ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΠΙΘΗΚΟΙ
«TWELVE MONKEYS»
Το 1997 πέντε δισεκατομμύρια
άνθρωποι πεθαίνουν εξαιτίας ενός
θανατηφόρου ιού, κατασκευασμένου σε
εργαστήριο. Το 2035 μία ελίτ επιστημόνων
οι οποίοι ελέγχουν μία υπόγεια κοινωνία
επιζησάντων, αποστέλλει στο παρελθόν
έναν κατάδικο ονόματι Τζέιμς Κόουλ
(Μπρους Γουίλις), υποσχόμενη σε αντάλλαγμα
αποφυλάκιση, με εντολή να βρει μία αγνή,
μη μεταλλαγμένη εκδοχή του ιού πριν από
τη διάδοσή του και να τους την επιστρέψει
στο μέλλον, ώστε να κατασκευάσουν
αντίδοτο και τα απομεινάρια της
Ανθρωπότητας να ανακτήσουν την επιφάνεια
του πλανήτη. Λόγω σφάλματος, ο Κόουλ –
με ξυρισμένο κεφάλι και γραμμοκώδικα
κρατουμένου σε τατουάζ – καταφθάνει
στη Βαλτιμόρη του 1990 αντί για το 1996,
συλλαμβάνεται, κρίνεται αποπροσανατολισμένος
ψυχασθενής και καταλήγει σε άσυλο
φρενοβλαβών. Εκεί γνωρίζεται με τον
παράφρονα αντισπισιστή ακτιβιστή Τζέφρι
Γκόινς (Μπραντ Πιτ) και με την ψυχίατρο
Κάθριν Ράιλι (Μαντλίν Στόου), η οποία
γοητεύεται από την αναζήτησή του για
τη μυστηριώδη «Στρατιά των Δώδεκα
Πιθήκων», μία οικοτρομοκρατική
οργάνωση-φάντασμα υπεύθυνη – κατά τον
Κόουλ – για τη μελλοντική εξάλειψη της
Ανθρωπότητας το 1997…
Το πειραματικό μικρού
μήκους φιλμ Η
προβλήτα (La
Jetée)
του Κρις Μαρκέρ (1962) αποτέλεσε στα μέσα
της δεκαετίας του 1990 την αφορμή για τη
συγγραφή ενός ιδιόρρυθμου κατά παραγγελία
σεναρίου, προοριζόμενου παραδόξως να
μεταφερθεί στον κινηματογράφο από το
χολιγουντιανό κύκλωμα. Από τον σεναριογράφο
των Blade
Runner
και των
Ασυγχώρητων
Ντέιβιντ Πιπλς,
από τον σκηνοθέτη του Μπραζίλ,
του Μινχάουζεν
και του Βασιλιά
της μοναξιάς –
καθώς και πάλαι ποτέ μέλος των Μόντι
Πάιθον – Τέρι Γκίλιαμ, μα και με τη
συμμετοχή γνωστών υπερατλαντικών
αστέρων της βιομηχανίας στους
πρωταγωνιστικούς ρόλους (Γουίλις, Στόου,
Πιτ), το εγχείρημα αυτό έμεινε ως ένα
από τα πιο κλασικά της κινηματογραφικής
επιστημονικής φαντασίας του ‘90. Όχι το
πιο βαθυστόχαστο ή περιεκτικό φιλμ του
Γκίλιαμ, αλλά σίγουρα ένα από τα
περισσότερο οπτικά εντυπωσιακά και
προσεγμένα του. Το ζοφερό κλίμα παράνοιας
και σαπίλας, οι υψηλές αξίες παραγωγής,
το ρυθμικό σενάριο με τη γριφώδη και
λαβυρινθώδη δομή, η νοσταλγική μουσική
επένδυση σχεδιασμένη να ανακαλεί μνήμες
ενός «χαμένου χρυσού παρελθόντος» (π.χ.
Λούις Άρμστρονγκ και αργεντίνικο ταγκό),
οι πολύ καλές ερμηνείες (υποψήφιος για
Βραβείο Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου και
κάτοχος Χρυσής Σφαίρας ο ανερχόμενος
τότε Μπραντ Πιτ, η πιο αβανταδόρικη και
πετυχημένη ερμηνεία του Γουίλις πριν
από την Έκτη
αίσθηση) και το
γοητευτικά δυστοπικό όραμα του Γκίλιαμ
κατέστησαν το αποτέλεσμα σημαντική
καλλιτεχνική επιτυχία. Η συμμετοχή
ηθοποιών δημοφιλών στο νεανικό κοινό,
επιβεβλημένη από τους παραγωγούς ενώ
ο σκηνοθέτης αρχικά σκεφτόταν τους Νικ
Νόλτε και Τζεφ Μπρίτζες αντί για τους
Γουίλις και Πιτ, το ευπρόσιτο του
εγχειρήματος σε σχέση με το Μπραζίλ
λόγω του πολύ συγκρατημένου σουρεαλιστικού
τόνου, και η μεγάλη διαφημιστική καμπάνια
του στούντιο της Universal
– η ίδια εταιρεία με την οποία ο Γκίλιαμ
είχε έρθει σε προστριβές μία δεκαετία
νωρίτερα, για την τύχη του Μπραζίλ
– διασφάλισαν
την εμπορική απήχηση. Με κόστος 30
εκατομμυρίων δολαρίων, οι Δώδεκα
πίθηκοι απέφεραν
τελικά συνολικά έσοδα περισσότερα από
160 εκατομμύρια.
















