Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

Τηλεόραση: «Paranoia Agent» (2004)

PARANOIA AGENT

«PARANOIA AGENT»




     Σε μία περιοχή του σημερινού Τόκιο, ένας κινούμενος με πατίνια μυστηριώδης νεαρός, φορώντας καπέλο και κρατώντας ρόπαλο του μπέιζμπολ, χτυπά απρόσμενα και φαινομενικά τυχαία περαστικούς τις νύχτες. Παράνοια αρχίζει να διακατέχει τους πολίτες. Δύο αξιωματικοί της Αστυνομίας ερευνούν τη μυστηριώδη υπόθεση – γρήγορα αντιλαμβάνονται όχι μόνο ότι τα θύματα συνδέονται εμμέσως μεταξύ τους ακόμα και αν δεν γνωρίζονται προσωπικά, αλλά και ότι κάθε χτύπημα λαμβάνει χώρα σε μία στιγμή τέτοια, που απαλλάσσει το θύμα από ένα μεγάλο ψυχολογικό φορτίο σε μια στιγμή ατομικής κρίσης…
     Τηλεοπτικό ιαπωνικό άνιμε 13 επεισοδίων του Σατόσι Κον (Το τέλειο γαλάζιο, Η ηθοποιός της χιλιετίας, Πάπρικα), το οποίο συνθέτει σε ένα πρωτότυπο σύνολο στοιχεία κοινωνικού δράματος, ψυχολογικού θρίλερ και σάτιρας. Ο Κον αξιοποίησε αχρησιμοποίητες ιδέες από παλαιότερες κινηματογραφικές του ταινίες για τη συγγραφή του σεναρίου και σκηνοθέτησε δυναμικά το Paranoia Agent με σπιρτάδα και χάρη. Με πλοκή στηριγμένη σε φαινόμενα μαζικής υστερίας, αυθυποβολής και κρίσεων άγχους, αλλά και με σαφείς παραφυσικές προεκτάσεις, ο Κον στιγματίζει τον μοντέρνο τρόπο ζωής και τις πιέσεις τις οποίες ασκεί στο άτομο, την υπέρμετρη επιρροή των ΜΜΕ, τον καταναλωτισμό, την ψυχολογική τάση για αναζήτηση «εύκολων λύσεων» και ψευδών, φανταστικών απαντήσεων στα προβλήματα και στα ερωτήματα μιας πολύπλοκης κοινωνίας. Και – πράγματι – πόσο υπέροχα διαγράφεται αυτή η κοινωνία, ο κόσμος της σύγχρονης, μεταβιομηχανικής Ιαπωνίας, μέσα από έναν θίασο ποικιλόμορφων, ρεαλιστικά «γκρίζων» χαρακτήρων, με τη δική τους συμπεριφορά, υπόβαθρο και ψυχολογική κατάσταση, και με τόσες διαφορετικές όψεις του καθημερινού βίου στο Τόκιο να εκτίθενται; Η ιστορία του ασύλληπτου νεαρού ροπαλοφόρου είναι η αφορμή που ξεγυμνώνει τους χαρακτήρες φέρνοντάς τους αντιμέτωπους με ένα θεμελιώδες ερώτημα: πώς αποκρίνεται κανείς στις προκλήσεις της πραγματικότητας; Αγκιστρώνοντας τον εαυτό του σ’ αυτήν και παλεύοντας, ή δραπετεύοντας σε μια φαντασίωση;

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

Τηλεόραση: «Ίον Φλαξ» (1995)

ΙΟΝ ΦΛΑΞ

«AEON FLUX»




     Το κλίμα μεταξύ των γειτονικών εθνών της Μπρένια και της Μόνικα είναι ψυχροπολεμικό και ένα αυτοματοποιημένο ένοπλο τείχος διασχίζει τα σύνορά τους. Ο πανούργος, αυταρχικός και ιδιοφυής επιστήμονας Τρέβορ Γκουντσάιλντ έχει αναλάβει την ηγεσία της Μπρένια, μιας συγκεντρωτικής και τεχνοκρατικής αστικής κοινωνίας, ύστερα από την εξαφάνιση του παράφρονα προηγούμενου ηγέτη Κλάβιους. Η Ίον Φλαξ, μία ανεξάρτητη, σέξι και με εξαιρετικό ακροβατικό ταλέντο μυστική πράκτορας ειδικευμένη στη δολιοφθορά για λογαριασμό της αναρχικής επικράτειας της Μόνικα, διεισδύει τακτικά στην Μπρένια για να σαμποτάρει εργοστάσια ή ερευνητικά έργα του Γκουντσάιλντ. Ο Τρέβορ όμως όχι μόνο έχει μία νοσηρή εμμονή μαζί της, αλλά είναι και περιστασιακός εραστής της… Όλα αυτά σε ένα ακαθόριστο μέλλον υψηλής τεχνολογίας, όπου τα ήθη είναι πολύ πιο «απελευθερωμένα» και ο μέσος πολίτης ενδιαφέρεται κυρίως για την άμεση ικανοποίηση των ορμών του.
     Αυτό είναι το εκκεντρικό, δυστοπικό σκηνικό επιστημονικής φαντασίας όπου εκτυλίσσεται η εν λόγω πρωτοποριακή τηλεοπτική σειρά κινουμένων σχεδίων, την οποία δημιούργησε ο Κορεάτης Πίτερ Τσανγκ στα μέσα της δεκαετίας του 1990 για λογαριασμό του καναλιού MTV. Με αφετηρία έξι μικρού μήκους και χωρίς καθόλου διάλογο φιλμάκια τα οποία είχαν προβληθεί στον σταθμό την περίοδο 1991 – ’92, το ’95 ο Τσανγκ ανέλαβε να υλοποιήσει έναν πλήρη και αυτοτελή κύκλο δέκα ημίωρων επεισοδίων, τελείως αυτοτελών, με κανονικό σπικάζ και διαλόγους. Με εμφανείς επιρροές από τα ιαπωνικά άνιμε αλλά και από τα γαλλικά κόμικς του Μόμπιους (διάσημου από τη συνεργασία του με τον Αλεχάνδρο Γιοντορόφσκι για το κόμικ Ίνκαλ, αλλά και από τη συμβολή του σε κινηματογραφικά φιλμ όπως το Alien, το Τρον, το Πέμπτο στοιχείο και η ανολοκλήρωτη διασκευή του Ντιουν από τον Γιοντορόφσκι), κυρίως όσον αφορά τις ελαφρώς νηματοειδείς ανθρώπινες φιγούρες με τα υπερτονισμένα χαρακτηριστικά και την ξεχωριστή χρωματική παλέτα, με ένα διάχυτο κλίμα μυστηρίου αφού ελάχιστο υπόβαθρο παρουσιάζεται για τον παράδοξο κόσμο της ιστορίας, με αφήγηση στηριγμένη στη δράση και με εξαιρετική αισθητική, η Ίον Φλαξ άφησε το δικό της στίγμα στον χώρο.

Τηλεόραση: «Άγριες Φοινικιές» (1993)

ΑΓΡΙΕΣ ΦΟΙΝΙΚΙΕΣ

«WILD PALMS»




     Στο εγγύς μέλλον του 2007, ύστερα από μεγάλη οικονομική ύφεση και παρατεταμένη περίοδο αστάθειας κατά τη δεκαετία του 1990, μία παρασκηνιακή ημιθρησκευτική οργάνωση με τεχνοσαμανιστικό προσανατολισμό και ισχυρές πολιτικές διασυνδέσεις ελέγχει σε μεγάλο βαθμό το – εξαιρετικά αυταρχικό πλέον – κράτος των ΗΠΑ: οι «Πατέρες». Καθοδηγούμενοι από τον πάμπλουτο Γερουσιαστή Τόνι Κρόιτσερ (Ρόμπερτ Λόγκια), παθιασμένο με την αθανασία πρόεδρο της εταιρείας ΜΜΕ και καταναλωτικών ηλεκτρονικών Mimecom και ιδρυτή της «Εκκλησίας της Συνθιοτικής», δεν διστάζουν να αξιοποιήσουν όταν προκύπτει η ανάγκη τις μεθόδους της Μαφίας για να προωθήσουν τα συμφέροντά τους. Ύστερα από 40 χρόνια προσπαθειών, οι Πατέρες είναι τώρα στα πρόθυρα της πλήρους επικράτησης στην πολιτική σκηνή αλλά και στον χώρο των ΜΜΕ, καθώς η Mimecom σύντομα θα διαθέσει στην αγορά μία επαναστατική ολογραφική τεχνολογία εκπομπής εικονικής πραγματικότητας, συνεπικουρούμενη από έξυπνους αλγορίθμους, σε θέση να προβάλλει ρεαλιστική, τρισδιάστατη τηλεοπτική εικόνα στον χώρο του τηλεθεατή μέσω απλώς ενός αποκωδικοποιητή συνδεόμενου με οποιαδήποτε τηλεόραση. Δεκάδες ακόμα ολογραφικές συσκευές είναι υπό ανάπτυξη, τα εργαστήρια της Mimecom ερευνούν τη δυνατότητα αληθοφανούς «αλληλεπίδρασης» των τηλεθεατών με ολογράμματα μέσω κατάποσης μιας ψυχεδελικής ουσίας – της… μιμεζίνης – ενώ ο Γερουσιαστής σκοπεύει στο εγγύς μέλλον να ανακοινώσει την υποψηφιότητά του για την προεδρία της χώρας.
     Παράλληλα με τους Πατέρες όμως, τα τελευταία 30 χρόνια έλαβαν σχήμα και οι «Φίλοι», ένα ανταγωνιστικό δίκτυο φιλελεύθερων ακτιβιστών με διεθνείς διασυνδέσεις, προσηλωμένων στην εξάλειψη της απειλής του Κρόιτσερ. Οι Φίλοι έχουν υποφέρει επί δεκαετίες από τους Πατέρες και την κρατική καταστολή, από φυλακίσεις στελεχών τους ή από απαγωγές των νεαρών γόνων τους σε βρεφική ηλικία – συνήθης πρακτική των Πατέρων, οι οποίοι μεγαλώνουν τα παιδιά ως δικά τους, σε συνθιοτικά ορφανοτροφεία, και τα στρέφουν έτσι με τον καιρό ενάντια στους βιολογικούς τους γονείς χωρίς ποτέ να τους λένε την αλήθεια. Σ’ αυτό το σκηνικό, ο μεσήλικας πετυχημένος δικηγόρος Χάρι Γουάικοφ (Τζέιμς Μπελούσι) – με σύζυγο και δύο μικρά παιδιά – αδιαφορεί για την πολιτική, ονειρευόμενος μόνο τα επόμενα βήματα της καριέρας του και τη μέρα που θα έχει αρκετά χρήματα για να αποκτήσει σπίτι στην παραλία. Όταν όμως εμφανίζεται ξαφνικά στο γραφείο του και ζητά τη βοήθειά του η Πέιτζ (Κιμ Κατράλ), μια παλιά ερωμένη των φοιτητικών του χρόνων και νυν συνεργάτης του Κρόιτσερ στις πολιτικές του καμπάνιες, ο Χάρι αρχίζει να συνειδητοποιεί όχι μόνο ότι η ελεγχόμενη από τη Mimecom εικονική πραγματικότητα σύντομα θα κατακλύσει τον πλανήτη, αλλά και ότι η προσωπική του ζωή δεν είναι παρά ένα ψέμα κατασκευασμένο απ’ τους Πατέρες...

Τρίτη 7 Αυγούστου 2012

Τηλεόραση: «Bubblegum Crisis» (1987 - '91, 1990, 1998 - '99)

BUBBLEGUM CRISIS

«BUBBLEGUM CRISIS»
«AD. POLICE FILES»
«BUBBLEGUM CRISIS 2040»




     Στο υψηλής τεχνολογίας, δυστοπικό και εμφανώς ταξικά διαστρωματωμένο Τόκιο του 2032, όπου η πανίσχυρη, ανελέητη και άπληστη πολυεθνική εταιρεία Genom ελέγχει κατ’ ουσία την κυβέρνηση και έχει πλουτίσει από την κατασκευή αυτοσυνείδητων, ενισχυμένων ανδροειδών μάχης ή εργασίας με ανθρώπινη εμφάνιση (οι λεγόμενοι «Μπούμερ»), λειτουργεί μία ξεχωριστή αστυνομική μονάδα με στόχο την πρόληψη και καταστολή εγκλημάτων διαπραχθέντων από Μπούμερ – η «Αστυνομία AD». Ταυτόχρονα, τέσσερις νεαρές, δυναμικές και όμορφες κοπέλες εξοπλισμένες με άκρως απόρρητης τεχνολογίας θωρακισμένες στολές μάχης ιδρύουν μία μυστική μισθοφορική ομάδα εστιασμένη επίσης στην αντιμετώπιση Μπούμερ: είναι οι «Knight Sabers». Γρήγορα μπαίνουν στο στόχαστρο της Genom καθώς παρεμβαίνουν στις διάφορες παράνομες δραστηριότητές της, αλλά χαίρουν της βοήθειας του ικανού αστυνομικού AD Λέων ΜακΝίκολ – αφοσιωμένου στο καθήκον μα συγκρατούμενου ως τότε από τη γραφειοκρατία και τη διαφθορά του Σώματος…
     Το Bubblegum Crisis είναι ένα «κλασικό» ιαπωνικό άνιμε επιστημονικής φαντασίας οκτώ σαραντάλεπτων επεισοδίων, από την περίοδο που τα τηλεοπτικά και κινηματογραφικά εγχειρήματα της κατηγορίας ενηλικιώνονταν και γίνονταν γνωστά στη Δύση – μάλλον δεν είναι σύμπτωση η ομοιότητα της βασικής πλοκής του με αυτήν οποιουδήποτε κόμικ υπερηρώων σχεδιασμένου στις ΗΠΑ. Μαζί με το ελαφρώς προγενέστερο Megazone 23 και το δημοφιλές Ακίρα της ίδιας περιόδου, συνιστά ένα από τα πιο επηρεαστικά δείγματα τηλεοπτικού κυβερνοπάνκ της δεκαετίας του 1980. «Υπερσύγχρονες» μοτοσικλέτες, σενάριο με υποτιθέμενους αστέρες της ποπ δισκογραφίας και εμβόλιμα ποπ ροκ τραγούδια τα οποία σχολιάζουν περιστασιακά τις σκηνές δράσης, αναφορές στην αισθητική αλλά και στους χαρακτήρες του Blade Runner, αστικά μητροπολιτικά τοπία του μέλλοντος πνιγμένα στο μέταλλο, στην άσφαλτο και στα καλώδια, εταιρικές μηχανορραφίες στο φόντο μιας πρωτοφανούς ταξικής διαίρεσης, διάσπαρτοι «μελλοντικοί» ηλεκτρονικοί υπολογιστές οι οποίοι παραπέμπουν στην εποχή του… CP/M και των πρώτων Macintosh, εξελιγμένα ανδροειδή, εκτός ελέγχου τεχνητές νοημοσύνες α λα Νευρομάντη, μάχες μεταξύ μέκα (γιγάντια, ένοπλα ανθρωποειδή ρομπότ με έναν οδηγό ως πιλότο) βιομηχανικής αισθητικής, σχετικά ρεαλιστικό σκίτσο, ατελείωτη δράση, γυμνό και αίμα… τα πάντα μυρίζουν από χιλιόμετρα «κυβερνοπάνκ άνιμε του ‘80» με ό,τι ευχαριστεί τους οπαδούς τοποθετημένο στο μείγμα.

Κυριακή 5 Αυγούστου 2012

Τηλεόραση: «Megazone 23» (1985 - '89)

MEGAZONE 23

«MEGAZONE 23»




     Στο Τόκιο του 1985 ένας νεαρός «ατίθασος» μηχανόβιος ονόματι Σόγκο, ζώντας ως τότε μία ζωή επικεντρωμένη αποκλειστικά στην άντληση της μέγιστης ευχαρίστησης από το παρόν, ανακαλύπτει τυχαία μέσω ενός γνωστού του μία εξαιρετικά προηγμένη και ταχύτατη δοκιμαστική μοτοσικλέτα. Αμέσως στο κατόπι του βρίσκονται ένοπλοι μυστικοί πράκτορες οι οποίοι δολοφονούν τον φίλο του και αναγκάζουν αυτόν να κρυφτεί στο σπίτι μίας κοπέλας την οποία φλερτάρει – τη Γιούι. Σύντομα συνειδητοποιεί ότι η μοτοσικλέτα «Γκάρλαντ» αποτελεί στρατιωτικό μηχανισμό ο οποίος μπορεί να μεταμορφωθεί κατά βούληση σε γιγάντιο, ένοπλο ανθρωποειδές ρομπότ, με τον οδηγό της ως πιλότο («μέκα»). Με τη βοήθεια της Γιούι και των δύο συγκατοίκων της, εκ των οποίων η μία προσπαθεί να αρχίσει μία καριέρα τραγουδίστριας στην ποπ δισκογραφία, αποφασίζουν να κινηματογραφήσουν μία ταινία επιστημονικής φαντασίας αξιοποιώντας τη μοτοσικλέτα. Ωστόσο ο Στρατός βρίσκεται στα ίχνη τους και δεν αργεί η στιγμή που ο Σόγκο θα γίνει γνώστης ενός απίστευτου, καλά κρυμμένου μυστικού για την ίδια την πραγματικότητα…
     Ένα εντυπωσιακό για την εποχή του και σήμερα ιστορικό ιαπωνικό κινούμενο σχέδιο τεχνοτροπίας άνιμε, το οποία πατά γερά στη μεγάλη παράδοση του σύγχρονου, απευθυνόμενου σε εφήβους ιαπωνικού Φανταστικού, αλλά την εξελίσσει εμβολιάζοντάς την με μια μεταμοντέρνα ευαισθησία και μια κυβερνοπάνκ αισθητική, πράγματα εξαιρετικά επίκαιρα κατά τη δεκαετία του ‘80. Πρόκειται για ένα από τα πρώτα άνιμε τα οποία έγιναν γνωστά στη Δύση και – αδιαμφισβήτητα – από τα πιο επηρεαστικά· κυκλοφόρησε κατευθείαν σε οικιακά μέσα (βιντεοκασέτα) ως μίνι σειρά τεσσάρων επεισοδίων, καθένα από τα οποία διατέθηκε με διαφορά ενός έτους το ένα από το άλλο. Κομβικό στην κατηγορία του, σήμερα μοιάζει περισσότερο ως ενδιαφέρων προπομπός κατοπινών αριστουργημάτων του κινουμένου σχεδίου όπως το Ακίρα (1988), αλλά και της πασίγνωστης, χολιγουντιανής μαγνητοσκοπημένης περιπέτειας ΕΦ Μάτριξ (1999). Ενδιαφέρον είναι πως αρχικά είχε σχεδιαστεί ως συνηθισμένη τηλεοπτική σειρά, μα λόγω της περιορισμένης χρηματοδότησης κυκλοφόρησε τελικά στο οικιακό κύκλωμα της βιντεοκασέτας, με μόνο τέσσερα μεγάλης διάρκειας επεισόδια. Η επιτυχία του έδωσε ώθηση στην ανάλογη αγορά – άνιμε μίνι σειρές απευθείας σε μέσο οικιακής προβολής (OVA) – η οποία άνθισε κατά την επόμενη δεκαετία.

Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

Κινηματογράφος: «Αποκάλυψη τώρα: Redux» (2001)

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΩΡΑ: REDUX

«APOCALYPSE NOW: REDUX»




     Η έσχατη κατάβαση στα σκοτάδια της ψυχής, η απόλυτη καταγραφή μιας ανθρώπινης φύσης εξίσου ικανής για το «καλό» και το «κακό». Μία τρίωρη, ατμοσφαιρική και στέρεα δομημένη ταινία με αφετηρία τη γνωστή αποικιοκρατική νουβέλα του Τζόζεφ Κόνραντ Η καρδιά του σκότους, στο σύνορο μεταξύ ρομαντισμού και μοντερνισμού, που χρησιμοποιεί τη στρατιωτική σύγκρουση στο Βιετνάμ (1955 - 1975) ως πρόσχημα για να καταδείξει το διαχρονικό και πανανθρώπινο περιεχόμενό της. Ένα φιλμ πέρα από το φως και το σκοτάδι, πέρα από τον πόλεμο, με πολλαπλές και συμπληρωματικές ερμηνείες.
     Η εκπληκτική εισαγωγή, με τα ελικόπτερα να βομβαρδίζουν τη ζούγκλα, το πλάνο που ουσιαστικά δεν κινείται αλλά απλώς διευρύνεται, τη διπλοτυπία που παραλληλίζει τον ανεμιστήρα του δωματίου του πρωταγωνιστή με τις έλικες και με ηχητική υπόκρουση – πέρα από τον ήχο των τελευταίων – το απαγορευμένο τραγούδι «The End» των Doors, όχι μόνο επιδεικνύει τη μαεστρία του σκηνοθέτη και μας εισάγει στο κλίμα της ταινίας, αλλά απεικονίζει αμέσως τον βασικό πυρήνα της: τα όρια μεταξύ του ενδότερου και του εξωτερικού κόσμου αναιρούνται, η πραγματική μάχη δίνεται μέσα μας, ανάμεσα στους δύο εαυτούς μας, «αυτόν που σκοτώνει και αυτόν που αγαπά» όπως λέγεται στη συνέχεια. Όλο το φιλμ είναι μια επική ψυχολογική αλληγορία. Εξίσου εντυπωσιακή μοιάζει η εφόρμηση στο χωριό με τα ελικόπτερα υπό τον ήχο των Βαλκυριών του Βάγκνερ. Εξαιρετική σύλληψη την οποία διαδέχεται ο αποκαλυπτικός και αληθοφανέστατος βομβαρδισμός με ναπάλμ, ικανός να αφήσει άναυδο τον θεατή.

Δευτέρα 30 Ιουλίου 2012

Κινηματογράφος: «Το βασίλειο των ουρανών: Director's Cut» (2006)

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ: DIRECTOR'S CUT

«KINGDOM OF HEAVEN: DIRECTOR'S CUT»




     Γαλλία, 1184. Ένας ταπεινός οπλουργός με στρατιωτική εμπειρία ονόματι Βάλιαν, αναγκάζεται από τις περιστάσεις να αναζητήσει άφεση αμαρτιών φεύγοντας από το χωριό του μετά την αυτοκτονία της συζύγου του, τον θάνατο του γιου του και τον φόνο του τοπικού ιερέα – ετεροθαλούς αδελφού του, ο οποίος εποφθαλμιούσε τη μικρή περιουσία του. Για να λυτρωθεί, ακολουθεί τον άνδρα που παρουσιάζεται ως αληθινός του πατέρας: τον ευγενή σταυροφόρο Γοδεφρείδο του Ίμπαλιν. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού προς τους Αγίους Τόπους ο Βαρόνος αποβιώνει λόγω ενός τυχαίου τραυματισμού, χρήζοντας πρώτα διάδοχό του τον Βάλιαν και αναγκάζοντάς τον να υποσχεθεί πως θα υπηρετήσει πιστά τον Βασιλιά της Ιερουσαλήμ με γνώμονα το συλλογικό καλό του λαού της περιοχής. Ο ήρωας γίνεται έτσι μέτοχος ενός οράματος επίγειας αξιοκρατίας, ανεκτικότητας και δικαιοσύνης, ενός «βασιλείου ηθικής» που πρέπει να οικοδομηθεί στην Εγγύς Ανατολή, εφόσον πιστεύει πως κάθε άνδρας είναι υποχρεωμένος να παλεύει διαρκώς για τη βελτίωση του κόσμου. Με το όραμα αυτό αναπληρώνει την πλήρη έλλειψη θρησκευτικής πίστης.
     Στην Ιερουσαλήμ ο Βάλιαν αποκτά προνόμια και γαιοκτησία ευγενούς, κερδίζει την εύνοια του λεπρού, ετοιμοθάνατου Βασιλιά Βαλδουίνου ­και την αγάπη της αδελφής του Σίβυλλας, ενώ εμπλέκεται στις διενέξεις μεταξύ των οπαδών του Στέμματος και των οπαδών των Ναϊτών: οι πρώτοι επιθυμούν διατήρηση της ειρήνης με τον Σαλαντίν, Βασιλιά των Σαρακηνών, και γαλήνια συνύπαρξη χριστιανών και μουσουλμάνων, ενώ οι δεύτεροι αναζητούν αφορμή για πόλεμο με τις αριθμητικά υπέρτερες ισλαμικές δυνάμεις, στο όνομα της στρατιωτικής δόξας και του μισαλλόδοξου θρησκευτικού δογματισμού. Η κατάσταση περιπλέκεται από το γεγονός ότι η αδελφή του Βασιλιά και ερωμένη του ήρωα είναι μητέρα του ανήλικου βασιλικού διαδόχου, ενώ έχει υποσχεθεί από καιρό γάμο στον πιο σημαίνοντα ­– αλλά και πιο φανατισμένο – Ναΐτη Ιππότη της Ιερουσαλήμ… Γρήγορα φαίνεται πως οι Σταυροφορίες δεν έχουν καμία σχέση με τον Θεό, αλλά με τον πλούτο, την προσωπική εξουσία και την πολιτική ισχύ.

Σάββατο 28 Ιουλίου 2012

Κινηματογράφος: «Χάνιμπαλ» (2001)

ΧΑΝΙΜΠΑΛ

«HANNIBAL»




    Μια επταετία μετά την απόδραση του Χάνιμπαλ Λέκτερ, ο Μέισον Βέρτζερ έχει επικηρύξει ιδιωτικά τον εξαφανισμένο κανίβαλο για λόγους εκδίκησης. Πρόκειται για έναν πάμπλουτο και παράλυτο μεγιστάνα από τις ΗΠΑ με τερατωδώς παραμορφωμένη όψη – επιζώντα μίας νοσηρής αναμέτρησης με τον ψυχοπαθή ψυχίατρο, μία εικοσαετία νωρίτερα. Στόχος του είναι να συλλάβει, να βασανίσει και να εκτελέσει τον Λέκτερ στα κρυφά, με τη συνεργασία μισθοφόρων, έμμισθων υπαλλήλων του και διεφθαρμένων κρατικών λειτουργών. Την ίδια στιγμή, το FBI και η Ιντερπόλ επίσης αναζητούν τον ιδιοφυή κανίβαλο, πιστεύοντας ότι έχει καταφύγει στη Λατινική Αμερική, ενώ η τριαντατριάχρονη Κλαρίς Στάρλινγκ – έμπειρη πλέον πράκτορας του FBI – πέφτει σε υπηρεσιακή δυσμένεια ύστερα από ένα ατυχές μακελειό όπου ενεπλάκη. Σύντομα αναμειγνύεται τεχνηέντως στην απόπειρα ενός τυχοδιώκτη αξιωματικού της ιταλικής Αστυνομίας, του αριστοκρατικής καταγωγής Ρινάλντο Πάτσι, να εντοπίσει κρυφά τον Λέκτερ και να τον παραδώσει στους άνδρες του Βέρτζερ έναντι αμοιβής. Όλο αυτό το διάστημα ο Δόκτωρ κρύβεται στην αγαπημένη του Φλωρεντία ως υπάλληλος βιβλιοθήκης, και περιμένει…
    Ο συγγραφέας Τόμας Χάρις κυκλοφόρησε τη λογοτεχνική συνέχεια της Σιωπής των αμνών (1988) το 1999. Το μυθιστόρημα Χάνιμπαλ επιχειρεί να εξανθρωπίσει τον Λέκτερ και απέναντι στα ύψη της μεγαλοφυίας του αντιπαραθέτει μία γκάμα χαρακτήρων οι οποίοι παραπέμπουν, κυρίως μέσω της γραφής, στη ζωώδη κατάσταση και στα πλέον ποταπά ανθρώπινα ένστικτα. Έτσι, ο Μέισον Βέρτζερ αναδεικνύεται στο πραγματικό τέρας ενός μυθιστορήματος σημαντικά διαφορετικού και ποιοτικά κατώτερου από τα προγενέστερα. Ο Χάρις εδώ πλάθει χαρακτήρες στα όρια της καρικατούρας, εξαφανίζει το γοητευτικότερο στοιχείο της Σιωπής – την πολύπλοκη αλληλεπίδραση μεταξύ Κλαρίς και Χάνιμπαλ – αφού οι δύο ήρωες κινούνται τώρα σε διαφορετικές ηπείρους κατά το μεγαλύτερο τμήμα της πλοκής, ενώ σπάει το καλούπι του αναδεικνύοντας τον Λέκτερ σε πανταχού παρόντα πρωταγωνιστή, τη στιγμή που στα παλιότερα δύο μυθιστορήματα ήταν σημαντικός μεν, αλλά απλώς υποστηρικτικός χαρακτήρας. Εδώ η βασική πλοκή δεν αφορά την καταδίωξη ενός νέου, άγνωστου δολοφόνου, αλλά το διεθνές και πολύπλευρο ανθρωποκυνηγητό για τον ίδιο τον ιδιοφυή και καλλιεργημένο ψυχίατρο με τις κανιβαλικές τάσεις. Το τελικό αποτέλεσμα απλώς δεν λειτουργεί, αφού ο Λέκτερ επικρατεί τόσο εύκολα και τόσο απόλυτα στην ιστορία, που εξαφανίζει σχεδόν οτιδήποτε άλλο. Η κομψή δομή, η πλούσια πλοκή και το πολυεπίπεδο περιεχόμενο της Σιωπής των αμνών εδώ έχουν πάει περίπατο. Ο Χάρις αναπληρώνει το κενό με έναν μάλλον φτηνιάρικο τρόπο, υπερτονίζοντας τις απρόσμενες εκρήξεις φρικώδους βίας του Λέκτερ (μέσα από ευφάνταστες σκηνές φόνων, κυρίως όταν απειλείται), τη σχεδόν υπεράνθρωπη ευφυΐα του (με τις διαρκείς λογοτεχνικές περιηγήσεις στα «παλάτια της μνήμης του»), μα και τον ερωτισμό στο υπόβαθρο της γνωριμίας του με την Κλαρίς (ειδικά στον φαιδρά χαρωπό επίλογο, μία διετία μετά, ο οποίος τους περιγράφει να ζούνε incognito ως ζευγάρι στο Μπουένος Άιρες). Τα προβλήματα επιδεινώνονται από την εξαιρετικά φλύαρη, άτσαλη και παντελώς κινηματογραφική γραφή – όπου ακόμη και όταν ο παντογνώστης αφηγητής διαρρηγνύει την ψευδαίσθηση της αφήγησης και απευθύνεται απευθείας στον αναγνώστη, δεν λειτουργεί παρά ως λογοτεχνική «κάμερα» –, ενώ ο χαρακτήρας του καρδιοπαθούς και στα πρόθυρα της συνταξιοδότησης Τζακ Κρώφορντ είναι πια διακοσμητικός. Μόνον η δεύτερη από τις έξι ενότητες του μυθιστορήματος – περίπου εκατό σελίδες στη Φλωρεντία, όπου ο επαρκώς ανάγλυφος και πολυδιάστατος χαρακτήρας του Πάτσι προσπαθεί να συλλάβει τον Λέκτερ κατ’ ιδίαν ως κυνηγός επικυρηγμένων – παραπέμπει στο σφρίγος, στη μελετημένη κλιμάκωση και στην αγωνία των προηγούμενων βιβλίων του Χάρις.

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Κινηματογράφος: «Η σιωπή των αμνών» (1991)

Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΑΜΝΩΝ

«SILENCE OF THE LAMBS»




    Ένας κατά συρροή δολοφόνος στις σύγχρονες ΗΠΑ – με το προσωνύμιο Μπάφαλο Μπιλ – απάγει, εκτελεί και γδέρνει νεαρές γυναίκες. Το FBI ερευνά την υπόθεση μα βρίσκεται σε αδιέξοδο. Ο πράκτορας Τζακ Κρώφορντ (Σκοτ Γκλεν) είναι επικεφαλής του Τμήματος Συμπεριφορικής Επιστήμης, υπεύθυνου για την κατάρτιση ψυχολογικών προφίλ για τους δράστες εγκλημάτων, ώστε να είναι ευκολότερος ο εντοπισμός υπόπτων. Προσπαθώντας να ανακαλύψει τον Μπάφαλο Μπιλ, αναθέτει στη νεαρή εκπαιδευόμενη του Γραφείου Κλαρίς Στάρλινγκ (Τζόντι Φόστερ) να αποσπάσει συνεντεύξεις από τον έγκλειστο σε φυλακή υψίστης ασφαλείας ψυχίατρο Χάνιμπαλ Λέκτερ (Άντονι Χόπκινς), ιδιοφυή και καλλιεργημένο κανίβαλο ο οποίος είχε συλληφθεί παλαιότερα ως κατά συρροή δολοφόνος, με την ελπίδα ότι μπορεί να γνωρίζει κάτι...
     Το 1988 ο εμπορικός Αμερικανός συγγραφέας Τόμας Χάρις επιχείρησε να επαναλάβει την τεράστια επιτυχία του λογοτεχνικού Κόκκινου δράκου (1981) – μυθιστορήματος-οροσήμου στον χώρο του αστυνομικού θρίλερ – με την άτυπη συνέχειά του Η σιωπή των αμνών. Οι δύο κεντρικότεροι χαρακτήρες του Δράκου, ο κατά συρροή δολοφόνος Φράνσις Ντόλαριντ και ο πράκτορας του FBI Γουίλ Γκράχαμ δεν επανεμφανίστηκαν, αφού ο ένας ήταν νεκρός και ο άλλος οριστικά εκτός ενεργού δράσης μετά τα γεγονότα του προηγούμενου βιβλίου. Αντ' αυτών, ο Χάρις αναβάθμισε σε συμπρωταγωνιστές της λογοτεχνικής Σιωπής δύο δευτερεύοντες χαρακτήρες του Δράκου: τον Τζακ Κρώφορντ, τέως προϊστάμενο του Γκράχαμ, και τον χαρισματικό, καλλιεργημένο, κανίβαλο ψυχίατρο Χάνιμπαλ Λέκτερ, αδιαμφισβήτητο άρχοντα των ψυχασθενών δολοφόνων. Στο πλάι τους εισήγαγε τα δύο νέα τους πιόνια: τον ψυχοπαθή κατά συρροή φονιά και εκδορέα γυναικών «Μπάφαλο Μπιλ» και τη νεοσύλλεκτη, εκπαιδευόμενη πράκτορα του FBI Κλαρίς Στάρλινγκ. Αν και ποτέ δεν ομολογείται ρητά, τόσο ο Λέκτερ όσο και ο Κρώφορντ έβλεπαν την Κλαρίς, για τους δικούς του λόγους ο καθένας, ως πρόπλασμα από το οποίο θα κατασκεύαζαν τον επόμενο Γουίλ Γκράχαμ μέσω της υπόθεσης Μπάφαλο Μπιλ.

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

Λογοτεχνία: «Το ουράνιο τόξο της βαρύτητας» (1973)

ΤΟ ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ ΤΗΣ ΒΑΡΥΤΗΤΑΣ

«GRAVITY'S RAINBOW»



«…η ανθρώπινη συνείδηση, αυτή η φτωχή ανάπηρη, αυτή η παραμορφωμένη και καταδικασμένη ουσία, είναι έτοιμη να γεννηθεί. Αυτός είναι ο κόσμος πριν τους ανθρώπους. Πολύ έντονος και ορμητικός και ζωντανός και σε συνεχή ροή, τόσο που οι άνθρωποι δεν μπορούν να τον δουν γύρω τους. Μπορούν να τον δουν μόνο νεκρό, σε ακίνητα γεωλογικά στρώματα, αποσυντεθειμένο σε πετρέλαιο ή γαιάνθρακα. Ζωντανός, ήταν απειλή: ήταν οι Τιτάνες, ήταν μια κορύφωση της ζωής τόσο έντονη και έξαλλη, ένα φωτοστέφανο γύρω από το σώμα της Γης τόσο πράσινο, που έπρεπε να βρεθεί κάποιος καταστροφέας πριν τιναχτεί στον αέρα ολόκληρη η Δημιουργία. Έτσι σταλθήκαμε εμείς εδώ, οι ανάπηροι φύλακες, για να πολλαπλασιαστούμε, να κυριαρχήσουμε. Οι θεόσταλτοι καταστροφείς. Εμείς. Αντεπαναστάτες. Η αποστολή μας είναι να προωθούμε το θάνατο. Ο τρόπος που σκοτώνουμε, ο τρόπος που πεθαίνουμε, είναι μοναδικός σε όλα τα Πλάσματα. Ήταν κάτι που χρειάστηκε να βελτιώσουμε, ιστορικά και προσωπικά. Να το χτίσουμε από το μηδέν και να το φτάσουμε στη σημερινή του κατάσταση ως αντίδραση, σχεδόν με την ίδια δύναμη που έχει η ζωή, για να καταστείλουμε την πράσινη εξέγερση. Αλλά μόνο σχεδόν με την ίδια δύναμη.» (μετάφραση: Γιώργος Κυριαζής)



     Προς το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ το Λονδίνο σφυροκοπάται από γερμανικές ρουκέτες V-2 (τεχνολογικούς προδρόμους των διαστημικών πυραύλων), σε ένα πρώην άσυλο ψυχασθενών («Λευκή Οπτασία») έχει στηθεί μία συμμαχική επιχείρηση ψυχολογικού πολέμου. Στόχος της είναι να διαχέει προπαγάνδα στη ναζιστική επικράτεια. Ταυτόχρονα, ο Αμερικανός Λοχαγός Ταϊρόν Σλόθροπ γίνεται αντικείμενο διακριτικής παρατήρησης από τους επικεφαλής της Λευκής Οπτασίας, όταν οι σεξουαλικές του περιπέτειες στο βομβαρδιζόμενο Λονδίνο καθιστούν αντιληπτό το παράδοξο γεγονός πως κάθε του στύση προηγείται χρονικά, κατά μερικές μέρες, της πρόσκρουσης ενός πυραύλου V-2 στο ακριβές εκείνο σημείο της πόλης. Αυτή είναι η αφετηρία μίας πολύμηνης περιπέτειας στην κατεστραμμένη, χαοτική, άνευ κρατικών συνόρων και υπό συμμαχική στρατιωτική κατοχή Ευρώπη της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου (τη «Ζώνη»), όπου για ελάχιστους μήνες τα πάντα μοιάζουν δυνατά και επιτρεπτά πριν η ήπειρος λάβει τη νέα της μορφή. Στόχος του να βρει μία μοναδική και μυστηριώδη Ρουκέτα τύπου V-2 με τον ακανόνιστο κωδικό παραγωγής 00000, που φαίνεται να περιέχει μία άγνωστη συσκευή κατασκευασμένη από το καινοτόμο συνθετικό πλαστικό «ιμιπόλεξ», ίδιο με αυτό στο οποίο είχε παλαιότερα εκτεθεί ακούσια ο Ταϊρόν ως νήπιο στο πλαίσιο πειραμάτων συμπεριφορικής ψυχολογίας… Την κεντρική ιστορία του Σλόθροπ συμπληρώνει ένας καμβάς από δεκάδες ακόμα ανάγλυφους χαρακτήρες, είτε επίσης περιπλανώμενους στη Ζώνη είτε επιφορτισμένους με την παρακολούθηση και παρατήρηση του ήρωα. Ορισμένοι από αυτούς έχουν παθιαστεί εξίσου με τη Ρουκέτα…
    Το 1973, ο απομακρυσμένος από τη δημοσιότητα Τόμας Πύνσον – συγγραφικός θρύλος σήμερα – παρέδωσε το αδιαμφισβήτητο magnum opus του, έχοντας ήδη εξελίξει το καθαρά προσωπικό του ύφος καθ’ όλη την προηγούμενη δεκαετία. Ο Πύνσον αποτελούσε επίγονο των μπίτνικ του ‘50, γνήσιο τέκνο της αντικουλτούρας του ’60, συνοδοιπόρο της Νέας Αριστεράς και καλλιτεχνικό προπομπό του μεταμοντέρνου αναρχισμού του ‘70. Το μυθιστόρημά του είναι ογκώδες, πολύπλοκο, πλούσιο, προκλητικό, αστείο, δυσανάγνωστο κι ωστόσο γοητευτικό. Παλεύοντας διανοητικά ενάντια σε κάθε όψη της νεωτερικής εμμονής με το Κέντρο και τον Έλεγχο, ο συγγραφέας αξιοποιεί μία εποχή ολικού πολιτισμικού μετασχηματισμού της Δύσης – τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο – ως καμβά στον οποίον ζωγραφίζει ανάγλυφα με λέξεις την ατελείωτη μάχη ανάμεσα στη χειραφέτηση και την υποδούλωση, ανάμεσα στην Ελίτ και στους Ευτελείς, στους άρχοντες και στους αρχόμενους. Ως αλληγορικούς φορείς του Κέντρου και του Ελέγχου, το βιβλίο χρησιμοποιεί δύο βασικά θέματα: την παράνοια (τα πάντα διασυνδέονται) και τον μυστικισμό (τα πάντα είναι ένα). Η λύτρωση εντοπίζεται στη διαφυγή και από τα δύο, στην κατάρριψη των ορθολογικών υποστηριγμάτων της νεωτερικότητας και των καλλιτεχνικών τους αναλόγων, στην επαναμάγευση του κόσμου. Ο Πύνσον επαναδιαπραγματεύεται τα όρια ανάμεσα στο αποδεκτό και στο ανεπίτρεπτο, με το βλέμμα του στραμμένο στην αποδόμηση του Λευκού Ευρωπαίου Αρπακτικού και διεισδύοντας όχι στις συνωμοσίες της εξουσίας, αλλά στην εξουσία ως συνωμοσία.

Σάββατο 30 Ιουνίου 2012

Κινηματογράφος: «Οι ταινίες μικρού μήκους του Ντέιβιντ Λιντς» (1966 - 2010)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

ΟΙ ΤΑΙΝΙΕΣ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΤΟΥ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

«SIX MEN GETTING SICK»
«THE ALPHABET»
«THE GRANDMOTHER»
«THE COWBOY AND THE FRENCHMAN»
«LUMIERE»
«RABBITS»
«DUMBLAND»
«DARKENED ROOM»
«THE BOAT»
«LADY BLUE SHANGHAI»




     Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1960 ο κατόπιν πασίγνωστος Αμερικανός σκηνοθέτης Ντέιβιντ Λιντς σπούδαζε ζωγραφική στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Φιλαδέλφεια. Εκεί, το 1966, αξιοποίησε το εικαστικό του ταλέντο για την κατασκευή ενός μονόλεπτου κινουμένου σχεδίου με τίτλο Έξι άνδρες αρρωσταίνουν (Six Men Getting Sick), κατά τη διάρκεια του οποίου έξι χονδροειδείς και αλλόκοτες ανθρώπινες φιγούρες βλέπουν το στομάχι τους να μεγεθύνεται και αίμα να το κατακλύζει ώσπου πιάνουν φωτιά, ενώ ένας δυσάρεστος ήχος σειρήνας ακούγεται διαρκώς στο υπόβαθρο. Δεξιοτεχνικό μη αναπαραστατικό σχέδιο (χωρίς ομαλή κίνηση βεβαίως), επικείμενος αλλά ακαθόριστος κίνδυνος, βιολογικός εκφυλισμός – όλα αυτά διακρίνονται σε ένα φοιτητικό φιλμάκι ενός σπουδαστή ζωγραφικής ο οποίος «απλώς ήθελε να δει τους πίνακές του να κινούνται». Όχι σημαντικό από μόνο του αλλά σίγουρα προπομπός σπουδαιότερων πραγμάτων.
     Το 1968 ο Λιντς, με προτροπή της συζύγου του, προχώρησε τις εξερευνήσεις του συνθέτοντας κινούμενο σχέδιο με μαγνητοσκοπημένο φιλμ στο τετράλεπτο, έγχρωμο Αλφάβητο (The Alphabet). Εφιαλτικό και παράδοξο, μια συρραφή από παραισθητικές εικόνες σχετικές με τον τρόμο της ενηλικίωσης, την αδυσώπητη φύση του εκπαιδευτικού συστήματος και τα τέρατα της παιδικής ηλικίας, με ηχητική συνοδεία την τραγουδιστή απαγγελία της αλφαβήτας από ένα νήπιο. Τα πλάνα με τη νεαρή κοπέλα στο κρεβάτι είναι ανατριχιαστικά και μακάβρια, με έναν τρόπο αναγνωρίσιμο εκ των υστέρων ως «λυντσικό» – η συνταγή όμως δεν είναι πλήρης ακόμα και η ουσία μοιάζει να λείπει. Το 1970, ύστερα από τη συμβουλή ενός φίλου του και έχοντας κάποια μικρή φήμη, ο Λιντς ζήτησε χρηματοδότηση από το Αμερικανικό Κινηματογραφικό Ινστιτούτο (AFI) για να δημιουργήσει τη σχεδόν ημίωρη Γιαγιά (The Grandmother). Το έγχρωμο φιλμάκι συνδυάζει ξανά κινούμενο σχέδιο με μαγνητοσκοπημένο υλικό αλλά είναι πολύ πιο ώριμο, περιγράφοντας βωβά – χωρίς διαλόγους, μόνο με ηχητικά εφέ και μουσική – την ιστορία ενός ανώνυμου μικρού παιδιού το οποίο «σπέρνει», «ποτίζει» και τελικά «περισυλλέγει» μία ευαίσθητη γιαγιά, για να τον βοηθήσει να ξεπεράσει το άγχος της κακοποίησης και της αμέλειας από τους βίαιους, κτηνώδεις γονείς του. Με προσεγμένη εικαστική προσέγγιση κινούμενη μεταξύ ασπρόμαυρου και έγχρωμου εφιάλτη – η χρωματική παλέτα εσκεμμένα είναι περιορισμένη –, υπνωτιστική ροή, υπαινιγμούς διαστρεβλωμένης σεξουαλικής αφύπνισης, ασαφή αφήγηση και ιδιόρρυθμη, σκοτεινή ατμόσφαιρα – ο Λιντς έβαψε κατάμαυρο το εσωτερικό του σπιτιού του και το αξιοποίησε ως μινιμαλιστικό ντεκόρ –, πρόκειται ουσιαστικά για το πρώτο πλήρες κινηματογραφικό εγχείρημα του σκηνοθέτη. Τα θέματα της φρικώδους γέννησης, της κυκλικότητας της βιολογικής ζωής και της αλλόκοτης σεξουαλικότητας προοικονομούν ήδη το Eraserhead.

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

Κινηματογράφος: «INLAND EMPIRE» (2006)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

INLAND EMPIRE

«INLAND EMPIRE»




     Τέταρτο και τελευταίο φιλμ του Ντέιβιντ Λιντς από την τρίτη περίοδο του κινηματογραφικού του έργου (από το προοίμιο του Υπόπτου κόσμου του Τουίν Πικς κι έπειτα) – εξαιρώντας τη «συμβατική» Αληθινή ιστορία ­–, δεν έχει την επιτυχία των προηγούμενων τριών αλλά σίγουρα προωθεί σε νέα, αδιανόητα άκρα τις μεθόδους και τις εμμονές του Αμερικανού σκηνοθέτη και σεναριογράφου, αντικαθιστώντας παράλληλα ορισμένες σταθερές των ταινιών του με νέες, δοκιμαζόμενες ιδέες και τεχνικές. Φαίνεται πως ο Λιντς και οι τακτικοί συνεργάτες του (όπως η επί δεκαπενταετία μοντέρ και πρώην σύζυγός του Μαίρη Σουίνι – εδώ και συμπαραγωγός), έχοντας τελειοποιήσει οριστικά το ύφος τους με την Οδό Μαλχόλαντ, αποφασίζουν να αλλάξουν ορισμένα πράγματα, να εγκαταλείψουν κάποια και να εφεύρουν άλλα, υποδεχόμενοι αισιόδοξα τον νέο αιώνα αλλά παραμένοντας πιστοί στη βασική συνταγή των προηγούμενων 15 ετών: κατακερματισμένη και μη γραμμική αφήγηση, θρυμματισμένες και εναλλασσόμενες ταυτότητες, διαπλεγμένοι υποκειμενικοί κόσμοι, πρωταγωνιστές στα όρια της ψύχωσης.
     Αυτή τη φορά το εύρημα της Χαμένης λεωφόρου και της Οδού Μαλχόλαντ δεν ισχύει πια. Αντί για έναν φανταστικό και έναν πραγματικό κόσμο οι οποίοι παρουσιάζονται στον θεατή ως εξίσου αληθινοί, ώσπου ο φανταστικός καταρρέει διαβρωνόμενος από το παράλογο και το εφιαλτικό στοιχείο (παραλλαγή της μη εμφανούς διάκρισης μεταξύ αληθινού κόσμου και κόσμου του ασυνειδήτου, στις πρώτες δύο περιόδους της λυντσικής φιλμογραφίας), έχουμε τώρα έναν καθαρά μεταμοντέρνο, αξεδιάλυτο ιστό στιγμών και ψυχικών καταστάσεων πλήρους υποκειμενισμού, χωρίς συγκεκριμένες, ευδιάκριτες σκηνές «μετάβασης» ή «μεταμόρφωσης» – οι εναλλαγές ταυτοτήτων, πραγματικοτήτων και υποπλοκών συμβαίνουν συνεχώς και απροειδοποίητα μετά την πρώτη από τις τρεις ώρες διάρκειας της ταινίας. Πριν από το μέσο του φιλμ, η αφήγηση έχει ενδοραγεί σε ένα αχανές, αχαρτογράφητο σύμπλεγμα αποσπασματικών και επαναλαμβανόμενων επεισοδίων το οποίο απεικονίζει τις περιπλανήσεις του νου της ηρωίδας κατά τη διάρκεια των συναισθηματικών της μεταβολών, χωρίς καμία χωροχρονική σύμβαση ή ίχνος αντικειμενισμού να διατηρείται. Για πρώτη φορά όλη η ταινία μοιάζει να εκτυλίσσεται στον μη-χώρο του ασυνειδήτου, αφορώντας θεματικά τις ψευδαισθήσεις που εκτρέφει η βιομηχανία του Χόλιγουντ, κατασκευάζοντας ταυτότητες και πλαστές εικόνες του εαυτού σε έναν κόσμο υπέρτατης κοινωνικής ανισότητας – οι νύχτες του Λος Άντζελες αποτελούν καταφύγιο της εξαθλίωσης, χώρο αστέγων και κακοποιούμενων ιερόδουλων. Εκεί είναι που η έκπτωτη, ετοιμοθάνατη πρωταγωνίστρια φτύνει αίμα στο πεζοδρόμιο με τις υπογραφές των αστέρων, αποτελώντας το αλληγορικό μέσον με το οποίο ο Λιντς φτύνει κατάμουτρα την ίδια τη βιομηχανία της διασκέδασης.

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

Κινηματογράφος: «Oδός Μαλχόλαντ» (2001)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ


Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

ΟΔΟΣ ΜΑΛΧΟΛΑΝΤ

«MULHOLLAND DR.»



     Τέσσερα χρόνια μετά την αμφιλεγόμενη αλλά ευρηματική Χαμένη λεωφόρο (1997) και μια τριετία μετά την πολύ καλή, αλλά «συμβατική» και εκτός λυντσικού κανόνα Αληθινή ιστορία (1998), ο Ντέιβιντ Λιντς επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη με την εξαιρετική και δημοφιλή Οδό Μαλχόλαντ, κερδίζοντας εκ νέου την αναγνώριση κοινού και κριτικών αλλά και μοιραζόμενος το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ των Καννών με τους Αδελφούς Κοέν – δημιουργούς του Ο άνθρωπος που δεν ήταν εκεί του ίδιου έτους. Η ταινία – η πιο ερωτική του μετά το Μπλε βελούδο – συγκαταλέγεται στις σπουδαιότερες και περισσότερο εμβληματικές ενός έτσι κι αλλιώς ανεπανάληπτου σκηνοθέτη, με τους συνηθισμένους συνεργάτες του πίσω από την κάμερα, ενώ αξιοσημείωτο είναι πως το μεγαλύτερο τμήμα της κινηματογραφήθηκε αρχικά με στόχο να αποτελέσει πιλότο μιας σχεδιαζόμενης τηλεοπτικής σειράς για το κανάλι ABC των ΗΠΑ, με πλοκή ανοιχτή για περαιτέρω διερεύνηση από τα επόμενα επεισόδια. Η απόρριψη του πιλότου το 2000 και η ακύρωση του τηλεοπτικού εγχειρήματος οδήγησαν τον Λιντς να προσθέσει στο φιλμ το τελευταίο του ημίωρο ως επίλογο της ιστορίας – ξανά με γαλλική χρηματοδότηση – και, μετά από μια ευρύτερη συνολική επιμέλεια, να παραδώσει την ταινία στον κόσμο του σινεμά.
     Ηρωίδα είναι η ξανθιά Μπέτι (Ναόμι Γουότς, στον ρόλο ο οποίος την κατέστησε διάσημη), μία νεαρή, αφελής και αισιόδοξη αλλά άσημη ηθοποιός, η οποία καταφθάνει ενθουσιασμένη στο Λος Άντζελες για να μείνει στο κενό σπίτι μίας ευκατάστατης συγγενούς της, με την προοπτική να ενσωματωθεί στην κινηματογραφική βιομηχανία του Χόλιγουντ και να ανελιχθεί σε διασημότητα. Κατά τις πρώτες της στιγμές στο διαμέρισμα όμως, αντιλαμβάνεται πως εκεί έχει βρει καταφύγιο η μελαχρινή και αισθησιακή «Ρίτα» (Λώρα Χάρινγκ), μία αποπροσανατολισμένη κοπέλα με αμνησία που επέζησε από μετωπική σύγκρουση αυτοκινήτων την προηγούμενη νύχτα. Στην τσάντα της η Ρίτα έχει δεκάδες χιλιάδες δολάρια και ένα ιδιόμορφο κλειδί, χωρίς ιδέα για το πώς βρέθηκαν εκεί. Μία απρόοπτη φιλία αναπτύσσεται μεταξύ των δύο γυναικών, καθώς προσπαθούν να εντοπίσουν την πραγματική ταυτότητα της Ρίτα, ενώ ταυτόχρονα ένας διάσημος σκηνοθέτης του στουντιακού συστήματος – ο Άνταμ (Τζάστιν Θερού) – αναγκάζεται να αντιμετωπίσει τις παρεμβάσεις στο έργο του από ένα μυστηριώδες κύκλωμα πάμπλουτων παρασκηνιακών χρηματοδοτών, το οποίο εμπλέκεται ανεξήγητα με τον υπόκοσμο αλλά και με το δυστύχημα της Ρίτα…

Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

Κινηματογράφος: «Χαμένη λεωφόρος» (1997)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

ΧΑΜΕΝΗ ΛΕΩΦΟΡΟΣ

«LOST HIGHWAY»




     Στα προάστια του Λος Άντζελες κατοικεί το ευκατάστατο ζευγάρι του Φρεντ (Μπιλ Πούλμαν), επαγγελματία σαξοφωνίστα της τζαζ, και της γοητευτικής Ρενέ (Πατρίσια Αρκέτ). Ο Φρεντ ζηλεύει παθολογικά τη σύζυγό του, αδυνατεί να έχει πλήρη σεξουαλική επαφή μαζί της και είναι φανερό πως αυτή τον φοβάται, παρά τη φαινομενική ηρεμία και την επιφανειακή μονοτονία της σχέσης τους. Μία μέρα αρχίζουν να λαμβάνουν ταχυδρομημένες βιντεοκασέτες από άγνωστο αποστολέα, οι οποίες απεικονίζουν το εσωτερικό του σπιτιού τους – τρομοκρατούνται και καλούν την Αστυνομία, αλλά οι δύο ντετέκτιβ της υπόθεσης δεν εντοπίζουν ίχνη διάρρηξης. Σε ένα πάρτι το οποίο διοργανώνει κάποιος πλούσιος και ύποπτος φίλος της Ρενέ, ο Φρεντ γνωρίζει έναν παράξενο, απόκοσμο και μυστηριώδη άνδρα που ισχυρίζεται ότι είναι ταυτόχρονα και μέσα στο σπίτι του ζεύγους, αφού «εκείνος τον προσκάλεσε». Λίγες μέρες μετά η Ρενέ είναι βάναυσα δολοφονημένη, ενώ ακόμα μία βιντεοκασέτα έχει καταφθάσει απεικονίζοντας τον ήρωα να την κατακρεουργεί στην κρεβατοκάμαρά τους. Ο Φρεντ δεν διαθέτει καμία μνήμη του συμβάντος αλλά συλλαμβάνεται και καταδικάζεται να εκτελεστεί στην ηλεκτρική καρέκλα. Μια νύχτα, ενώ ένας ανεξιχνίαστος πονοκέφαλος του προκαλεί αϋπνία, οι δεσμοφύλακες ακούν κραυγές από το κλειδωμένο κελί του. Το άλλο πρωί στη θέση του έχει εμφανιστεί ένας άλλος, νεότερος άνδρας – ο Πίτερ – χωρίς καμία ιδέα για το πώς βρέθηκε εκεί...
     Ο Ντέιβιντ Λιντς επιστρέφει στο σινεμά πέντε χρόνια μετά τον παρεξηγημένο και εμπορικά αποτυχημένο κινηματογραφικό Ύποπτο κόσμο του Τουίν Πικς, ξανά με γαλλική χρηματοδότηση, δείχνοντας πως είναι πια σε μια νέα φάση της καριέρας του. Όλες οι εικαστικές εμμονές του και οι συνηθισμένες κινηματογραφικές του μέθοδοι παρελαύνουν από την οθόνη σε ένα εξαιρετικά ατμοσφαιρικό οπτικοακουστικό παραλήρημα, προσεγμένο ως το τελευταίο καρέ, το οποίο κατορθώνει να εναλλάσσει μαεστρικά τον φρενήρη ρυθμό με την υπνωτιστική αναμονή. Εμφανή είναι τα περισσότερα διακριτικά σημάδια του λυντσικού κινηματογράφου: οι παράλογες σεκάνς, οι σουρεαλιστικοί χαρακτήρες, το μαύρο χιούμορ, τα ονειρικής λογικής δρώμενα με την ανερμήνευτη υπερφυσική αύρα, η δαιδαλώδης και αινιγματική μη γραμμική αφήγηση του Eraserhead και του Τουίν Πικς, οι διφορούμενες σιωπές, ή η απολύτως ταιριαστή διανομή ρόλων. Ακόμα, ο δυνατός φωτισμός ως σύμβολο αγάπης και θέρμης, τα απόκοσμα κοντινά πλάνα σε βελούδινες κουρτίνες ως μεταφορικές πύλες του ασυνείδητου, οι παραμορφωμένοι ανθρώπινοι χαρακτήρες ως σύμβολα εννοιών, οι νότες του Μπανταλαμέντι, τα εικαστικά παιχνιδίσματα με τα υψηλά ή τα χαμηλά κοντράστ, τα πλάνα με την αργή κίνηση και τη μουσική συνοδεία σε σημεία - κλειδιά, ο κλειστοφοβικός ηχητικός σχεδιασμός των χώρων, οι διαρκείς εναλλαγές μεταξύ φωτός και σκότους, ο ηλεκτρισμός που τρεμοπαίζει και οι δυσοίωνοι υπόκωφοι βόμβοι ως προμηνύματα κινδύνου. Για άλλη μια φορά, οι σκιές στους εσωτερικούς χώρους μοιάζουν να απορροφούν τα πάντα, ενώ ο διάχυτος αισθησιακός ερωτισμός και η φρικτή βία εναλλάσσονται ακανόνιστα. Τώρα όμως, το μείγμα αυτό εφαρμόζεται σε ένα ψυχολογικό θρίλερ μυστηρίου με ίχνη νεονουάρ, χιτσκοκικές επιρροές και εκτυλισσόμενο σε αστικό σκηνικό – καινοφανή στοιχεία για τον σκηνοθέτη, αλλά η τελική σύνθεση ανταμείβει τον θεατή. Με τη συμμετοχή στο σενάριο του Μπάρι Γκίφορντ (συγγραφέα του μυθιστορήματος όπου είχε βασιστεί η Ατίθαση καρδιά) και του Τρεντ Ρέζνορ του ιντάστριαλ ροκ συγκροτήματος Nine Inch Nails στη μουσική επένδυση, ο Λιντς επέστρεψε με ένα μεταμοντέρνο, καλτ και οριακό δημιούργημα.

Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

Κινηματογράφος: «Ο ύποπτος κόσμος του Τουίν Πικς» (1992)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ


Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

Ο ΥΠΟΠΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΤΟΥΙΝ ΠΙΚΣ

«TWIN PEAKS: FIRE WALK WITH ME»





     1989. Σε μια μικρή, ορεινή και απομονωμένη πόλη της επαρχίας Ουάσινγκτον των ΗΠΑ μία τελειόφοιτη μαθήτρια του τοπικού Λυκείου, η μεσοαστικής καταγωγής, αισθησιακή και δημοφιλής Λώρα Πάλμερ, ανακαλύπτεται δολοφονημένη. Στο «ειδυλλιακό» Τουίν Πικς, όπου το αίσθημα της συνεκτικής κοινότητας παραμένει ισχυρό και διατηρείται μια στενή σχέση με τη φύση, καταφθάνει ο πράκτορας του FBI Ντέιλ Κούπερ με μεγάλη συναίσθηση της ηθικής, εξαιρετικά ανορθόδοξες μεθόδους και στόχο να βρει τον υπαίτιο – ίδιο απ’ ότι φαίνεται με αυτόν που είχε δολοφονήσει έναν χρόνο πριν μια άλλη νεαρή γειτονικής πόλης (Τερέζα Μπανκς) με παρόμοιο, αποκρουστικό τρόπο. Σύντομα γίνεται αντιληπτό ότι η νεκρή Λώρα Πάλμερ σχετιζόταν απρόσμενα με πολλά μέλη της κοινότητας και ότι η «άμεμπτη» εικόνα της έκρυβε πολλά σκοτεινά μυστικά. Στην ταινία βλέπουμε αποσπάσματα της έρευνας του FBI για τον φόνο της Τερέζα, αλλά κυρίως παρακολουθούμε τις τελευταίες επτά ημέρες της ζωής της Λώρα, αμέσως πριν τον θάνατό της.
     Το φιλμ συνιστά κατά κύριο λόγο προοίμιο της ομώνυμης τηλεοπτικής σειράς δύο κύκλων (1990 και 1990 – ‘91). Αποτέλεσε τότε την τελευταία «παρέμβαση» του σκηνοθέτη στο εμβληματικότερο και εμπορικότερο ίσως δημιούργημα της καριέρας του, προτού διαλυθούν τελείως τα σκηνικά. Ο Λιντς έκλεισε έτσι τους λογαριασμούς του με τον κόσμο του Τουίν Πικς για μια 25ετία, δίνοντας στο κοινό ορισμένες πληροφορίες για το τι συνέβη στον πράκτορα Ντέιλ Κούπερ μετά την αγωνιώδη και εκκρεμή κατάληξη του δεύτερου κύκλου της τηλεοπτικής σειράς, εμβαθύνοντας στον υπερφυσικό μύθο που είχε αναπτυχθεί και αναπαριστώντας με μακάβριο, αλλά εκπληκτικά ευφάνταστο τρόπο τα γεγονότα γύρω από τον θάνατο της Λώρα, εξακριβωμένα με μεγάλο κόπο από τους ήρωες κατά τη διάρκεια των δύο τηλεοπτικών κύκλων. Εδώ όμως κύριος ήρωας είναι η ίδια η Λώρα, την οποία για πρώτη φορά βλέπουμε ζωντανή. Η ταινία δεν συνιστά καθαρό προοίμιο, αφού εκτυλίσσεται σε τρεις διαφορετικές χρονικές περιόδους μα και στον περίφημο υπερφυσικό κόσμο του ασυνειδήτου όπου ο χρόνος κυλά ανώμαλα: στο Κόκκινο Δωμάτιο / Μαύρη Στοά, ένα πολύχρωμο Καθαρτήριο, γνωστό στο κοινό από τα όνειρα του Κούπερ και τον μύθο της τηλεοπτικής σειράς. Όπως και η τελευταία, ο κινηματογραφικός Ύποπτος κόσμος του Τουίν Πικς αθροίζει το σύνολο των λυντσικών μεθόδων αφήγησης και προβληματικών σε ένα ιδανικό αμάλγαμα, κορύφωση της μέσης περιόδου του έργου του Αμερικανού σκηνοθέτη. Εδώ όμως ο Λιντς καινοτομεί, αφαιρώντας τη σαπουνόπερα από το μείγμα και αντικαθιστώντας την με τη μη γραμμική, δαιδαλώδη και αινιγματική αφήγηση η οποία τον είχε κάνει διάσημο το 1977 με το ντεμπούτο του Eraserhead· το αποτέλεσμα είναι ταυτοχρόνως οικείο μα και πρωτόγνωρο, αποκρουστικό και μαγευτικό συνάμα, με μια παραισθητική ποιότητα να το διατρέχει απ' άκρη σ' άκρη.