έναν υπόγειο αποκαλυπτικό τόνο. Η κουλτούρα μας έχει διανύσει το τελευταίο της στάδιο και επιστρέφει στις ρίζες της, στην Αναγέννηση και στους λογοτεχνικούς εκφραστές της – τον Δάντη Αλιγκέρι, τον Ουίλιαμ Σαίξπηρ, τον Τζον Μίλτον. Αυτοί και τα γραπτά τους, σχετικά με τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, είναι που θα δώσουν σε δύο τελείως διαφορετικούς αλλά και τόσο ίδιους ανθρώπους το έναυσμα για να συνειδητοποιήσουν το περιβάλλον σκότος.
     Ο ένας είναι ο ανώνυμος κατά συρροή δολοφόνος, που θεωρεί ότι ο μόνος τρόπος για να ακούσουν οι άνθρωποι το «κήρυγμά» του είναι να αποδώσει δικαιοσύνη σε επτά άτομα καθένα από τα οποία διέπραξε ένα από τα αμαρτήματα της μεσαιωνικής χριστιανικής φιλολογίας, δολοφονώντας τα με έναν ξεχωριστό, θεατρικό τρόπο ανάλογο της αμαρτίας τους και που παραπέμπει άμεσα σ’ αυτήν. Έτσι πιστεύει ότι ο κόσμος θα πάψει να προσπερνά την ηθική κατάπτωση και θα αφυπνιστεί από τον λήθαργο. Ο δεύτερος είναι ο μοναχικός, εγκεφαλικός, έμπειρος, κυνικός, ψύχραιμος, αλλά ευαίσθητος και καλλιεργημένος ντετέκτιβ της Αστυνομίας Ουίλιαμ Σόμερσετ (ένας κομψός και υπέροχα συγκρατημένος Μόργκαν Φρίμαν), μία εβδομάδα μόνο πριν από την εκούσια, πρόωρη συνταξιοδότησή του. Μην υποφέροντας άλλο τη βίαιη ζωή στην καταθλιπτική, πνιγηρή, υγρή και ανώνυμη μεγαλούπολη των ΗΠΑ όπου λαμβάνει χώρα η ιστορία, με τα σαπισμένα απ’ τη βροχή κτήρια μπαρόκ αισθητικής σαν ακόμα στεκούμενα ερείπια περασμένων μεγαλείων, επιθυμεί να παραιτηθεί και να δραπετεύσει από την αστική σήψη. Έχει προβεί ακριβώς στην ίδια παρατήρηση με τον φονιά: η διαφθορά, η αδιαφορία για τον πλησίον και η παρακμή επικρατούν στη σύγχρονη κοινωνία. Το επάγγελμά του ευθύνεται για την οδυνηρά βαθιά επίγνωση αυτής της κατάστασης, αφού ακόμα και ο ίδιος χρησιμοποιεί περιστασιακά αθέμιτα μέσα για να πετύχει τους στόχους του. Όμως η φύση του είναι αθώα και σε αντίθεση με τον ψυχικά διαταραγμένο, μεθοδικό αντίπαλό του δεν επινοεί καμία νοσηρή διέξοδο μισανθρωπίας, καταλήγοντας στην παραίτηση.

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Οι συνήθεις ύποπτοι» (1995)

ΟΙ ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΥΠΟΠΤΟΙ

«THE USUAL SUSPECTS»




     Πέντε άνδρες από τον υπόκοσμο της Νέας Υόρκης προσάγονται ως ύποπτοι για τη ληστεία ενός φορτηγού με όπλα. Ο ένας από αυτούς, ο Κίτον, είναι πρώην διεφθαρμένος αστυνομικός ο οποίος πλέον προσπαθεί να ανελιχθεί επιχειρηματικά με νόμιμους τρόπους και διατηρεί ερωτική σχέση με γνωστή δικηγόρο, ενώ ο λιγότερο διαβόητος, ο Ρότζερ «Βέρμπαλ» Κιντ, είναι απλώς ένας κουτσός και αφελής μικροαπατεώνας. Η ανάκρισή τους δεν καταλήγει πουθενά και αφήνονται ελεύθεροι, με την υποψία να πλανάται ότι η κοινή προσαγωγή τους ήταν στημένη από παρασκηνιακές δυνάμεις, με σκοπό να γνωριστούν και να οργανώσουν μια νέα, πραγματικά «δική τους» ληστεία. Παρά τους αρχικούς ενδοιασμούς του Κίτον και τη διάχυτη αίσθηση ότι χειραγωγούνται, πράγματι υποπίπτουν στον πειρασμό και κερδίζουν τρία εκατομμύρια δολάρια. Πολύ γρήγορα όμως αντιλαμβάνονται πως έχουν εμπλακεί σε έναν ιστό απάτης και ψεμάτων από τον οποίον δύσκολα θα διαφύγουν ζωντανοί. Ένα όνομα – θρύλος ακούγεται ξανά και ξανά σε σχέση με την υπόθεσή τους, αυτό του μυστηριώδους, φευγαλέου, πανίσχυρου και επίφοβου αρχιεγκληματία Κάιζερ Σόζε… Όλα θα καταλήξουν σε μια ανεξέλεγκτη φονική έκρηξη στο λιμάνι του Λος Άντζελες, ενώ την επόμενη μέρα ο συλληφθείς Κιντ θα προσπαθήσει να ανασυνθέσει τον γρίφο των γεγονότων για λογαριασμό της Αστυνομίας. Σε αυτή την προσπάθεια καλούμαστε ως μάρτυρες και συμμέτοχοι εμείς οι θεατές.
     Το 1995 ο σκηνοθέτης Μπράιαν Σίνγκερ έγινε ευρύτερα γνωστός στο χολιγουντιανό κύκλωμα κινηματογραφώντας υπέροχα το εν λόγω νεονουάρ θρίλερ, μία εικαστικά θεσπέσια και στυλιζαρισμένη αφηγηματική σπαζοκεφαλιά χιτσκοκικής παραπλάνησης με ευφυές σενάριο, ατμοσφαιρικά ντεκόρ και φωτογραφία, εξαίρετη διανομή ρόλων και προσεγμένη συνοδευτική ορχηστρική μουσική. Το πυκνό μυστήριο της εύρυθμης και ευρηματικής πλοκής, η μη γραμμική αφήγηση με τις περιστασιακές αναδρομές και τις πολλαπλές αντικρουόμενες οπτικές, εστιάζει κυρίως στην ιστορία την οποία διηγείται εκ των υστέρων ο «βλάκας και ανάπηρος» Βέρμπαλ Κιντ στους αστυνομικούς ανακριτές του, μετά το μακελειό στο λιμάνι του Λος Άντζελες το οποίο παρακολουθούμε κατά την εισαγωγική σεκάνς και το οποίο στην πραγματικότητα είναι η κατάληξη της ιστορίας – σχεδόν όλο το φιλμ συνιστά μια αναδρομική εξιστόρηση από τον Κιντ. Ο θεατής χειραγωγείται από την, επικρατούσα στην ταινία και δραματικά αναπαριστώμενη, οπτική γωνία του τελευταίου, η οποία όμως συνεχώς υπονομεύεται λεκτικά από αντιτιθέμενα στοιχεία ή εικασίες που καταθέτει ο ανακριτής. Τελικά η αλήθεια παραμένει φευγαλέα και τα δρώμενα αμφίσημα, με μοναδική εξαίρεση το ανατρεπτικό φινάλε: εκεί η αντικειμενικότητα της αφήγησης επαναφέρεται, ίσα-ίσα όμως για να θέσει σε πλήρη αμφισβήτηση – μέσω της αποκάλυψης της πραγματικής ταυτότητας του σχεδόν υπεράνθρωπου και θρυλικού Κάιζερ Σόζε – την ακρίβεια σχεδόν όλων όσων έχουν προηγηθεί! Ο θεατής αντιλαμβάνεται πως ως εκείνη τη στιγμή έχει εκτεθεί μονάχα σε χειραγωγούμενες εκδοχές της αλήθειας, μυθοπλασίες διαμορφωμένες πάντα με γνώμονα προσωπικά συμφέροντα ή σκοτεινά ελατήρια, και ότι η πραγματικότητα παραμένει τελικά απροσπέλαστη.

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Περιοχή Εννέα» (2009)

ΚΙΝ/ΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Κινηματογράφος: Στάργκεϊτ (1994, «Stargate»)
==> Κινηματογράφος: Περιοχή Εννέα (2009, «District 9») <==
Κινηματογράφος: Beyond the Black Rainbow (2010)

ΠΕΡΙΟΧΗ ΕΝΝΕΑ

«DISTRICT 9»




     Το 1982 ένα γιγάντιο διαστημόπλοιο με ένα εκατομμύριο εξαθλιωμένους και πεινασμένους νοήμονες εξωγήινους («Γαρίδες», ομοιάζουσες με δίμετρα δίποδα έντομα), πρόσφυγες από μια άγνωστη καταστροφή, σταματά πάνω από το Γιοχάνεσμπουργκ της Νοτιοαφρικανικής Ένωσης. Η κυβέρνηση τους περιορίζει σε μία περιφραγμένη επικράτεια υπό μορφή παραγκούπολης, την «Περιοχή 9» όπου ανθεί το έγκλημα, η πορνεία και το λαθρεμπόριο, ενώ ο υπόλοιπος πλανήτης παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα. Για τις επόμενες τρεις δεκαετίες καμία εξέλιξη δεν συμβαίνει: το διαστημόπλοιο παραμένει διαρκώς αμετακίνητο στον ουρανό του Γιοχάνεσμπουργκ και οι εξωγήινοι αναγκάζονται να αναζητούν το φαγητό τους στα σκουπίδια, ενόσω οι κάτοικοι της περιβάλλουσας επικράτειας παραπονιούνται για την παρουσία της Περιοχής 9. Μία ιδιωτική πολυεθνική εταιρεία, η Multi-National United (MNU) έχει αναλάβει τη φύλαξη των εξωγήινων αλλά και την εκμετάλλευση της ιδιόρρυθμης και προχωρημένης οπλικής τεχνολογίας τους – ενεργοποιούμενης μόνο μέσω επαφής με δικό τους DNA και άρα όχι άμεσα αξιοποιήσιμης από συνηθισμένους Ανθρώπους. Το 2010 η MNU εκκινεί ένα πρόγραμμα βίαιης μετακίνησης των Γαρίδων στην πολύ πιο απομακρυσμένη «Περιοχή 10», όμως η κατασκευή ενός παράξενου υγρού από κάποιον εκ των εξωγήινων το οποίο έχει τη δυνατότητα να μετατρέπει σταδιακά έναν Άνθρωπο σε Γαρίδα τροποποιώντας το DNA του, παρεμβαίνει απρόβλεπτα στα γεγονότα.
     Ουσιαστικά δεν έχουμε παρά ένα ευφάνταστο και βίαιο b-movie με μία προφανή αντιρατσιστική αλληγορία στρεφόμενη κατά του απαρτχάιντ (το φιλμ έχει Νοτιοαφρικανούς συντελεστές και έχει κινηματογραφηθεί στη Νότια Αφρική), σαφώς επηρεασμένο σεναριακά σε …ύποπτο βαθμό από την ταινία Alien Nation του 1988, αλλά με υψηλό προϋπολογισμό 30 εκατομμυρίων δολαρίων και τον Πίτερ Τζάκσον στην παραγωγή. Η ταινία εμπνέεται από αληθινό περιστατικό του 1966 (χωρίς εξωγήινους φυσικά), στηρίζεται σε ένα παλαιότερο φιλμάκι μικρού μήκους του νεαρού σκηνοθέτη Μπλόμκαμπ, ενώ προέκυψε μετά την αποτυχία του Τζάκσον να εξασφαλίσει την κινηματογραφική μεταφορά του ηλεκτρονικού παιχνιδιού Halo (το οποίο αφηγείται έναν πόλεμο μεταξύ ανθρώπων και εξωγήινων). Κατά τ’ άλλα ο δημιουργός δήλωσε πως έχει επηρεαστεί από τις σκληροπυρηνικές χολιγουντιανές περιπέτειες δράσης και επιστημονικής φαντασίας της δεκαετίας του 1980 (π.χ. Εξολοθρευτής, Aliens, Ο Κυνηγός, Ρόμποκοπ κλπ) και δεν έχει άδικο – το τελευταίο ένα τρίτο του φιλμ (με τη μάχη μεταξύ του ποικιλοτρόπως «ενισχυμένου» πρωταγωνιστή και ενός στρατιωτικού αποσπάσματος) θα μπορούσε να αποτελεί έργο του Τζέιμς Κάμερον. Στα πρώτα δύο τρίτα της ταινίας ωστόσο η προσέγγιση είναι διαφορετική και πολύ πιο ενδιαφέρουσα.

Κινηματογράφος: «Στάργκεϊτ» (1994)

ΚΙΝ/ΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

==> Κινηματογράφος: Στάργκεϊτ (1994, «Stargate») <==
Κινηματογράφος: Περιοχή Εννέα (2009, «District 9»)
Κινηματογράφος: Beyond the Black Rainbow (2010)

ΣΤΑΡΓΚΕΙΤ

«STARGATE»




     Στην Αίγυπτο του 1928 μία αρχαιολογική ανασκαφή ανακαλύπτει θαμμένο κάτω από ερείπια ένα περίτεχνο προϊστορικό τεχνούργημα, έναν μεγάλης διαμέτρου δακτύλιο ο οποίος δεν φαίνεται να έχει κατασκευαστεί από ανθρώπινη τεχνολογία. Σε μια απόρρητη κυβερνητική εγκατάσταση των σημερινών ΗΠΑ υπό τον έλεγχο του Στρατού, ένας αδέξιος και ακαδημαϊκά περιθωριοποιημένος αιγυπτιολόγος ονόματι Ντάνιελ Τζάκσον (Τζέιμς Σπέιντερ), διαβόητος για τη θεωρία του πως οι Πυραμίδες της Γκίζας είναι κατά πολύ παλαιότερες από τις συμβατικές παραδοχές της επιστημονικής κοινότητας, ηγείται μίας προσπάθειας αποκρυπτογράφησης των ιερογλυφικών συμβόλων επάνω στο καλά κρυμμένο και παμπάλαιο τεχνούργημα. Όταν τα καταφέρνει, αποκαλύπτεται πως το τελευταίο είναι μία Αστροπύλη η οποία ανοίγει μία σκουληκότρυπα προς έναν γήινου τύπου πλανήτη σε έναν απόμακρο γαλαξία. Ένα στρατιωτικό απόσπασμα με επικεφαλής των αξιωματικό των Ειδικών Δυνάμεων Συνταγματάρχη Τζακ Ο’ Νηλ (Κερτ Ράσελ) – καταθλιπτικό με τάσεις αυτοκτονίας, μετά το δυστύχημα το οποίο του κόστισε τον θάνατο του μικρού του γιου – και με τη συνοδεία του Τζάκσον, διαβαίνει την Αστροπύλη και βρίσκεται σε έναν πλανήτη με ερημικό κλίμα και τοπίο, όπου ένα παρακλάδι του αρχαίου αιγυπτιακού πολιτισμού συνεχίζει ακόμα να κυβερνάται τυραννικά ως πάμφθηνο εργατικό δυναμικό από πανίσχυρους εξωγήινους, μεταμφιεσμένους στους θεούς των αιγυπτιακών μύθων...
     Το 1994, ο σεναριογράφος Ντην Ντέβλιν και ο σκηνοθέτης ταινιών δράσης Ρόλαντ Έμεριχ (γνωστός για φιλμ όπως ο Παγκόσμιος στρατιώτης και τα μεταγενέστερα Μέρα ανεξαρτησίας, Γκοτζίλα, Μετά την επόμενη μέρα) παρέδωσαν μέσω του χολιγουντιανού στούντιο της MGM το Στάργκεϊτ. Σεναριακά, πρόκειται για ένα μείγμα του Ντιουν, του Πολέμου των άστρων, των Κυνηγών της Χαμένης Κιβωτού και ψευδεπιστημονικών θεωριών περί «αρχαίων αστροναυτών» και εξωγήινης καταγωγής του ανθρώπινου πολιτισμού, όπως αυτές τις οποίες κατέστησε δημοφιλείς κατά τη δεκαετία του 1970 ο Έριχ φον Ντένικεν. Στιλιστικά, πρόκειται για μία απλοϊκή αλλά ειλικρινέστατη χολιγουντιανή ταινία δράσης, όπου σχεδόν περιμένει κανείς από στιγμή σε στιγμή να δει τις «φίλιες δυνάμεις» του ΝΑΤΟ να «διασώζουν» τους Άραβες γηγενείς από «δαιμονικούς» δικτάτορες σαν τον Σαντάμ Χουσεΐν και τον Μουαμάρ Καντάφι – το σκηνικό επιστημονικής φαντασίας μοιάζει σχεδόν δευτερεύον. Τα δάνεια από τις προαναφερθείσες κινηματογραφικές παραγωγές είναι εμφανέστατα, κυρίως στην εισαγωγική σεκάνς και στην απεικόνιση της καυτής ερήμου σε σκηνές μάχης ή «εξερεύνησης», ενώ οι δειλές απόπειρες για ανάπτυξη χαρακτήρων όχι μόνο αποτυγχάνουν παταγωδώς αλλά αποπροσανατολίζουν το εγχείρημα: η υποπλοκή με τις… τάσεις αυτοκτονίας του Ο’ Νηλ, τη στοργή που αναπτύσσει για έναν νεαρό γηγενή ο οποίος του θυμίζει τον νεκρό του γιο και την πυρηνική βόμβα που έχει κρυφά φέρει μαζί του, θα ήταν προτιμότερο να έχει αφαιρεθεί. Έτσι κι αλλιώς η υπονοούμενη διένεξη μεταξύ «δημιουργικότητας» / επιστήμης και «καταστροφής» / στρατιωτικών, η οποία χαρωπά και αφελώς επιλύεται στο φινάλε, είναι ένα περιεχόμενο στο οποίο δεν δίνεται καμία εμβάθυνση. Οι διεκπεραιωτικές ερμηνείες, τα μιλιταριστικά κλισέ, το στερεοτυπικό χιούμορ και η τυποποιημένη ανέλιξη της πλοκής μετά το μέσον της, αποδυναμώνουν περαιτέρω την ταινία.

Κινηματογράφος: «Άουτλαντ» (1981)

ΚΙΝ/ΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Κινηματογράφος: Σιωπηλή φυγή (1972, «Silent Running»)
Κινηματογράφος: Ανεξέλεγκτες καταστάσεις (1980, «Altered States») 
==> Κινηματογράφος: Άουτλαντ (1981, «Outland») <==
Κινηματογράφος: Στάργκεϊτ (1994, «Stargate»)
Κινηματογράφος: Beyond the Black Rainbow (2010)

ΑΟΥΤΛΑΝΤ

«OUTLAND»




     Στο μέλλον η Ανθρωπότητα έχει αποικήσει το Ηλιακό Σύστημα και ένα ορυχείο εξόρυξης τιτανίου έχει στηθεί στον ηφαιστειογενή δορυφόρο του Δία Ιώ. Οι συνθήκες ζωής των περίπου 1200 εργατών είναι δύσκολες στον απομονωμένο – χωρίς ατμόσφαιρα και με σεληνιακού επιπέδου βαρύτητα – δορυφόρο. Η Διεύθυνση του ορυχείου, υπόλογη στην ιδιοκτήτρια εταιρεία, είναι διατεθειμένη να κάνει τα πάντα προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η απόδοση της εγκατάστασης, συμπεριλαμβανομένης της πληρωμής σημαντικών πριμ παραγωγικότητας στους εργαζόμενους. Όταν ο Ο’Νηλ διορίζεται τοπικός Αστυνόμος και μετακομίζει στην Ιώ με τη σύζυγο και τον μικρό του γιο, αντιλαμβάνεται πως κάτι ύποπτο κρύβεται πίσω από τα αυξανόμενα περιστατικά αυτοκτονιών και βίαιων επιθέσεων μεταξύ του εργατικού δυναμικού κατά τον τελευταίο χρόνο. Η έρευνά του θα τον φέρει αντιμέτωπο με τη Διεύθυνση και γρήγορα θα αναγκαστεί να επιλέξει ανάμεσα στο καθήκον και στην οικογενειακή του γαλήνη, ή ακόμα και μεταξύ ζωής και θανάτου…
     Ριμέικ του γνωστού Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές αλλά σε μελλοντικό διαστημικό σκηνικό αντί για τη συνοριακή Άγρια Δύση του 19ου αιώνα, από μια εξαιρετική εποχή για την κινηματογραφική επιστημονική φαντασία και με την εντυπωσιακή παρουσία του Σον Κόνερι στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ένα διαστημικό γουέστερν κατ’ ουσία, το Άουτλαντ αφηγείται με στυλ μία συμβατική αστυνομική ιστορία διαφθοράς και πολέμου με το κατεστημένο στα σύνορα του πολιτισμού, σε ένα πολύ ενδιαφέρον όμως φόντο. Οι συνθήκες και οι ιεραρχικές δομές του ορυχείου παραπέμπουν στους επίκαιρους τότε (1981) εργατικούς αγώνες της Δ. Ευρώπης, προτού επέλθει η μετανεωτερική αποβιομηχάνιση, αλλά η εντυπωσιακά κλειστοφοβική και ρεαλιστικά βιομηχανική αισθητική των σκοτεινών χώρων όπου εκτυλίσσεται η ταινία – λεπτομερή και κομψά εργοστασιακά σκηνικά με ατελείωτους διαδρόμους που αποπνέουν βρωμιά, καπνό και πολυκαιρισμένο μέταλλο – ήταν έτσι κι αλλιώς εξαιρετικά δημοφιλής στον κινηματογράφο της περιόδου· είχαν προηγηθεί σ’ αυτόν τον τομέα μεγάλες επιτυχίες της κατηγορίας όπως ο Πόλεμος των άστρων ή το Alien, αλλά και το Σκοτεινό αστέρι του Κάρπεντερ. Παρά την έλλειψη πρωτοτυπίας όμως, η καλλιτεχνική διεύθυνση είναι το στοιχείο το οποίο καθιστά το φιλμ αξιομνημόνευτο και όχι το απλοϊκό περιεχόμενο κατά της εταιρικής απληστίας και υπέρ της εξύμνησης του ηρωισμού στην καθημερινότητα, ή η προβλέψιμη πλοκή με το ευτυχές τέλος. Υπέροχες μινιατούρες απίστευτης λεπτομέρειας αναπαριστούν τα διαστημόπλοια και το ορυχείο της ταινίας, ύποπτα παρόμοιο με… πλατφόρμα εξόρυξης πετρελαίου. Ταυτόχρονα, οι προσεγμένες σιωπές, τα εξαιρετικά πειστικά για την εποχή – και ορισμένες φορές αιματηρά – ειδικά εφέ, η ανησυχαστική, σχεδόν ατονική μουσική του πασίγνωστου Τζέρι Γκόλντσμιθ (επίσης μουσικοσυνθέτη του Πλανήτη των πιθήκων, του Πάτον, της Προφητείας, των Παιδιών από τη Βραζιλία, του Alien, του Σταρ Τρεκ, του Πνεύματος του Κακού, της Ολικής επαναφοράς και ούτω καθεξής), οι υπέρμετρα σπάνιες αλλά εξαιρετικά υλοποιημένες σκηνές δράσης ή αγωνίας, τα μεγαλειώδη πλάνα του γιγάντιου Δία στον κατάμαυρο ουρανό της αποικίας αλλά και οι ανάγλυφα τυχοδιωκτικοί ή ύποπτα περιθωριακοί χαρακτήρες, βοηθούν στην οικοδόμηση μιας γοητευτικής ατμόσφαιρας και συνεπαίρνουν τον θεατή για όσο χρόνο διαρκεί το εγχείρημα, παρά τον βραδύ ρυθμό του και ορισμένους σεναριακούς παραλογισμούς.

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Ανεξέλεγκτες καταστάσεις» (1980)

ΚΙΝ/ΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Κινηματογράφος: Στάργκεϊτ (1994, «Stargate»)
Κινηματογράφος: Περιοχή Εννέα (2009, «District 9»)
Κινηματογράφος: Beyond the Black Rainbow (2010)

ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

«ALTERED STATES»




     Ο Έντουαρντ Τζέσαπ, ένας νεαρός και εγωκεντρικός ερευνητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, έχει μια εμμονή με την εύρεση της απόλυτης αλήθειας σχετικά με τη ζωή και την ύπαρξη. Βασανιζόμενος από θρησκευτικά οράματα μέχρι τα 16 του, έπαψε να πιστεύει στον Θεό μετά τον οδυνηρό θάνατο του πατέρα του αλλά παρέμεινε μελετητής της μυστικιστικής εμπειρίας. Τώρα επιχειρεί να προσεγγίσει επιστημονικά το πρόβλημα, μέσω ψυχεδελικών ουσιών και δεξαμενών στέρησης αισθήσεων στα υπόγεια εργαστήρια των μεγάλων πανεπιστημιακών νοσοκομείων. Όταν έρθει σε επαφή και αρχίσει να πειραματίζεται με ένα αδοκίμαστο άγνωστο ψυχοτρόπο, παραδοσιακό βοήθημα των Ινδιάνων του Μεξικού σε θρησκευτικές τελετές, θα τεθεί σε κίνδυνο όχι μόνο η σχέση του με την ανθρωπολόγο σύζυγο και τους δύο ιατρούς συνεργάτες του, όχι μόνο η πίστη του στις φυσικές επιστήμες, αλλά και η ίδια η ανθρώπινη βιολογική του υπόσταση…
     Στον απόηχο της ψυχεδελικής αντικουλτούρας του ’60, ενώ είχαν γίνει ευρέως γνωστές οι επιστημονικές μελέτες περί του ψυχεδελικού LSD – ικανού να επιφέρει στον χρήστη παραισθησιογόνα «ταξίδια» παρόμοια με μυστικιστικές θρησκευτικές εμπειρίες – και στις μεσαίες τάξεις της Δύσης είχε διαδοθεί το εκλεκτικιστικό «πνευματικό κίνημα» της Νέας Εποχής – το οποίο κατέστησε εκ νέου δημοφιλή έναν ρηχό μεταφυσικό δυϊσμό, ποντάροντας στην εξωτική γοητεία της παραδοσιακής απωανατολικής φιλοσοφίας ή του αποκρυφισμού και συνθέτοντας τα εν λόγω στοιχεία με εκλαϊκευμένη ψυχολογία –, ένα σενάριο στηριγμένο σε επίκαιρο μυθιστόρημα της περιόδου δεινοπάθησε μέχρι να βρει σκηνοθέτη για τη χολιγουντιανή κινηματογραφική του μεταφορά. Το βιβλίο ήταν εμπνευσμένο από τις πραγματικές έρευνες του Αμερικανού Τζον Λίλυ, φυσικού, βιολόγου, ιατρού, ψυχαναλυτή και νευροεπιστήμονα ο οποίος εφηύρε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τις δεξαμενές απομόνωσης ως μέσα αισθητηριακής στέρησης, πειραματίστηκε με ψυχεδελικές ουσίες, πρωτοστάτησε σε μελέτες επικοινωνίας με δελφίνια, εντρύφησε στη γιόγκα και συνέβαλε στην ανάπτυξη της Εξίσωσης Ντρέικ, σημαντικής στην επιστημονική έρευνα για εξωγήινη νοημοσύνη (SETI). Τελικά ο σκηνοθέτης Κεν Ράσελ, μετά την εγκατάλειψη του φιλμ από τον Άρθουρ Πεν, αποδέχθηκε ένα εγχείρημα πολύ δύσκολο, αφού η ιστορία θα μπορούσε να διολισθήσει εύκολα στη γελοιότητα.

Κινηματογράφος: «Σιωπηλή φυγή» (1972)

ΚΙΝ/ΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Κινηματογράφος: Beyond the Black Rainbow (2010)

ΣΙΩΠΗΛΗ ΦΥΓΗ

«SILENT RUNNING»




     Στον απόηχο του εμβληματικού 2001: Η Οδύσσεια του διαστήματος (1968) το οποίο άλλαξε μια για πάντα την κινηματογραφική επιστημονική φαντασία, ο υπεύθυνος των ειδικών εφέ εκείνου του φιλμ-οροσήμου σκηνοθετεί – ένα χρόνο μετά τη συμβολή του στα ειδικά εφέ του επίσης εντυπωσιακού Στελέχους Ανδρομέδα (1971) – μία χαμηλών τόνων ταινία της κατηγορίας, στην εποχή του Νέου Χόλιγουντ και με πλήρη καλλιτεχνική ελευθερία. Αν και η Σιωπηλή φυγή, αξιοσημείωτη για το περιβαλλοντικό της θέμα λίγα μόνο έτη μετά την πρώτη εμφάνιση του οικολογικού κινήματος, εκτυλίσσεται εξ ολοκλήρου στο διάστημα ενός δυστοπικού κοντινού μέλλοντος, το μήνυμά της αφορά εμφανώς την – ευρισκόμενη σε οικολογική κρίση – Γη του παρόντος.
     Ο Λόουελ είναι ένας ιδεαλιστής και φυσιολάτρης βοτανολόγος που, από κοινού με τρεις περισσότερο πραγματιστές και αδιάφορους για τη φύση αστροναύτες, συντηρεί επί οκτώ χρόνια σε τροχιά κοντά στον Κρόνο γιγάντιους, θωρακισμένους γεωδαιτικούς θόλους οι οποίοι περιέχουν τα τελευταία εναπομείναντα δάση, αφού η πανίδα και η χλωρίδα του πλανήτη μας έχει εξαλειφθεί εξαιτίας της βιομηχανικής και εμπορικής δραστηριότητας. Στόχος του εν λόγω διαστημικού προγράμματος είναι κάποια στιγμή οι θόλοι να μεταφυτευθούν ξανά στη Γη για να αναδασωθεί ο πλανήτης. Όταν όμως καταφθάνει απρόσμενα η εντολή από το γραφειοκρατικό Αρχηγείο για ακύρωση του προγράμματος και καταστροφή των θόλων, προκειμένου τα τέσσερα μέλη του πληρώματος να επιστρέψουν στη Γη και το διαστημόπλοιό τους σε εμπορική χρήση, ο απεγνωσμένος Λόουελ – προσπαθώντας να τηρήσει τον όρκο του για συντήρηση του οικοσυστήματος – δολοφονεί τους τρεις αστροναύτες και καταφέρνει να σώσει τον τελευταίο θόλο, εξαπατώντας με επιτυχία το Αρχηγείο μέσω του ασυρμάτου και μιλώντας για ένα στημένο από αυτόν δυστύχημα, υπεύθυνο για τους θανάτους αλλά και για το «κλείδωμα» του διαστημοπλοίου σε μια τροχιά όχι προς τη Γη – όπως ήταν οι εντολές – αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση και τα πέρατα του Ηλιακού Συστήματος... Ο Λόουελ καταλαμβάνει έτσι βίαια το σκάφος και τον εναπομείναντα θόλο, αναπρογραμματίζοντας τα τρία μεταλλικά, ευφυή ανδροειδή ώστε να φροντίζουν μαζί του το δάσος και να του κρατούν συντροφιά...

Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012

Τηλεόραση: «Dollhouse» (2009 - '10)

DOLLHOUSE

«DOLLHOUSE»




     Σε ένα εναλλακτικό παρόν, η πολυεθνική εταιρεία Ρόσαμ έχει αναπτύξει κρυφά μία τεχνολογία διαγραφής, αποθήκευσης και εμφύτευσης μνημών και ιδιοσυγκρασιών σε ανθρώπινους εγκεφάλους, κάνοντας εφικτό τον ψυχολογικό «αναπρογραμματισμό» υποκειμένων σε χαμηλό, νευρωνικό επίπεδο. Η Ρόσαμ κρύβεται πίσω από το «Κουκλόσπιτο», μία παγκόσμια, παράνομη και μυστική επιχείρηση ενοικίασης αναπρογραμματιζόμενων «κούκλων» ­­σε πάμπλουτους πελάτες για προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα – ανθρώπων οι οποίοι προσφέρθηκαν «εθελοντικά» να δώσουν το κορμί τους στο Κουκλόσπιτο για μια πενταετία και να αφαιρέσουν τις μνήμες και την προσωπικότητά τους, ώστε να μπορεί να αποτυπώνεται στον νου τους η εκάστοτε ζητούμενη από τον πελάτη προσωπικότητα σε κάθε «δέσμευση»: παθιασμένος εραστής, τρυφερή ερωμένη, πιστή σύζυγος, άριστος δολοφόνος, επαγγελματίας κλέφτης… κάποιες μόνο από τις ζητούμενες εφαρμογές. Τίποτα περισσότερο από ένα υψηλής τεχνολογίας εμπόριο ψευδαισθήσεων με ανθρώπους ως πρώτη ύλη, μία διευρυμένη εκδοχή μαστροπείας για τον 21ο αιώνα. Η αμοιβή των κούκλων είναι η επαναφορά των μνημών τους και ένας πακτωλός χρημάτων στο πέρας της πενταετίας. Ως τότε, στο μεσοδιάστημα μεταξύ κάθε δέσμευσης, οι κούκλες προικίζονται μόνο με μία ελάχιστη προσωπικότητα – όση χρειάζεται για να «λειτουργούν» και να ασκούνται χωρίς καθόλου μνήμες ­– ενώ διαβιώνουν σε έναν υπόγειο, ελεγχόμενο χώρο, ένα κλειστό, αυτάρκες οικοσύστημα, όμοιο με πολυτελές σπα, οικοδομημένο στα υπόγεια του Λος Άντζελες: το Κουκλόσπιτο.
     Ηρωίδα του Dollhouse είναι η Έκο, μία νεαρή κούκλα με ξεχωριστά χαρακτηριστικά τα οποία προβληματίζουν τους υπεύθυνους της επιχείρησης: μεταξύ των δεσμεύσεων διατηρεί αποσπάσματα από θολές μνήμες, αλλά και θραύσματα της πρότερης ζωής της, ενώ σποραδικά παρουσιάζει μία απρόβλεπτη αυτενέργεια και πρωτοβουλία υπερβαίνοντας τα όρια των αποστολών της. Ανώτερη υπεύθυνος του Κουκλόσπιτου του Λος Άντζελες είναι η Αντέλ Ντεγουίτ, άλλοτε ελπιδοφόρος ερευνήτρια στη βιοτεχνολογία μα τώρα αδίστακτη διευθύντρια του τοπικού παραρτήματος της επιχείρησης και εγγυήτρια των συμφερόντων της Ρόσαμ. Με το κομψό αλλά ψυχρό παρουσιαστικό, το ταγέρ και την αγγλική προφορά της, συνιστά τον ορισμό του καριερίστα. Κεντρικό ρόλο επίσης διαδραματίζει ο βίαιος και ψυχρός Ντομινίκ, υπεύθυνος Ασφαλείας του τοπικού Κουκλόσπιτου και στενός συνεργάτης της Ντεγουίτ, ο ιδιοφυής, χιουμορίστας, εγωπαθής και αλαζόνας «σπασίκλας» Τόφερ – υπεύθυνος για την επιστημονική πλευρά του εγχειρήματος, τον χειρισμό των εγκεφάλων και των προσωπικοτήτων πριν και μετά από κάθε δέσμευση – η εύθραυστη, εσωστρεφής και εργασιομανής Δόκτωρ Σόντερς ­– μόνιμη ιατρός του χώρου – και ο Μπόιντ: πρώην αστυνομικός, εφευρετικός, συμπονετικός, ηθικά επιφυλακτικός απέναντι στο Κουκλόσπιτο και υπεύθυνος για τη διακριτική παρακολούθηση και προστασία της Έκο κατά τη διάρκεια των αποστολών της· κάθε κούκλα διαθέτει από έναν τέτοιο αφοσιωμένο «ελεγκτή» ο οποίος της έχει ανατεθεί εν αγνοία της από τη Διεύθυνση. Ο Βίκτωρ και η Σιέρα, δύο κούκλες οι οποίες φαίνονται να έχουν αναπτύξει μία επιμένουσα σχέση στοργής μεταξύ τους και με την Έκο σε ένα βαθύ, ενστικτώδες επίπεδο, παρά τις απανωτές διαγραφές των μνημών τους, εμφανίζονται τακτικά στην ιστορία.

Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012

Τηλεόραση: «Μπάτλσταρ Γκαλάκτικα» (2004 - '09, 2010)

ΜΠΑΤΛΣΤΑΡ ΓΚΑΛΑΚΤΙΚΑ

«BATTLESTAR GALACTICA»
«CAPRICA»




     Σε κάποια αόριστη εποχή, μία τεχνολογικά προηγμένη Ανθρωπότητα έχει αποικήσει ένα απομακρυσμένο αστρικό σύστημα δώδεκα πλανητών με πρωτεύουσα τον πλανήτη Κάπρικα. Η κοινωνία είναι δομημένη σε μία ενιαία κρατική ομοσπονδία, με πολιτικές, στρατιωτικές, παραγωγικές και εμπορικές δομές παρόμοιες με της σημερινής γήινης Δύσης. Επιπροσθέτως, ο πολιτισμός των Δώδεκα Αποικιών στηρίζεται σε μία επίσημη τυπολατρική θρησκεία με κρατικό ιερατείο η οποία παραπέμπει στις ολύμπιες ελληνικές θεότητες. Σύμφωνα με τους θρησκευτικούς θρύλους, τους οποίους ελάχιστοι πιστεύουν, η Ανθρωπότητα έφθασε εκεί όταν αμέτρητους αιώνες πριν εγκατέλειψε τον μητρικό της κόσμο ονόματι Κόμπολ – ενώ υποτίθεται πως μία δέκατη τρίτη αποικία δημιουργήθηκε σε ένα άλλο, άγνωστο σημείο του Γαλαξία, στον πλανήτη Γη.
     Πενήντα χρόνια πριν από την έναρξη της ιστορίας οι Κύλωνες, ευφυή μηχανικά ρομπότ χρησιμοποιούμενα ως δούλοι, εξεγέρθηκαν και κατασκεύασαν στόλο με τον οποίο ενεπλάκησαν σε πολυετή και αιματηρό πόλεμο εναντίον των Δώδεκα Αποικιών. Μία ανακωχή υπεγράφη τελικά και οι Κύλωνες εξαφανίστηκαν στα πέρατα του διαστήματος, ενώ οι Άνθρωποι απαγόρευσαν κάθε έρευνα στην τεχνητή νοημοσύνη. Σήμερα, ενώ ο Αποικιακός Στόλος μετατρέπει σταδιακά τα διαστημόπλοιά του σε πολεμικά μουσεία καθώς μία νέα πολεμική αναμέτρηση μοιάζει όλο και πιο απίθανη χρόνο με τον χρόνο, οι Κύλωνες – φανατικά θρησκευόμενοι μονοθεϊστές – έχουν διεισδύσει στην Κάπρικα με μυστικούς πράκτορες οι οποίοι μοιάζουν με Ανθρώπους: έχουν σάρκα, οστά, αίμα και συναισθήματα. Καθένας τους υπάρχει σε πολλαπλά αντίτυπα, εμφανισιακά όμοια, ενώ κατά τον σωματικό του θάνατο η συνείδηση και οι μνήμες του εκπέμπονται σε ένα νέο σώμα και πρακτικά μετενσαρκώνεται. Οι μεταλλικοί, ρομποτικοί «Εκατόνταρχοι» τους οποίους κατασκεύαζαν κάποτε οι Άνθρωποι των Δώδεκα Αποικιών, φαίνονται να είναι πλέον ιεραρχικά «υφιστάμενοι» των ανθρωπόμορφων μοντέλων. Στόχος των κυλωνικών πρακτόρων είναι να σαμποτάρουν τις ελαφριές άμυνες των Δώδεκα Αποικιών ώστε να μην μπορέσει ο Αποικιακός Στόλος να αντισταθεί καθόλου σε μία επικείμενη, κρυφά προετοιμαζόμενη, σαρωτική και ολομέτωπη εκ νέου εισβολή των Κυλώνων, στοχευμένη στην ολοκληρωτική εξάλειψη της Ανθρωπότητας μέσω διαδοχικών θερμοπυρηνικών επιθέσεων.

Τηλεόραση: «Σκοτεινός άγγελος» (2000 - '02)

ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

«DARK ANGEL»




     Όταν ο γνωστός σκηνοθέτης Τζέιμς Κάμερον αποφάσισε να ασχοληθεί με την τηλεόραση και να εκτελέσει τη διεύθυνση παραγωγής σε μια περιπετειώδη τηλεοπτική σειρά, το πρώτο που πέρασε από το μυαλό του ήταν μία μεταφορά του κομίστικου υπερήρωα Σπάιντερμαν στη μικρή οθόνη. Το σχέδιο δεν ευοδώθηκε και ο Κάμερον, αξιοποιώντας ιδέες από τον αφηγηματικό κόσμο που είχε κατασκευάσει παλαιότερα ως σεναριογράφος του κυβερνοπάνκ θρίλερ επιστημονικής φαντασίας Παράξενες μέρες (1994), δημιούργησε στην αυγή της νέας χιλιετίας τον δικό του, μεταμοντέρνο υπερήρωα.
     Το σκηνικό όπου εκτυλίσσεται ο Σκοτεινός άγγελος είναι ένα δυστοπικό Σηάτλ του 2019, ευρισκόμενο ουσιαστικά υπό στρατιωτικό νόμο. Παρόλη τη διάχυτη υψηλή τεχνολογία οι περισσότερες μηχανές δεν λειτουργούν, ως αποτέλεσμα μίας τρομοκρατικής ενέργειας με ηλεκτρομαγνητικό παλμό που κατέστρεψε τα περισσότερα ηλεκτρονικά αρχεία και κυκλώματα στις ΗΠΑ μία δεκαετία νωρίτερα (ο «Παλμός»), ωθώντας τη χώρα σε τεράστια οικονομική ύφεση, τις κοινωνικές ανισότητες σε γιγάντωση και τα ατομικά δικαιώματα στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Τώρα στους χαοτικούς δρόμους των πόλεων κυκλοφορούν κατά κύριο λόγο άστεγοι, πειναλέοι μεροκαματιάρηδες, πάνοπλοι στρατιώτες και συμπλεγματικοί, διεφθαρμένοι αστυνομικοί. Σε ένα τέτοιο σχεδόν μεταποκαλυπτικό κλίμα, ενισχυμένο από ατμοσφαιρική σκοτεινή φωτογραφία, πλούσιο σκηνικό διάκοσμο και δεξιοτεχνικά κινηματογραφημένες σκηνές δράσης, ο Κάμερον τοποθετεί τυπικά κυβερνοπάνκ ευρήματα, δημιουργώντας ένα όμορφο υβρίδιο: άνευ όρων ανταγωνιζόμενες και παντοδύναμες πολυεθνικές εταιρίες, ένα ανεξέλεγκτο και πανίσχυρο βιομηχανικό-στρατιωτικό σύμπλεγμα, προηγμένη νανοτεχνολογία και βιοτεχνολογία, κοινωνικές ομάδες οργανωμένης αμφισβήτησης, προχωρημένη ταξική διαίρεση, υπόκοσμος της υψηλής τεχνολογίας, ζοφερό αστικό περιβάλλον. Όπως και στις Παράξενες μέρες, αυτό το γοητευτικό σκηνικό ενδύεται τον μανδύα της μετανεωτερικής, νεολαιίστικης υποκουλτούρας των μεγαλουπόλεων – αυτής που ανδρώθηκε κυρίως στις ΗΠΑ κατά τις δεκαετίες του 1970 και ’80: γκράφιτι, χιπ-χοπ, διαγωνιστικά σόου και κόλπα με ποδήλατα, ταξικά γκέτο, ανάλογη αργκό και ενδυματολογική προσέγγιση. Καθόλου τυχαία, οι συντελεστές ανέθεσαν τη σύνθεση της μουσικής επένδυσης της σειράς σε γνωστούς ράπερ και έπνιξαν τους διαλόγους στην ιδιόλεκτο των μητροπολιτικών αμερικανικών γκέτο.

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

Τηλεόραση: «Paranoia Agent» (2004)

PARANOIA AGENT

«PARANOIA AGENT»




     Σε μία περιοχή του σημερινού Τόκιο, ένας κινούμενος με πατίνια μυστηριώδης νεαρός, φορώντας καπέλο και κρατώντας ρόπαλο του μπέιζμπολ, χτυπά απρόσμενα και φαινομενικά τυχαία περαστικούς τις νύχτες. Παράνοια αρχίζει να διακατέχει τους πολίτες. Δύο αξιωματικοί της Αστυνομίας ερευνούν τη μυστηριώδη υπόθεση – γρήγορα αντιλαμβάνονται όχι μόνο ότι τα θύματα συνδέονται εμμέσως μεταξύ τους ακόμα και αν δεν γνωρίζονται προσωπικά, αλλά και ότι κάθε χτύπημα λαμβάνει χώρα σε μία στιγμή τέτοια, που απαλλάσσει το θύμα από ένα μεγάλο ψυχολογικό φορτίο σε μια στιγμή ατομικής κρίσης…
     Τηλεοπτικό ιαπωνικό άνιμε 13 επεισοδίων του Σατόσι Κον (Το τέλειο γαλάζιο, Η ηθοποιός της χιλιετίας, Πάπρικα), το οποίο συνθέτει σε ένα πρωτότυπο σύνολο στοιχεία κοινωνικού δράματος, ψυχολογικού θρίλερ και σάτιρας. Ο Κον αξιοποίησε αχρησιμοποίητες ιδέες από παλαιότερες κινηματογραφικές του ταινίες για τη συγγραφή του σεναρίου και σκηνοθέτησε δυναμικά το Paranoia Agent με σπιρτάδα και χάρη. Με πλοκή στηριγμένη σε φαινόμενα μαζικής υστερίας, αυθυποβολής και κρίσεων άγχους, αλλά και με σαφείς παραφυσικές προεκτάσεις, ο Κον στιγματίζει τον μοντέρνο τρόπο ζωής και τις πιέσεις τις οποίες ασκεί στο άτομο, την υπέρμετρη επιρροή των ΜΜΕ, τον καταναλωτισμό, την ψυχολογική τάση για αναζήτηση «εύκολων λύσεων» και ψευδών, φανταστικών απαντήσεων στα προβλήματα και στα ερωτήματα μιας πολύπλοκης κοινωνίας. Και – πράγματι – πόσο υπέροχα διαγράφεται αυτή η κοινωνία, ο κόσμος της σύγχρονης, μεταβιομηχανικής Ιαπωνίας, μέσα από έναν θίασο ποικιλόμορφων, ρεαλιστικά «γκρίζων» χαρακτήρων, με τη δική τους συμπεριφορά, υπόβαθρο και ψυχολογική κατάσταση, και με τόσες διαφορετικές όψεις του καθημερινού βίου στο Τόκιο να εκτίθενται; Η ιστορία του ασύλληπτου νεαρού ροπαλοφόρου είναι η αφορμή που ξεγυμνώνει τους χαρακτήρες φέρνοντάς τους αντιμέτωπους με ένα θεμελιώδες ερώτημα: πώς αποκρίνεται κανείς στις προκλήσεις της πραγματικότητας; Αγκιστρώνοντας τον εαυτό του σ’ αυτήν και παλεύοντας, ή δραπετεύοντας σε μια φαντασίωση;

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

Τηλεόραση: «Ίον Φλαξ» (1995)

ΙΟΝ ΦΛΑΞ

«AEON FLUX»




     Το κλίμα μεταξύ των γειτονικών εθνών της Μπρένια και της Μόνικα είναι ψυχροπολεμικό και ένα αυτοματοποιημένο ένοπλο τείχος διασχίζει τα σύνορά τους. Ο πανούργος, αυταρχικός και ιδιοφυής επιστήμονας Τρέβορ Γκουντσάιλντ έχει αναλάβει την ηγεσία της Μπρένια, μιας συγκεντρωτικής και τεχνοκρατικής αστικής κοινωνίας, ύστερα από την εξαφάνιση του παράφρονα προηγούμενου ηγέτη Κλάβιους. Η Ίον Φλαξ, μία ανεξάρτητη, σέξι και με εξαιρετικό ακροβατικό ταλέντο μυστική πράκτορας ειδικευμένη στη δολιοφθορά για λογαριασμό της αναρχικής επικράτειας της Μόνικα, διεισδύει τακτικά στην Μπρένια για να σαμποτάρει εργοστάσια ή ερευνητικά έργα του Γκουντσάιλντ. Ο Τρέβορ όμως όχι μόνο έχει μία νοσηρή εμμονή μαζί της, αλλά είναι και περιστασιακός εραστής της… Όλα αυτά σε ένα ακαθόριστο μέλλον υψηλής τεχνολογίας, όπου τα ήθη είναι πολύ πιο «απελευθερωμένα» και ο μέσος πολίτης ενδιαφέρεται κυρίως για την άμεση ικανοποίηση των ορμών του.
     Αυτό είναι το εκκεντρικό, δυστοπικό σκηνικό επιστημονικής φαντασίας όπου εκτυλίσσεται η εν λόγω πρωτοποριακή τηλεοπτική σειρά κινουμένων σχεδίων, την οποία δημιούργησε ο Κορεάτης Πίτερ Τσανγκ στα μέσα της δεκαετίας του 1990 για λογαριασμό του καναλιού MTV. Με αφετηρία έξι μικρού μήκους και χωρίς καθόλου διάλογο φιλμάκια τα οποία είχαν προβληθεί στον σταθμό την περίοδο 1991 – ’92, το ’95 ο Τσανγκ ανέλαβε να υλοποιήσει έναν πλήρη και αυτοτελή κύκλο δέκα ημίωρων επεισοδίων, τελείως αυτοτελών, με κανονικό σπικάζ και διαλόγους. Με εμφανείς επιρροές από τα ιαπωνικά άνιμε αλλά και από τα γαλλικά κόμικς του Μόμπιους (διάσημου από τη συνεργασία του με τον Αλεχάνδρο Γιοντορόφσκι για το κόμικ Ίνκαλ, αλλά και από τη συμβολή του σε κινηματογραφικά φιλμ όπως το Alien, το Τρον, το Πέμπτο στοιχείο και η ανολοκλήρωτη διασκευή του Ντιουν από τον Γιοντορόφσκι), κυρίως όσον αφορά τις ελαφρώς νηματοειδείς ανθρώπινες φιγούρες με τα υπερτονισμένα χαρακτηριστικά και την ξεχωριστή χρωματική παλέτα, με ένα διάχυτο κλίμα μυστηρίου αφού ελάχιστο υπόβαθρο παρουσιάζεται για τον παράδοξο κόσμο της ιστορίας, με αφήγηση στηριγμένη στη δράση και με εξαιρετική αισθητική, η Ίον Φλαξ άφησε το δικό της στίγμα στον χώρο.

Τηλεόραση: «Άγριες Φοινικιές» (1993)

ΑΓΡΙΕΣ ΦΟΙΝΙΚΙΕΣ

«WILD PALMS»




     Στο εγγύς μέλλον του 2007, ύστερα από μεγάλη οικονομική ύφεση και παρατεταμένη περίοδο αστάθειας κατά τη δεκαετία του 1990, μία παρασκηνιακή ημιθρησκευτική οργάνωση με τεχνοσαμανιστικό προσανατολισμό και ισχυρές πολιτικές διασυνδέσεις ελέγχει σε μεγάλο βαθμό το – εξαιρετικά αυταρχικό πλέον – κράτος των ΗΠΑ: οι «Πατέρες». Καθοδηγούμενοι από τον πάμπλουτο Γερουσιαστή Τόνι Κρόιτσερ (Ρόμπερτ Λόγκια), παθιασμένο με την αθανασία πρόεδρο της εταιρείας ΜΜΕ και καταναλωτικών ηλεκτρονικών Mimecom και ιδρυτή της «Εκκλησίας της Συνθιοτικής», δεν διστάζουν να αξιοποιήσουν όταν προκύπτει η ανάγκη τις μεθόδους της Μαφίας για να προωθήσουν τα συμφέροντά τους. Ύστερα από 40 χρόνια προσπαθειών, οι Πατέρες είναι τώρα στα πρόθυρα της πλήρους επικράτησης στην πολιτική σκηνή αλλά και στον χώρο των ΜΜΕ, καθώς η Mimecom σύντομα θα διαθέσει στην αγορά μία επαναστατική ολογραφική τεχνολογία εκπομπής εικονικής πραγματικότητας, συνεπικουρούμενη από έξυπνους αλγορίθμους, σε θέση να προβάλλει ρεαλιστική, τρισδιάστατη τηλεοπτική εικόνα στον χώρο του τηλεθεατή μέσω απλώς ενός αποκωδικοποιητή συνδεόμενου με οποιαδήποτε τηλεόραση. Δεκάδες ακόμα ολογραφικές συσκευές είναι υπό ανάπτυξη, τα εργαστήρια της Mimecom ερευνούν τη δυνατότητα αληθοφανούς «αλληλεπίδρασης» των τηλεθεατών με ολογράμματα μέσω κατάποσης μιας ψυχεδελικής ουσίας – της… μιμεζίνης – ενώ ο Γερουσιαστής σκοπεύει στο εγγύς μέλλον να ανακοινώσει την υποψηφιότητά του για την προεδρία της χώρας.
     Παράλληλα με τους Πατέρες όμως, τα τελευταία 30 χρόνια έλαβαν σχήμα και οι «Φίλοι», ένα ανταγωνιστικό δίκτυο φιλελεύθερων ακτιβιστών με διεθνείς διασυνδέσεις, προσηλωμένων στην εξάλειψη της απειλής του Κρόιτσερ. Οι Φίλοι έχουν υποφέρει επί δεκαετίες από τους Πατέρες και την κρατική καταστολή, από φυλακίσεις στελεχών τους ή από απαγωγές των νεαρών γόνων τους σε βρεφική ηλικία – συνήθης πρακτική των Πατέρων, οι οποίοι μεγαλώνουν τα παιδιά ως δικά τους, σε συνθιοτικά ορφανοτροφεία, και τα στρέφουν έτσι με τον καιρό ενάντια στους βιολογικούς τους γονείς χωρίς ποτέ να τους λένε την αλήθεια. Σ’ αυτό το σκηνικό, ο μεσήλικας πετυχημένος δικηγόρος Χάρι Γουάικοφ (Τζέιμς Μπελούσι) – με σύζυγο και δύο μικρά παιδιά – αδιαφορεί για την πολιτική, ονειρευόμενος μόνο τα επόμενα βήματα της καριέρας του και τη μέρα που θα έχει αρκετά χρήματα για να αποκτήσει σπίτι στην παραλία. Όταν όμως εμφανίζεται ξαφνικά στο γραφείο του και ζητά τη βοήθειά του η Πέιτζ (Κιμ Κατράλ), μια παλιά ερωμένη των φοιτητικών του χρόνων και νυν συνεργάτης του Κρόιτσερ στις πολιτικές του καμπάνιες, ο Χάρι αρχίζει να συνειδητοποιεί όχι μόνο ότι η ελεγχόμενη από τη Mimecom εικονική πραγματικότητα σύντομα θα κατακλύσει τον πλανήτη, αλλά και ότι η προσωπική του ζωή δεν είναι παρά ένα ψέμα κατασκευασμένο απ’ τους Πατέρες...

Τρίτη 7 Αυγούστου 2012

Τηλεόραση: «Bubblegum Crisis» (1987 - '91, 1990, 1998 - '99)

BUBBLEGUM CRISIS

«BUBBLEGUM CRISIS»
«AD. POLICE FILES»
«BUBBLEGUM CRISIS 2040»




     Στο υψηλής τεχνολογίας, δυστοπικό και εμφανώς ταξικά διαστρωματωμένο Τόκιο του 2032, όπου η πανίσχυρη, ανελέητη και άπληστη πολυεθνική εταιρεία Genom ελέγχει κατ’ ουσία την κυβέρνηση και έχει πλουτίσει από την κατασκευή αυτοσυνείδητων, ενισχυμένων ανδροειδών μάχης ή εργασίας με ανθρώπινη εμφάνιση (οι λεγόμενοι «Μπούμερ»), λειτουργεί μία ξεχωριστή αστυνομική μονάδα με στόχο την πρόληψη και καταστολή εγκλημάτων διαπραχθέντων από Μπούμερ – η «Αστυνομία AD». Ταυτόχρονα, τέσσερις νεαρές, δυναμικές και όμορφες κοπέλες εξοπλισμένες με άκρως απόρρητης τεχνολογίας θωρακισμένες στολές μάχης ιδρύουν μία μυστική μισθοφορική ομάδα εστιασμένη επίσης στην αντιμετώπιση Μπούμερ: είναι οι «Knight Sabers». Γρήγορα μπαίνουν στο στόχαστρο της Genom καθώς παρεμβαίνουν στις διάφορες παράνομες δραστηριότητές της, αλλά χαίρουν της βοήθειας του ικανού αστυνομικού AD Λέων ΜακΝίκολ – αφοσιωμένου στο καθήκον μα συγκρατούμενου ως τότε από τη γραφειοκρατία και τη διαφθορά του Σώματος…
     Το Bubblegum Crisis είναι ένα «κλασικό» ιαπωνικό άνιμε επιστημονικής φαντασίας οκτώ σαραντάλεπτων επεισοδίων, από την περίοδο που τα τηλεοπτικά και κινηματογραφικά εγχειρήματα της κατηγορίας ενηλικιώνονταν και γίνονταν γνωστά στη Δύση – μάλλον δεν είναι σύμπτωση η ομοιότητα της βασικής πλοκής του με αυτήν οποιουδήποτε κόμικ υπερηρώων σχεδιασμένου στις ΗΠΑ. Μαζί με το ελαφρώς προγενέστερο Megazone 23 και το δημοφιλές Ακίρα της ίδιας περιόδου, συνιστά ένα από τα πιο επηρεαστικά δείγματα τηλεοπτικού κυβερνοπάνκ της δεκαετίας του 1980. «Υπερσύγχρονες» μοτοσικλέτες, σενάριο με υποτιθέμενους αστέρες της ποπ δισκογραφίας και εμβόλιμα ποπ ροκ τραγούδια τα οποία σχολιάζουν περιστασιακά τις σκηνές δράσης, αναφορές στην αισθητική αλλά και στους χαρακτήρες του Blade Runner, αστικά μητροπολιτικά τοπία του μέλλοντος πνιγμένα στο μέταλλο, στην άσφαλτο και στα καλώδια, εταιρικές μηχανορραφίες στο φόντο μιας πρωτοφανούς ταξικής διαίρεσης, διάσπαρτοι «μελλοντικοί» ηλεκτρονικοί υπολογιστές οι οποίοι παραπέμπουν στην εποχή του… CP/M και των πρώτων Macintosh, εξελιγμένα ανδροειδή, εκτός ελέγχου τεχνητές νοημοσύνες α λα Νευρομάντη, μάχες μεταξύ μέκα (γιγάντια, ένοπλα ανθρωποειδή ρομπότ με έναν οδηγό ως πιλότο) βιομηχανικής αισθητικής, σχετικά ρεαλιστικό σκίτσο, ατελείωτη δράση, γυμνό και αίμα… τα πάντα μυρίζουν από χιλιόμετρα «κυβερνοπάνκ άνιμε του ‘80» με ό,τι ευχαριστεί τους οπαδούς τοποθετημένο στο μείγμα.

Κυριακή 5 Αυγούστου 2012

Τηλεόραση: «Megazone 23» (1985 - '89)

MEGAZONE 23

«MEGAZONE 23»




     Στο Τόκιο του 1985 ένας νεαρός «ατίθασος» μηχανόβιος ονόματι Σόγκο, ζώντας ως τότε μία ζωή επικεντρωμένη αποκλειστικά στην άντληση της μέγιστης ευχαρίστησης από το παρόν, ανακαλύπτει τυχαία μέσω ενός γνωστού του μία εξαιρετικά προηγμένη και ταχύτατη δοκιμαστική μοτοσικλέτα. Αμέσως στο κατόπι του βρίσκονται ένοπλοι μυστικοί πράκτορες οι οποίοι δολοφονούν τον φίλο του και αναγκάζουν αυτόν να κρυφτεί στο σπίτι μίας κοπέλας την οποία φλερτάρει – τη Γιούι. Σύντομα συνειδητοποιεί ότι η μοτοσικλέτα «Γκάρλαντ» αποτελεί στρατιωτικό μηχανισμό ο οποίος μπορεί να μεταμορφωθεί κατά βούληση σε γιγάντιο, ένοπλο ανθρωποειδές ρομπότ, με τον οδηγό της ως πιλότο («μέκα»). Με τη βοήθεια της Γιούι και των δύο συγκατοίκων της, εκ των οποίων η μία προσπαθεί να αρχίσει μία καριέρα τραγουδίστριας στην ποπ δισκογραφία, αποφασίζουν να κινηματογραφήσουν μία ταινία επιστημονικής φαντασίας αξιοποιώντας τη μοτοσικλέτα. Ωστόσο ο Στρατός βρίσκεται στα ίχνη τους και δεν αργεί η στιγμή που ο Σόγκο θα γίνει γνώστης ενός απίστευτου, καλά κρυμμένου μυστικού για την ίδια την πραγματικότητα…
     Ένα εντυπωσιακό για την εποχή του και σήμερα ιστορικό ιαπωνικό κινούμενο σχέδιο τεχνοτροπίας άνιμε, το οποία πατά γερά στη μεγάλη παράδοση του σύγχρονου, απευθυνόμενου σε εφήβους ιαπωνικού Φανταστικού, αλλά την εξελίσσει εμβολιάζοντάς την με μια μεταμοντέρνα ευαισθησία και μια κυβερνοπάνκ αισθητική, πράγματα εξαιρετικά επίκαιρα κατά τη δεκαετία του ‘80. Πρόκειται για ένα από τα πρώτα άνιμε τα οποία έγιναν γνωστά στη Δύση και – αδιαμφισβήτητα – από τα πιο επηρεαστικά· κυκλοφόρησε κατευθείαν σε οικιακά μέσα (βιντεοκασέτα) ως μίνι σειρά τεσσάρων επεισοδίων, καθένα από τα οποία διατέθηκε με διαφορά ενός έτους το ένα από το άλλο. Κομβικό στην κατηγορία του, σήμερα μοιάζει περισσότερο ως ενδιαφέρων προπομπός κατοπινών αριστουργημάτων του κινουμένου σχεδίου όπως το Ακίρα (1988), αλλά και της πασίγνωστης, χολιγουντιανής μαγνητοσκοπημένης περιπέτειας ΕΦ Μάτριξ (1999). Ενδιαφέρον είναι πως αρχικά είχε σχεδιαστεί ως συνηθισμένη τηλεοπτική σειρά, μα λόγω της περιορισμένης χρηματοδότησης κυκλοφόρησε τελικά στο οικιακό κύκλωμα της βιντεοκασέτας, με μόνο τέσσερα μεγάλης διάρκειας επεισόδια. Η επιτυχία του έδωσε ώθηση στην ανάλογη αγορά – άνιμε μίνι σειρές απευθείας σε μέσο οικιακής προβολής (OVA) – η οποία άνθισε κατά την επόμενη δεκαετία.