Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Κινηματογράφος: «Fight Club» (1999)

FIGHT CLUB

«FIGHT CLUB»





    Σε μια ανώνυμη μεγαλούπολη των σύγχρονων ΗΠΑ, ο εξίσου ανώνυμος, εργένης, τριαντάχρονος πρωταγωνιστής (Έντουαρντ Νόρτον) εργάζεται ως στέλεχος σε μεγάλη αυτοκινητοβιομηχανία, υπεύθυνος για αποφάσεις ανάκλησης ελαττωματικών οχημάτων με βάση τον λόγο… κόστους προς φονικότητα. Πάσχοντας από αϋπνία και ανικανοποίητος με τη συμβατική ζωή του, ακολουθεί μία ιατρική συμβουλή και παρακολουθεί στον ελεύθερο χρόνο του ομάδες αλληλοϋποστήριξης καρκινοπαθών, αλκοολικών, ανάπηρων κλπ., υποκρινόμενος ότι συμπάσχει μαζί τους. Αντικρίζοντας μία φρίκη πολύ χειρότερη από το εσωτερικό του κενό, οι αϋπνίες του θεραπεύονται – ώσπου γνωρίζει στις ομάδες υποστήριξης τη λούμπεν νευρωτική Μάρλα (Έλενα Μπόναμ Κάρτερ), εξίσου υποκρίτρια μ’ αυτόν. Αδυνατώντας να απολαύσει πλέον τον πόνο των άλλων, αφού «δεν είναι ο μόνος τουρίστας εκεί», επιστρέφει στην τυρρανική κατάσταση της μόνιμης αϋπνίας. Μέχρι την ώρα που γνωρίζει τον Τάιλερ Ντέρντεν (Μπραντ Πιτ), έναν περιθωριακό, αινιγματικό άνδρα με επάγγελμα την παρασκευή σαπουνιού, αναρχικές ιδέες, μια ροπή προς τη φυσική βία και μία ασίγαστη οργή για την εκθήλυνση του άνδρα στη σύγχρονη δυτική κοινωνία…
    Ύστερα από το πρώιμο Παιχνίδι του 1997, ο Ντέιβιντ Φίντσερ υπογράφει ξανά μία ταινία με θέμα μία καθολική «επιστημολογική συνωμοσία», εξαιτίας της οποίας ο κεντρικός χαρακτήρας αδυνατεί να διακρίνει την πραγματικότητα από την ψευδαίσθηση και όπου η πλάνη του είναι απόλυτη, πανταχού παρούσα, κατανεμημένη, απολιτική, οδηγώντας τον στην αμφισβήτηση της μνήμης και της ταυτότητάς του. Τώρα όμως ο Αμερικανός δημιουργός ανεβάζει τον πήχυ βασίζοντας το σενάριο σε πετυχημένο μυθιστόρημα της περιόδου, κινηματογραφώντας μία σχεδόν επικής κλίμακας σκοτεινή και σατιρική αφήγηση κατά μήκος των μητροπολιτικών ΗΠΑ, υλοποιώντας ένα αψεγάδιαστο οπτικοακουστικό υπερθέαμα και αποσπώντας εξαιρετικές ερμηνείες από χολιγουντιανούς ηθοποιούς - αστέρες. Ταυτόχρονα συγχρονίζεται με τον παλμό της εποχής και κατασκευάζει το φιλμ του ως ακόμα έναν – πολύ σημαντικό – κρίκο στην αλυσίδα ταινιών «φιλοσοφικής συνωμοσίας» οι οποίες εμφανίστηκαν μετά το Παιχνίδι (Άνοιξε τα μάτια και Ο δικηγόρος του Διαβόλου το 1997, Ζωντανή μετάδοση και Σκοτεινή πόλη το 1998, Η έκτη αίσθηση, eXistenZ και Μάτριξ το 1999, Μεμέντο και American Psycho το 2000). Πιο συμβατικός και πρόωρος πρόδρομος αυτής της αφηγηματικής υποκατηγορίας είχε υπάρξει η Ολική επαναφορά (1990) του Πωλ Βερχόφεν – καθόλου τυχαία στηριγμένη σε διήγημα του συγγραφέα της αντικουλτούρας του ’60 Φίλιπ Ντικ.

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Κινηματογράφος: «Η έκτη αίσθηση» (1999)

Η ΕΚΤΗ ΑΙΣΘΗΣΗ

«THE SIXTH SENSE»






    Ο οκτάχρονος Κόουλ (Χάλεϊ Τζόελ Όσμεντ), παρατημένος από τον πατέρα του, μόνος γιος διαζευγμένης και εργαζόμενης μητέρας στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ, είναι ένα παιδί με προβλήματα κοινωνικοποίησης και ενδείξεις ψύχωσης. Την περίπτωσή του αναλαμβάνει να παρακολουθήσει ο διακεκριμένος παιδοψυχολόγος της πόλης Μάλκολμ Κρόου (Μπρους Γουίλις) – ένας μεσήλικας άνδρας του οποίου έχουν τραυματιστεί τόσο η επαγγελματική περηφάνεια όσο και η σχέση με την αγαπημένη του σύζυγο (Ολίβια Ουίλιαμς) κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους, μετά τον πυροβολισμό του από έναν εξαγριωμένο πρώην ασθενή ο οποίος στη συνέχεια αυτοκτόνησε. Γνωρίζοντας τον φοβισμένο νεαρό Κόουλ, ο Μάλκολμ θα αντιληφθεί όχι μόνο πως το βασανισμένο παιδί κρύβει κάποιο σκοτεινό και τρομακτικό μυστικό, αλλά και απρόσμενα πράγματα για τον εαυτό του...
    Ένα άρτιο, αλλά βαθύτατα υποταγμένο στις ανάγκες της στουντιακής εμπορικής επιτυχίας, χολιγουντιανό ψυχολογικό θρίλερ του 1999 με υπερφυσικό υπόβαθρο, διάσημο στην εποχή του, που εκκίνησε ουσιαστικά την καριέρα του Νάιτ Σιάμαλαν: ινδικής καταγωγής σκηνοθέτη και σεναριογράφου από οικογένεια ιατρών στις ΗΠΑ. Η ταινία μάλλον αδικείται από το γεγονός πως έγινε γνωστή κυρίως λόγω της σεναριακής ανατροπής του φινάλε – ένα όχι και τόσο πρωτότυπο εύρημα για εγχείρημα της κατηγορίας (π.χ. Ξύπνημα στον εφιάλτη, Απλή διατύπωση, Οι Άλλοι κλπ.), που όμως δένει άψογα και υπολογισμένα με ό,τι έχει προηγηθεί, παρέχοντάς του ταυτόχρονα πρόσθετες νοηματικές αναγνώσεις και συντονίζοντάς το με το τότε κινηματογραφικό zeitgeist (π.χ. Άνοιξε τα μάτια, Μάτριξ, Fight Club κλπ.): αμφισβήτηση της αντικειμενικότητας της πραγματικότητας, απεικόνισή της ως καθολικής και πανταχού παρούσας πλεκτάνης, αποδόμηση της ταυτότητας του ατόμου υπό τέτοιες συνθήκες ως ψευδαίσθησης. Το φιλμ εκθέτει στο τέλος του την αντίληψή μας για τον κόσμο και τον εαυτό μας ως σαθρή, σχετική, χειραγωγούμενη και αναξιόπιστη.

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Κινηματογράφος: «Σκοτεινή πόλη: Director's Cut» (1998 -> 2008)

ΚΙΝ/ΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Κινηματογράφος: Στάργκεϊτ (1994, «Stargate»)
==> Κινηματογράφος: Σκοτεινή πόλη (1998 -> 2008, «Dark City») <==
Κινηματογράφος: Περιοχή Εννέα (2009, «District 9»)
Κινηματογράφος: Beyond the Black Rainbow (2010)

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΟΛΗ: DIRECTOR'S CUT

«DARK CITY: DIRECTOR'S CUT»







     Ένας άνδρας (Ρούφους Σιούελ) ξυπνά με αμνησία και παγιδευμένος για μία σειρά τελετουργικών φόνων σε μία παράξενη πόλη όπου δεν ξημερώνει ποτέ. Μία ματωμένη πληγή στο μέτωπό του και ένα αινιγματικό, έξαλλο τηλεφώνημα από κάποιον ο οποίος ισχυρίζεται πως είναι ο ψυχίατρός του (Κίφερ Σάδερλαντ), τον ωθούν να πιστέψει πως ο ίδιος είναι ο Τζον Μέρντοκ – ατυχές και ψυχωτικό αποτέλεσμα ενός μυστηριώδους, αποτυχημένου πειράματος. Σύντομα ο Τζον συνειδητοποιεί πως καταδιώκεται όχι μόνο από την Αστυνομία και τον Επιθεωρητή Μπάμστεντ (Ουίλιαμ Χαρτ), αλλά και από τους ανεξιχνίαστης καταγωγής «Ξένους»: μυστηριώδεις, επικίνδυνους αλμπίνους με παραφυσικές ιδιότητες όπως ο «συντονισμός», κατά τη διάρκεια του οποίου ο χρόνος παγώνει ενώ η ίδια η Πόλη και η φυσική πραγματικότητα αλλάζουν μορφή με σχεδόν μαγικό τρόπο. Τη στιγμή που ο Τζον προσπαθεί να λύσει τον γρίφο του εαυτού του και της απόκοσμης μητρόπολης, η αποξενωμένη τραγουδίστρια σύζυγός του (Τζένιφερ Κόνελι) αντιλαμβάνεται πως πρέπει να βρει τον άντρα της πριν από όλους τους άλλους…
     Ατμοσφαιρική δημιουργία που το 1998 έφερε μία ανάσα φρεσκάδας στον κινηματογράφο του Φανταστικού, συνιστώντας ταυτόχρονα και φόρο τιμής στην έβδομη τέχνη, από τον σκηνοθέτη του γοτθικού Κορακιού (1994) Άλεξ Πρόγιας. Η Σκοτεινή πόλη φλερτάρει με τα πάντα μοιάζοντας με μεταμοντέρνο κολάζ δανείων από παλαιότερες ταινίες, μα στην καρδιά της είναι ένα φιλμ νουάρ: φόνοι, μοιραίες γυναίκες, άντρες σε αδιέξοδα, ντετέκτιβ, απανωτές ανατροπές, κακόφημα μπαρ, μακρές καπαρντίνες, μαύρα πλατύγυρα καπέλα, παλιομοδίτικα τηλέφωνα και αυτοκίνητα της δεκαετίας του ‘40. Συναντούμε όμως επίσης ισχυρά στοιχεία αυτοσυνείδησης – οι χαρακτήρες ρητά σχολιάζουν μία βασική σύμβαση του νουάρ, την αέναη νύχτα του αστικού φόντου η οποία εδώ ενσωματώνεται στην πλοκή, ενώ το σενάριο ενσυνείδητα αξιοποιεί κινηματογραφικά στερεότυπα με ειρωνικό τρόπο, τονίζοντας εμμέσως την πλαστότητά τους –, διακειμενικότητας – τα εκλεκτικιστικά σκηνικά παραπέμπουν σε δεκάδες προγενέστερα εγχειρήματα ή καλλιτεχνικές τάσεις – και ανάμειξης των αφηγηματικών ειδών – το σεναριακό υπόβαθρο πατά γερά στην επιστημονική φαντασία –, μετατοπίζοντας έτσι το φιλμ κατά πολύ στην επικράτεια του μεταμοντέρνου νεονουάρ. Τα υποβλητικά ντεκόρ και η σκοτεινή φωτογραφία με τις ισχυρές φωτοσκιάσεις, με μια υποτονική παλέτα ανάμεσα στα ψυχρά χρώματα της μούχλας και σε έναν χρυσοπράσινο εξπρεσιονισμό, καθιστούν τη θέαση του φιλμ οπτική απόλαυση. Το γεγονός αυτό ενισχύεται από τα λειτουργικά ψηφιακά ειδικά εφέ και από μία κάμερα βυθισμένη στη στυλιζαρισμένη αισθητική του σύγχρονου βιντεοκλίπ και της διαφήμισης, με κομψό και εντυπωσιακό καδράρισμα των στατικών πλάνων επηρεασμένο από τα κόμικς. Πρόκειται για μία μετρημένη, ισορροπημένη και πλήρη έκφραση των ιδιαιτεροτήτων του κινηματογράφου ως εικαστικού αφηγηματικού μέσου, με τη συνοδεία μίας δυναμικής, σχεδόν ακατάπαυστης μα διακριτικής ορχηστρικής μουσικής υπόκρουσης στην υπηρεσία ενός υποβλητικού και καθηλωτικού κλίματος.

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Ο χρησμός της πεταλούδας» (2002)

Ο ΧΡΗΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ

«THE MOTHMAN PROPHECIES»






     Ο Τζον Κλάιν (Ρίτσαρντ Γκιρ), σημαντικός δημοσιογράφος της εφημερίδας Ουάσινγκτον Ποστ στις ΗΠΑ, βλέπει την προσωπική του ευτυχία να καταρρέει όταν η σύζυγός του πεθαίνει από καρκίνο στον εγκέφαλο. Το διάστημα πριν από τον θάνατό της η Μέρι έβλεπε οπτασίες μίας απόκοσμης ανθρωπόμορφης πεταλούδας, τις οποίες ο Τζον αδυνατεί να εξηγήσει και πιστεύει πως δεν είναι απλές παραισθήσεις. Ύστερα από δύο χρόνια, κατά τη διάρκεια ενός νυχτερινού οδικού επαγγελματικού ταξιδιού, το αυτοκίνητο του Τζον σταματά να λειτουργεί χωρίς εμφανή αιτία μες στον δρόμο και ο πρωταγωνιστής συνειδητοποιεί πως μυστηριωδώς έχει μεταφερθεί 400 μίλια πέρα από εκεί όπου πίστευε πως είναι, στη μικρή επαρχιακή πόλη Πόιντ Πλέζαντ επί του ποταμού Οχάιο. Έτσι γνωρίζει με ανορθόδοξο τρόπο τον Γκόρντον, έναν φιλήσυχο οικογενειάρχη εργάτη με αλλόκοτες οπτασίες, και την Κόνι (Λώρα Λίνεϊ), μία τοπική αστυνομικό η οποία τον πληροφορεί πως κατά τις τελευταίες εβδομάδες εκατοντάδες παραφυσικά και ανερμήνευτα φαινόμενα έχουν συμβεί στην πόλη, επικεντρωμένα εμφανώς στον «Ψυχάνθρωπο» – τη μυστηριώδη, άυλη φιγούρα από τις παραισθήσεις της Μέρι που φαίνεται να ανακοινώνει χρησμούς για επικείμενες καταστροφές. Πιστεύοντας πως κάτι σημαντικό συμβαίνει στη μικρή πόλη και πως αυτή είναι η ευκαιρία να γνωρίσει την αλήθεια για το τι συνέβη στη νεκρή του σύζυγο, ο Τζον ακυρώνει τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις προκειμένου να μείνει στο Πόιντ Πλέζαντ, βυθιζόμενος όλο και περισσότερο στις εμμονές του…
    Ένα ατμοσφαιρικό και υποβλητικό ψυχολογικό θρίλερ το οποίο, αντλώντας υλικό από αστικούς μύθους, μιλά για τον θάνατο, τη λύτρωση, την εμμονή και την ανάγκη για συνέχιση της ζωής μας κόντρα στις αντιξοότητες, με παραφυσικό περιτύλιγμα και καλές ερμηνείες παρά τη χολιγουντιανή πατίνα από ερμηνευτές - αστέρες. Οι κριτικοί της εποχής ήταν ευχαριστημένοι απλώς με το γεγονός ότι «παρά την παραφυσική του θεματολογία, δεν μοιάζει με επεισόδιο των X-Files ή με απομίμηση της Έκτης αίσθησης», στην πραγματικότητα όμως το εγχείρημα του βετεράνου των βιντεοκλίπ Πέλινγκτον (Ο ύποπτος της Οδού Άρλινγκτον) είναι περισσότερα απ’ αυτό. Αξιοποιώντας όλα τα όπλα της δημιουργικής του γκάμας, ο σκηνοθέτης ερεθίζει τον αμφιβληστροειδή με πολλαπλά μέσα: ακραία κοντινά πλάνα σε πρόσωπα για τον τονισμό συναισθηματικά φορτισμένων στιγμών, λοξές γωνίες λήψης για την απεικόνιση της σύγχυσης των ηρώων, υποκειμενικά πλάνα με την κάμερα πίσω από εμπόδια να παρακολουθεί τους χαρακτήρες σαν αόρατος θεατής ώστε να μεταδώσει την αίσθηση της παράνοιας, σποραδικά κάδρα με φλουταρισμένα σε πρώτο πλάνο δύο αντικριστά φώτα ή σκιές ώστε να σχηματίζεται χονδρικά το περίγραμμα του Ψυχανθρώπου ως παρασκηνιακού και απρόσκλητου μάρτυρα της δράσης, απότομα και ανώμαλα τράβελινγκ εμπρός ή πίσω σε σχέση με τους χαρακτήρες ώστε να σχηματίζεται η εντύπωση της παρακολούθησής τους, σύντομες αλληλουχίες πλάνων πολύ μικρής διάρκειας με ταχύτατο μοντάζ και αλλοιωμένα, κορεσμένα χρώματα για την απεικόνιση μνημών των πρωταγωνιστών, ζουμ σε οθόνες μέχρι που η εικόνα σβήνει μες στον θόρυβο της τηλεοπτικής συσκευής με σκοπό την εικαστική σκιαγράφηση μιας αίσθησης αποπροσανατολισμού, σοφή και μετρημένη χρήση της αργής κίνησης, προσεγμένα συνειρμικά ρακόρ για την αναδρομική «εμφύτευση» παραφυσικών συμβάντων στον παρόντα φιλμικό χρόνο – με την αδιάλειπτη ηχητική μπάντα να διατηρεί τη συνέχεια –, εναέριες πτήσεις της κάμερας πάνω από την πόλη σε αλλόκοτη, επιταχυμένη κίνηση κοκ.

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Επισκέπτης απ' την Κόλαση» (2001)

ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ ΑΠ' ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ

«FROM HELL»






     Στο βικτωριανό Λονδίνο του 1888, ένας κατά συρροή δολοφόνος αρχίζει να δολοφονεί αποτρόπαια πόρνες της υποβαθμισμένης συνοικίας Γουάιτσαπελ, αφαιρώντας με χειρουργικό τρόπο σωματικά τους όργανα. Ο Επιθεωρητής Άμπερλαϊν της Μητροπολιτικής Αστυνομίας αναλαμβάνει να ξεδιαλύνει την υπόθεση, παρακινημένος από προφητικά οράματα που βλέπει υπό την επήρεια οπίου, αψεντιού ή άλλων ψυχοτρόπων ουσιών. Όταν όμως αντιλαμβάνεται πως τα θύματα γνωρίζονταν μεταξύ τους και διατηρούσαν φιλικές σχέσεις ενώ ταυτόχρονα πιθανολογεί πως ο «Τζακ ο Αντεροβγάλτης», όπως αποκαλεί τον φονιά ο Τύπος, είναι ιατρός με προχωρημένες γνώσεις ανθρώπινης ανατομίας, έρχεται σε σύγκρουση με μια συνωμοσία σιωπής της άρχουσας κοινωνικής τάξης εκτεινόμενη από τις Μυστικές Υπηρεσίες και τις τεκτονικές αδελφότητες του Λονδίνου, μέχρι την ίδια τη βασιλική Αυλή…
    Με αφετηρία μία γνωστή και ευφάνταστη – φυσικά αποδεδειγμένα εσφαλμένη – θεωρία συνωμοσίας σχετικά με την πραγματική ταυτότητα του διασημότερου ασύλληπτου κατά συρροή δολοφόνου, ο πετυχημένος κομίστας Άλαν Μουρ (Watchmen, V For Vendetta) έγραψε τη δεκαετία του 1990 ένα ατμοσφαιρικό κόμικ, επηρεασμένο από τις εκκεντρικές αντιλήψεις του για τον χρόνο, την Ιστορία και τη μεταφυσική. Το 2001 διανεμήθηκε στις σκοτεινές αίθουσες η χολιγουντιανή, κινηματογραφική εκδοχή αυτής ακριβώς της μυθοπλασίας, με εξαιρετικούς ηθοποιούς - αστέρες στους κύριους ρόλους (Τζόνι Ντεπ, Ίαν Χολμ). Οι σκηνοθέτες Αδελφοί Χιουζ, γνωστοί από παλιότερα φιλμ για τα μητροπολιτικά γκέτο των Αφροαμερικανών στις ΗΠΑ, μεταφέρουν με μαεστρία στη μεγάλη οθόνη το αυθεντικό κλίμα του συννεφιασμένου και βρώμικου βικτωριανού Λονδίνου της πρώιμης αστικής εκβιομηχάνισης, των τεράστιων ταξικών διαιρέσεων, του άκρατου κοινωνικού συντηρητισμού, του αισιόδοξου επιστημονικού θετικισμού, της διαφθοράς μιας υποκριτικής και ανεξέλεγκτης εξουσίας, των αναδυόμενων σοσιαλιστικών αλλά και αντισημιτικών κινημάτων, της εποχής του αψεντιού, των μποέμ και των αποκρυφιστών στους κύκλους της υψηλής κοινωνίας – το κλίμα της αυγής του μοντέρνου κόσμου.

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Ο Κύβος» (1997)

Ο ΚΥΒΟΣ

«CUBE»






     Ο χρόνος άγνωστος και ο τόπος αόριστος, αν και μοιάζει με το παρόν κάπου στη Β. Αμερική. Οι ετερόκλητοι ήρωες άγνωστοι, μεταξύ τους αλλά και σε εμάς τους θεατές. Η ημερομηνία και η ώρα στοιχεία άγνωστα, αφού μέσα στον Κύβο επικρατεί πάντα τεχνητός φωτισμός και ο έξω κόσμος δεν είναι ορατός από πουθενά... Επτά ξένοι ξυπνούν εγκλωβισμένοι και χωρίς καθόλου προμήθειες μέσα σε μία αινιγματική οικοδομική μεγακατασκευή υψηλής τεχνολογίας, αποτελούμενη από εκατοντάδες πανομοιότυπων διαστάσεων κυβικά, μεταλλικά δωμάτια διατεταγμένα σε ένα συνολικό κυβικό πλέγμα και αλληλοσυνδεόμενα μεταξύ τους με καταπακτές. Ορισμένα δωμάτια περιέχουν θανάσιμες παγίδες ενεργοποιούμενες από ανιχνευτές κίνησης στους τοίχους, ενώ όλα τους χαρακτηρίζονται από έναν μοναδικό σειριακό αριθμό και από το χρώμα βαφής στα τοιχώματα, μεταξύ πέντε διαθέσιμων. Σύντομα ο ένας πέφτει θύμα του Κύβου και σωριάζεται νεκρός, μα οι εναπομείναντες έξι συγκλίνουν ύστερα από κάποια περιπλάνηση στο ίδιο δωμάτιο, χωρίς καμία μνήμη του πώς ή γιατί βρέθηκαν εκεί. Μία έφηβη και σέξι μαθήτρια Λυκείου με μεγάλο μαθηματικό ταλέντο, ένας συντηρητικός και διαζευγμένος Αφροαμερικανός αστυνομικός με αυταρχικές τάσεις και ηγετικές διαθέσεις, ένας μηδενιστής και κυνικός υπάλληλος εργολαβικής εταιρείας, μία μεσήλικας γιατρός με έφεση στην αντικυβερνητική συνωμοσιολογία και εμμονές απέναντι στο στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα, ένας έμπειρος δραπέτης φυλακών με εγκληματικό υπόβαθρο και ένας αυτιστικός νεαρός, σχεδόν σαν να ξεπήδησε από μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ. Πολύ γρήγορα αρχίζουν να αναζητούν την έξοδο από τον επικίνδυνο Κύβο προσπαθώντας να συνδυάσουν τα επιμέρους ταλέντα τους, ενώ η πείνα, οι παρανοϊκές υποθέσεις για το τι συμβαίνει και οι διαφωνίες μεταξύ τους απειλούν τη συνοχή της εύθραυστης ομάδας...
    Αυτό το μικρό διαμαντάκι του ανεξάρτητου σινεμά γυρίστηκε στον Καναδά το 1997, σε 21 μέρες και με προϋπολογισμό μόνο 300000 δολαρίων, υπό την αιγίδα του τότε πρωτοεμφανιζόμενου Βιτσέντζο Νατάλι (Τίποτα, Κωδικός Σάιφερ, Σπλάις, Νευρομάντης). Ένα αυθεντικό θρίλερ επιστημονικής φαντασίας με στοιχεία σπλάτερ, δεν προσπαθεί να υποδυθεί τη «μεγάλη ταινία» και συγκαλύπτει τα ισχνά μέσα παραγωγής του λειτουργώντας ως ο ορισμός του αφηγηματικού μινιμαλισμού: ουδέποτε γνωρίζουμε το παραμικρό για τον Κύβο πέρα από τις υποθέσεις των πρωταγωνιστών, δεν μαθαίνουμε τίποτα ουσιώδες για το υπόβαθρο των τελευταίων, ποτέ δεν εμφανίζεται ο εξωτερικός «πραγματικός κόσμος». Κλειστοφοβική, υποβλητική και καφκική ατμόσφαιρα χωρικού περιορισμού και δυσεξήγητου μυστηρίου, σουρεαλιστικό περιβάλλον, ευφυείς και ευφάνταστες παγίδες, μακάβριοι και αιματηροί θάνατοι, υψηλά επίπεδα αγωνίας (ξεχωρίζει η σεκάνς με τη σιωπηλή διάβαση του δωματίου που περιέχει την ηχητικά ενεργοποιούμενη ενέδρα), σφιχτός ρυθμός αυξομειούμενος με μαεστρία και χαρακτήρες επτασφράγιστοι, αρνούμενοι να εκθέσουν τον ψυχολογικό τους κόσμο σε αγνώστους – ή στους θεατές – αλλά και ανίκανοι να συγκρατήσουν τις ρωγμές οι οποίες εμφανίζονται σ' αυτό το ψυχρό προσωπείο, όσο έρχονται αντιμέτωποι με πρωτόγνωρους κινδύνους. Η σχηματιζόμενη ομάδα προχωρά τυφλά μες στον παράδοξο λαβύρινθο, με υποθέσεις και πειραματισμούς, ανιχνεύοντας ενδείξεις για την έξοδο με βάση τα μαθηματικά ως εκπρόσωπο του ορθού λόγου: οι σειριακοί αριθμοί όχι μόνο φαίνεται να είναι το κλειδί της επιβίωσης, με όσα δωμάτια χαρακτηρίζονται από πρώτους αριθμούς να είναι παγιδευμένα, αλλά και αποτελούν τελικά τον μίτο της Αριάδνης, αφού συνιστούν τριδιάστατες καρτεσιανές συντεταγμένες μες στον Κύβο. Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της διαδρομής προς το ουτοπικό όραμα της εξόδου, οι τρομοκρατημένοι πρωταγωνιστές εξ ανάγκης επιλύουν γρίφους, αναπτύσσουν αντικρουόμενες θεωρίες για το άπιαστο νόημα της μεγακατασκευής, στοχάζονται για το μυστήριο του εγκλωβισμού τους σ' αυτήν, υποπίπτουν εύκολα στην παράνοια και στην καχυποψία, λυγίζουν υπό συνθήκες ψυχολογικής πίεσης, ενώ αναπτύσσουν μεταξύ τους σχέσεις εξουσίας αντί για δεσμούς αλληλεγγύης. Οι έξι έδρες του κάθε κυβικού δωματίου, της κάθε φυλακής, αναλογούν σε έξι διαφορετικές προοπτικές αντίληψης του κόσμου, σε έξι ξεχωριστές προσωπικότητας ανίκανες να συνεργαστούν προς έναν κοινό στόχο. Το αναμενόμενο φινάλε δεν κρύβει τη σωτηρία αλλά την πιο φρικτή αιματοχυσία, για όλους εκτός από τον πιο αθώο ανάμεσά τους...

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Ντόνι Ντάρκο» (2001)

ΝΤΟΝΙ ΝΤΑΡΚΟ

«DONNIE DARKO»




     Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Ρίτσαρντ Κέλι είναι μία ιδιόρρυθμη ταινία της ανεξάρτητης κινηματογραφικής σκηνής των ΗΠΑ, η οποία πλέον αποτελεί αντικείμενο λατρείας: απορρίφθηκε από την πλειονότητα του κοινού στον απόηχο της Ενδεκάτης Σεπτεμβρίου, αποτέλεσε εμπορική αποτυχία στις αίθουσες και αγαπήθηκε από μία μικρή ομάδα σινεφίλ – ως γνήσιο τέκνο της καινοτόμου δημιουργικότητας και της πρωτότυπης καλλιτεχνικής έκφρασης – για να καταστεί τελικά, τελείως απρόσμενα, μεγάλη επιτυχία στην οικιακή αγορά των DVD. Δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί αυστηρά καθώς πατά σε πληθώρα ειδών ταυτόχρονα – θρίλερ επιστημονικής φαντασίας, εφηβικό ρομάντζο ενηλικίωσης και μεταφυσικό δράμα.
    Ο ήρωας του τίτλου – μία συγκρατημένη, όχι όμως και υποδειγματική ερμηνεία από τον νεαρό τότε Τζέικ Γκάιλενχαλ – είναι ένας βασανισμένος έφηβος με ιστορικό σχιζοφρένειας και υπνοβασίας, σε ένα ήσυχο προάστιο των ΗΠΑ του 1988. Βλέπει τακτικά μία ψυχίατρο και υφίσταται θεραπεία με ψυχοφάρμακα. Η ζωή του ακροβατεί ανάμεσα σε φυσιολογικές καταστάσεις (η τυπική μικροαστική πενταμελής οικογένειά του, η φοίτησή του στο Λύκειο της επαρχιακής του πόλης, η αφύπνιση του ερωτικού ενστίκτου) και τρομακτικά οράματα με φανταστικά πρόσωπα που ο ίδιος πιστεύει ότι είναι προϊόν του διαταραγμένου μυαλού του. Όταν όμως ένα τέτοιο πρόσωπο, ο τεράστιος ομιλούν λαγός Φρανκ, τον ειδοποιεί να φύγει από το δωμάτιό του αμέσως πριν συντριβεί μυστηριωδώς σε αυτό ένας κινητήρας αεριωθούμενου αεροπλάνου, σώζοντας έτσι τη ζωή του, τα πάντα αλλάζουν. Κατά τη διάρκεια του οράματος ο Φρανκ προλέγει πως ο κόσμος θα καταστραφεί σε 28 ημέρες, ενώ το άλλο πρωί ο Ντόνι αντιλαμβάνεται πως κανένα αεροπλάνο δεν έχασε τον κινητήρα του σύμφωνα με τις Αρχές και ότι κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει την προέλευση της τουρμπίνας που κατέστρεψε το σπίτι του. Τις επόμενες τέσσερις εβδομάδες ο Ντόνι, ακολουθώντας τις συμβουλές του Φρανκ, θα αναμιχθεί σε καταστάσεις αλλόκοτες και τρομακτικές, θα ξεσκεπάσει το αμαρτωλό παρελθόν ορισμένων κατοίκων της πόλης, θα γνωρίσει μία κοπέλα με την οποία θα εκτονώσει την αναπτυγμένη του σεξουαλικότητα και θα αντιμετωπίσει τη μοναξιά του, θα γνωρίσει αλήθειες για τη ζωή, τον θάνατο, το ταξίδι στον χρόνο, την αναζήτηση του Θεού και ότι «κάθε πλάσμα σ’ αυτή τη Γη πεθαίνει μόνο». Το φινάλε, τη νύχτα του Χαλογουίν και λίγο πριν την αναμενόμενη Αποκάλυψη, επαναφέρει την ιστορία εκεί που άρχισε – μόνο που τα γεγονότα αυτή τη φορά θα εκτυλιχθούν διαφορετικά…

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Λογοτεχνία: «Μια δική σου ζωή» (2008)

ΜΙΑ ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΖΩΗ



«    Είχα συρθεί στα πόδια του θρόνου του και τον δάγκωνα. Με χτύπησε αναίσχυντα πατρικά στην πλάτη και με πήρε στη χούφτα του. Χώρεσα ολόκληρος. Τα δάχτυλά του θεόρατα μ' έσφιγγαν, αποφεύγοντας να με πνίξουν.
    “Δολοπλόκε”, μουρμούρισα και τον έγλειψα. Μ' έφερε μπροστά στα μάτια του και γελώντας μου αλλά κατηφής, “συνεργάτη”, μου είπε, “το ενεχυροδανειστήριο θα υποστεί την έκρηξη με την οποία αθέλητα, το υπονόμευσες. Στις 9 το πρωί ξεσκονίζοντας το ράφι, όπου βάλαμε την αυθεντική σου ζωή, τάραξες το σανιδάκι, που είχαμε απομονώσει ως επικίνδυνη περιοχή. Σε τρία λεπτά θα γίνουμε όλοι κομμάτια.”
    Κάρφωσα τα δάχτυλά μου στα μάτια του. Ήταν δυστυχής και χαρούμενος κι έτσι τον αγαπούσα.
»



     Η καθηγήτρια φιλοσοφίας Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, ενεργή λογοτεχνικά από τη δεκαετία του 1970, παραδίδει μια προσεγμένη συλλογή 25 διηγημάτων της από την τελευταία τριακονταετία, ιδιόρρυθμων στιγμιοτύπων της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Ένα ανθολόγιο από μικρές τραγωδίες ή σύγχρονες παραλογές μοντερνιστικής τεχνοτροπίας, κατασκευασμένες με μια ξεχωριστή, πυκνή γραφή και χαρακτηριζόμενες από το ιδιαίτερο γλωσσικό και εκφραστικό της ύφος: μακρές περίοδοι με ελικοειδή δομή, εμβόλιμες άστικτες ενότητες εσωτερικών μονολόγων, κομψή χρήση και επιλογή των λέξεων, μια αίσθηση εγκεφαλικότητας και εσωτερικότητας στη δομή και στο περιεχόμενο, κατάρριψη των συμβάσεων της ρεαλιστικής αφήγησης προς όφελος της υποκειμενικής απεικόνισης νοητικών τοπίων με σουρεαλιστικά στοιχεία, όπου τα περιεχόμενα της σκέψης διαμορφώνουν την αφηγηματική πραγματικότητα. Σε πολλά σημεία διαβάζουμε ένα λυρικό υβρίδιο αφηγηματικού και δοκιμιακού λόγου, όπου στοιχειώδεις χαρακτήρες και πλοκές εισάγονται μόνο και μόνο για να αφεθούν στη συνέχεια αναίσχυντα μετέωροι, προκειμένου να δοθεί έμφαση στην ανάπτυξη και έκθεση προβληματισμών και συλλογισμών.
     Πότε-πότε, η ίδια η συγγραφέας τοποθετείται στο κείμενο ως χαρακτήρας και γκρεμίζει τον τέταρτο τοίχο απευθυνόμενη άμεσα στον αναγνώστη, όσο η γραφή εκθέτει συνεχώς την ύπαρξή της και την πλαστότητα των δρώμενων στον αναγνώστη μέσα από παραλογισμούς, αφηγηματικές ασυνέχειες, μεταμυθοπλαστικές παρεκβάσεις, χαρακτηρολογικές μεταμορφώσεις και λεκτικές ακροβασίες, όντας σε διατεταγμένη υπηρεσία να υπονομεύσει την ψευδαίσθηση της ρεαλιστικής περιγραφής ενός συνεκτικού αντικειμενικού κόσμου. Ο μοντέρνος Άνθρωπος, βιώνοντας μια κομματιασμένη ύπαρξη σε μόνιμη παλινδρόμηση μεταξύ της ενδογενούς του εντιμότητας, της προσανατολισμένης στην αναζήτηση του θαυμαστού, και μιας έξωθεν επιβεβλημένης νυσταλέας κοινοτοπίας και διαφθοράς – με την «αληθινή του ζωή να έχει μπει ενέχυρο στο ράφι του ενεχυροδανειστή» –, δεν μπορεί να στηρίζεται σε περασμένες διαβεβαιώσεις απόλυτης αντικειμενικότητας ενός υποτιθέμενου ορθολογικού κόσμου. Η εν λόγω τραγωδία εκτίθεται ολοζώντανη μέσα από τις ιστορίες αυτού του τόμου, όπου αληθοφανή, φανταστικά και συμβολικά επεισόδια και χαρακτήρες συμπλέκονται με απρόσμενους τρόπους σε μια διαρκή αλληλοδιαδοχή οικείων, ανοίκειων και παράλογων καταστάσεων ή σκηνικών. Η μεταπολιτευτική νεοελληνική πραγματικότητα μονίμως στο υπόβαθρο, όχι ως ακριβής αναπαράσταση αλλά περισσότερο ως αίσθηση, ως τα υπονοούμενα συμφραζόμενα ενός ξένου ονείρου το οποίο βλέπουμε να εκτυλίσσεται μπροστά μας κατά την ανάγνωση.

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Waking Life» (2001)

WAKING LIFE

«WAKING LIFE»




     Σημαντική στιγμή στην καριέρα ενός ανεξάρτητου Αμερικανού σκηνοθέτη, δέκα χρόνια μετά το ντεμπούτο του Σλάκερ (1991), η οποία αφορά κυρίως τη φύση των ονείρων και τη σχέση τους με την πραγματικότητα. Με αφορμή την ιστορία ενός ανώνυμου νεαρού ο οποίος παγιδεύεται μέσα σε ένα τακτικά μεταβαλλόμενο διαυγές όνειρο και δεν μπορεί να αφυπνιστεί, γινόμαστε μάρτυρες της διαδρομής του σε ένα σχεδόν σουρεαλιστικό Ώστιν, των παρατηρήσεων και των διαλόγων του με άλλους ανθρώπους – εφευρημάτων του ασυνειδήτου του; – ή των μονολόγων τους, περί της άσπονδης σχέσης μεταξύ ατομικότητας και συλλογικότητας, περί ριζοσπαστικής πολιτικής και του ακτιβισμού των καταστασιακών, περί μεταμοντερνισμού και υπαρξισμού, περί ύπαρξης ή μη της ελεύθερης θέλησης σε έναν κόσμο πλήρως καθοριζόμενο από φυσικούς νόμους, περί ονειροναυτών («εξερευνητές» οι οποίοι ελέγχουν απολύτως τα όνειρά τους και τα βιώνουν με τη μέγιστη δυνατή καθαρότητα) και πραγματικότητας, περί της ζωής, της ταυτότητας, του χρόνου και του θανάτου.
     Ένας πανέμορφος, ρευστός και αυθεντικά αστείος καμβάς αποσπασμάτων από εκκεντρικές ή αντισυμβατικές αντιλήψεις και διανοητικά μανιφέστα, κάποια από τα οποία επιχειρούν να εκλαϊκεύσουν απαιτητικές έννοιες του σύγχρονου θεωρητικού στοχασμού. Το σενάριο δεν προσποιείται πως έχει όλες τις απαντήσεις, ούτε ότι διαθέτει συνοχή με τη συνηθισμένη έννοια. Εκτυλίσσεται με τη λογική ονείρου και ζητά από τον θεατή απλώς να βυθιστεί στη ροή του, όσο παρακολουθεί ρεαλιστικούς ανθρώπους να παραληρούν ντελιριακά εκθέτοντας ολοζώντανα τις ιδέες και τις θεωρίες τους. Η ίντριγκα δεν παρέχεται από κάποια σύγκρουση μεταξύ των χαρακτήρων, αλλά από την υπονοούμενη σύγκρουση μεταξύ αντίπαλων περιγραφόμενων κοσμοαντιλήψεων – αυτό και μόνο επαρκεί ώστε το φιλμ να χαρακτηριστεί ως το πλέον πρωτότυπο της δεκαετίας.

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Δώδεκα πίθηκοι» (1995)

ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΠΙΘΗΚΟΙ

«TWELVE MONKEYS»




     Το 1997 πέντε δισεκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν εξαιτίας ενός θανατηφόρου ιού, κατασκευασμένου σε εργαστήριο. Το 2035 μία ελίτ επιστημόνων οι οποίοι ελέγχουν μία υπόγεια κοινωνία επιζησάντων, αποστέλλει στο παρελθόν έναν κατάδικο ονόματι Τζέιμς Κόουλ (Μπρους Γουίλις), υποσχόμενη σε αντάλλαγμα αποφυλάκιση, με εντολή να βρει μία αγνή, μη μεταλλαγμένη εκδοχή του ιού πριν από τη διάδοσή του και να τους την επιστρέψει στο μέλλον, ώστε να κατασκευάσουν αντίδοτο και τα απομεινάρια της Ανθρωπότητας να ανακτήσουν την επιφάνεια του πλανήτη. Λόγω σφάλματος, ο Κόουλ – με ξυρισμένο κεφάλι και γραμμοκώδικα κρατουμένου σε τατουάζ – καταφθάνει στη Βαλτιμόρη του 1990 αντί για το 1996, συλλαμβάνεται, κρίνεται αποπροσανατολισμένος ψυχασθενής και καταλήγει σε άσυλο φρενοβλαβών. Εκεί γνωρίζεται με τον παράφρονα αντισπισιστή ακτιβιστή Τζέφρι Γκόινς (Μπραντ Πιτ) και με την ψυχίατρο Κάθριν Ράιλι (Μαντλίν Στόου), η οποία γοητεύεται από την αναζήτησή του για τη μυστηριώδη «Στρατιά των Δώδεκα Πιθήκων», μία οικοτρομοκρατική οργάνωση-φάντασμα υπεύθυνη – κατά τον Κόουλ – για τη μελλοντική εξάλειψη της Ανθρωπότητας το 1997…
     Το πειραματικό μικρού μήκους φιλμ Η προβλήτα (La Jetée) του Κρις Μαρκέρ (1962) αποτέλεσε στα μέσα της δεκαετίας του 1990 την αφορμή για τη συγγραφή ενός ιδιόρρυθμου κατά παραγγελία σεναρίου, προοριζόμενου παραδόξως να μεταφερθεί στον κινηματογράφο από το χολιγουντιανό κύκλωμα. Από τον σεναριογράφο των Blade Runner και των Ασυγχώρητων Ντέιβιντ Πιπλς, από τον σκηνοθέτη του Μπραζίλ, του Μινχάουζεν και του Βασιλιά της μοναξιάς – καθώς και πάλαι ποτέ μέλος των Μόντι Πάιθον – Τέρι Γκίλιαμ, μα και με τη συμμετοχή γνωστών υπερατλαντικών αστέρων της βιομηχανίας στους πρωταγωνιστικούς ρόλους (Γουίλις, Στόου, Πιτ), το εγχείρημα αυτό έμεινε ως ένα από τα πιο κλασικά της κινηματογραφικής επιστημονικής φαντασίας του ‘90. Όχι το πιο βαθυστόχαστο ή περιεκτικό φιλμ του Γκίλιαμ, αλλά σίγουρα ένα από τα περισσότερο οπτικά εντυπωσιακά και προσεγμένα του. Το ζοφερό κλίμα παράνοιας και σαπίλας, οι υψηλές αξίες παραγωγής, το ρυθμικό σενάριο με τη γριφώδη και λαβυρινθώδη δομή, η νοσταλγική μουσική επένδυση σχεδιασμένη να ανακαλεί μνήμες ενός «χαμένου χρυσού παρελθόντος» (π.χ. Λούις Άρμστρονγκ και αργεντίνικο ταγκό), οι πολύ καλές ερμηνείες (υποψήφιος για Βραβείο Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου και κάτοχος Χρυσής Σφαίρας ο ανερχόμενος τότε Μπραντ Πιτ, η πιο αβανταδόρικη και πετυχημένη ερμηνεία του Γουίλις πριν από την Έκτη αίσθηση) και το γοητευτικά δυστοπικό όραμα του Γκίλιαμ κατέστησαν το αποτέλεσμα σημαντική καλλιτεχνική επιτυχία. Η συμμετοχή ηθοποιών δημοφιλών στο νεανικό κοινό, επιβεβλημένη από τους παραγωγούς ενώ ο σκηνοθέτης αρχικά σκεφτόταν τους Νικ Νόλτε και Τζεφ Μπρίτζες αντί για τους Γουίλις και Πιτ, το ευπρόσιτο του εγχειρήματος σε σχέση με το Μπραζίλ λόγω του πολύ συγκρατημένου σουρεαλιστικού τόνου, και η μεγάλη διαφημιστική καμπάνια του στούντιο της Universal – η ίδια εταιρεία με την οποία ο Γκίλιαμ είχε έρθει σε προστριβές μία δεκαετία νωρίτερα, για την τύχη του Μπραζίλ – διασφάλισαν την εμπορική απήχηση. Με κόστος 30 εκατομμυρίων δολαρίων, οι Δώδεκα πίθηκοι απέφεραν τελικά συνολικά έσοδα περισσότερα από 160 εκατομμύρια.

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Το Παιχνίδι» (1997)

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

«THE GAME»




     Ο Νίκολας Βαν Όρτον (Μάικλ Ντάγκλας) είναι ένας πάμπλουτος επενδυτής του Σαν Φρανσίσκο, κληρονόμος μιας γιγάντιας περιουσίας, μόνος ένοικος της έπαυλης όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια και είδε, όσο ήταν παιδί ακόμα, τον πατέρα του να αυτοκτονεί. Χωρισμένος, μοναχικός, αποξενωμένος από τον αδελφό του Κόνραντ (Σων Πεν) και μονίμως κακοδιάθετος, ο μεσήλικας Νίκολας βλέπει με κρυφό τρόμο να πλησιάζει η μέρα των 48ων γενεθλίων του – η ηλικία στην οποία είχε πέσει από τη στέγη του σπιτιού τους ο αυτόχειρας πατέρας του. Εντελώς αναπάντεχα εμφανίζεται στη ζωή του ξανά ο Κόνραντ με ένα τελείως πρωτότυπο δώρο γενεθλίων: τον έχει συστήσει σε μία ιδιότυπη εταιρεία «αναψυχής», ειδικευμένης στο να «εμπλουτίζει» με περιπέτεια και σασπένς την καθημερινότητα των βαθύπλουτων πελατών της – μεγάλη μυστικότητα περιβάλλει αυτό το «Παιχνίδι», το οποίο είναι διαφορετικό και παραμετροποιημένο για τον κάθε πελάτη. Πολύ σύντομα το Παιχνίδι εισβάλει στη ζωή του Νίκολας, μοιάζοντας αρχικά με συρραφή από ιδιόρρυθμες φάρσες, πλαστοπροσωπίες, σκηνοθετημένες «συμπτώσεις» και σκετς από επαγγελματίες ηθοποιούς αυτοβούλως εμπλεκόμενους στην καθημερινότητα του ήρωα, όπου όμως ο «ένοχος» δεν αποκαλύπτεται και οι μάσκες δεν πέφτουν στο τέλος. Πριν περάσουν πολλές μέρες, το Παιχνίδι αρχίζει να γίνεται βίαιο και να βγαίνει εκτός κάθε ελέγχου, όσο ο αλλόφρων πρωταγωνιστής καταδύεται στην παράνοια μην μπορώντας να διακρίνει τι είναι τμήμα του Παιχνιδιού και τι είναι πραγματικότητα… Σύντομα τα ίχνη μιας ευρύτερης συνωμοσίας γίνονται ορατά.
    Μία διετία μετά το αριστουργηματικό Seven του 1995, ο Ντέιβιντ Φίντσερ σκηνοθετεί ένα ευρηματικό αφηγηματικό υβρίδιο μεταξύ της λογοτεχνικής Χριστουγεννιάτικης ιστορίας του Ντίκενς και του φιλμικού Κασκαντέρ του Ρίτσαρντ Ρας (1980), με κάθε εμφανές ίχνος χιούμορ ωστόσο να έχει αποστραγγιστεί και με το φιλμ να μοιάζει πιο συμβατικά ενταγμένο στον κανόνα του εμπορικού χολιγουντιανού ψυχολογικού θρίλερ με ηθοποιούς-αστέρες και στοιχεία περιπέτειας. Με αυτά τα δεδομένα, οι συντελεστές πλάθουν μία ενδιαφέρουσα και σκοτεινή σάτιρα της ρηγκανικής γενιάς των γιάπηδων, πασπαλίζοντας ένα γλυκανάλατο μήνυμα περί της κενότητας μιας ζωής εστιασμένης στην απληστία και στον υλικό πλουτισμό με υπόγεια επιστημολογικά ερωτήματα. Ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί ατμοσφαιρικά το αστικό τοπίο με ταχείς ρυθμούς, χάρη και ψυχρά χρώματα, εμμένοντας σε σκούρες αποχρώσεις του γαλάζιου, του καφέ ή του πράσινου και καταγράφοντας λιτά την παγωμένη εχθρότητα του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού προς τον Άνθρωπο. Επιλέγει όμως να επικεντρωθεί κυρίως στους ηθοποιούς και στο ανά χείρας σενάριο, επιμελημένο σε ένα δεύτερο πέρασμα από τον σεναριογράφο του Seven. Οι ερμηνείες είναι ικανοποιητικές, με τον αστέρα Ντάγκλας να αποδεικνύει πως κατέχει ένα επαρκές εύρος υποκριτικών ικανοτήτων, απεικονίζοντας τη μετάβαση του ήρωα από τον εγωκεντρικό και αλαζονικό κυνισμό στην παράνοια και από εκεί σε μια στοιχειώδη αυτοκριτική και επανεκτίμηση της ζωής. Άλλωστε, κατά τη δεκαετία πριν από το Παιχνίδι ο Ντάγκλας είχε αναλάβει ξανά παρεμφερείς ρόλους στο κινηματογραφικό κύκλωμα του Χόλιγουντ. Ο Πεν αξιοποιείται ελάχιστα, καθώς το φιλμ επικεντρώνεται σχεδόν πλήρως στον χαρακτήρα του Νίκολας, μα δυναμιτίζει εύκολα τις μόνον τρεις σκηνές όπου εμφανίζεται.

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Seven» (1995)

SEVEN

«SEVEN»




     Μία ατμοσφαιρική και στέρεα ταινία με αντισυμβατικό φινάλε και ίχνη νουάρ αισθητικής, το «Blade Runner της δεκαετίας του ’90» όπως αποκλήθηκε, η δεύτερη μεγάλη κινηματογραφική δουλειά του παλαίμαχου σκηνοθέτη μουσικών βιντεοκλίπ Ντέιβιντ Φίντσερ, ύστερα από την τραυματική γι' αυτόν παραγωγή του Alien 3 το 1992. Το Seven είναι όλα αυτά και ακόμα περισσότερα: το πιο πεσιμιστικό και σκοτεινό αστυνομικό θρίλερ της εποχής του. Η πλοκή εύκολα υπερβαίνει τα αφηγηματικά κλισέ στα οποία στηρίζεται – αταίριαστο αλλά αποτελεσματικό δίδυμο ερευνητών με αντικρουόμενες αντιλήψεις, ένας βετεράνος και ένας νεοσύλλεκτος, παγιδεύεται στο νοσηρό διανοητικό παιχνίδι ενός δαιμόνιου κατά συρροή δολοφόνου – επιχειρώντας ένα βαθύτερο σχόλιο και μια σπουδή χαρακτήρων, εστιάζοντας όχι στις πράξεις αλλά στα κίνητρα. Η ηθική σήψη και η παρακμή του δυτικού πολιτισμού επικρατούν στα πλάνα του Φίντσερ, δίνοντας στην ταινία έναν υπόγειο αποκαλυπτικό τόνο. Η κουλτούρα μας έχει διανύσει το τελευταίο της στάδιο και επιστρέφει στις ρίζες της, στην Αναγέννηση και στους λογοτεχνικούς εκφραστές της – τον Δάντη Αλιγκέρι, τον Ουίλιαμ Σαίξπηρ, τον Τζον Μίλτον. Αυτοί και τα γραπτά τους, σχετικά με τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, είναι που θα δώσουν σε δύο τελείως διαφορετικούς αλλά και τόσο ίδιους ανθρώπους το έναυσμα για να συνειδητοποιήσουν το περιβάλλον σκότος.
     Ο ένας είναι ο ανώνυμος κατά συρροή δολοφόνος, που θεωρεί ότι ο μόνος τρόπος για να ακούσουν οι άνθρωποι το «κήρυγμά» του είναι να αποδώσει δικαιοσύνη σε επτά άτομα καθένα από τα οποία διέπραξε ένα από τα αμαρτήματα της μεσαιωνικής χριστιανικής φιλολογίας, δολοφονώντας τα με έναν ξεχωριστό, θεατρικό τρόπο ανάλογο της αμαρτίας τους και που παραπέμπει άμεσα σ’ αυτήν. Έτσι πιστεύει ότι ο κόσμος θα πάψει να προσπερνά την ηθική κατάπτωση και θα αφυπνιστεί από τον λήθαργο. Ο δεύτερος είναι ο μοναχικός, εγκεφαλικός, έμπειρος, κυνικός, ψύχραιμος, αλλά ευαίσθητος και καλλιεργημένος ντετέκτιβ της Αστυνομίας Ουίλιαμ Σόμερσετ (ένας κομψός και υπέροχα συγκρατημένος Μόργκαν Φρίμαν), μία εβδομάδα μόνο πριν από την εκούσια, πρόωρη συνταξιοδότησή του. Μην υποφέροντας άλλο τη βίαιη ζωή στην καταθλιπτική, πνιγηρή, υγρή και ανώνυμη μεγαλούπολη των ΗΠΑ όπου λαμβάνει χώρα η ιστορία, με τα σαπισμένα απ’ τη βροχή κτήρια μπαρόκ αισθητικής σαν ακόμα στεκούμενα ερείπια περασμένων μεγαλείων, επιθυμεί να παραιτηθεί και να δραπετεύσει από την αστική σήψη. Έχει προβεί ακριβώς στην ίδια παρατήρηση με τον φονιά: η διαφθορά, η αδιαφορία για τον πλησίον και η παρακμή επικρατούν στη σύγχρονη κοινωνία. Το επάγγελμά του ευθύνεται για την οδυνηρά βαθιά επίγνωση αυτής της κατάστασης, αφού ακόμα και ο ίδιος χρησιμοποιεί περιστασιακά αθέμιτα μέσα για να πετύχει τους στόχους του. Όμως η φύση του είναι αθώα και σε αντίθεση με τον ψυχικά διαταραγμένο, μεθοδικό αντίπαλό του δεν επινοεί καμία νοσηρή διέξοδο μισανθρωπίας, καταλήγοντας στην παραίτηση.

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Οι συνήθεις ύποπτοι» (1995)

ΟΙ ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΥΠΟΠΤΟΙ

«THE USUAL SUSPECTS»




     Πέντε άνδρες από τον υπόκοσμο της Νέας Υόρκης προσάγονται ως ύποπτοι για τη ληστεία ενός φορτηγού με όπλα. Ο ένας από αυτούς, ο Κίτον, είναι πρώην διεφθαρμένος αστυνομικός ο οποίος πλέον προσπαθεί να ανελιχθεί επιχειρηματικά με νόμιμους τρόπους και διατηρεί ερωτική σχέση με γνωστή δικηγόρο, ενώ ο λιγότερο διαβόητος, ο Ρότζερ «Βέρμπαλ» Κιντ, είναι απλώς ένας κουτσός και αφελής μικροαπατεώνας. Η ανάκρισή τους δεν καταλήγει πουθενά και αφήνονται ελεύθεροι, με την υποψία να πλανάται ότι η κοινή προσαγωγή τους ήταν στημένη από παρασκηνιακές δυνάμεις, με σκοπό να γνωριστούν και να οργανώσουν μια νέα, πραγματικά «δική τους» ληστεία. Παρά τους αρχικούς ενδοιασμούς του Κίτον και τη διάχυτη αίσθηση ότι χειραγωγούνται, πράγματι υποπίπτουν στον πειρασμό και κερδίζουν τρία εκατομμύρια δολάρια. Πολύ γρήγορα όμως αντιλαμβάνονται πως έχουν εμπλακεί σε έναν ιστό απάτης και ψεμάτων από τον οποίον δύσκολα θα διαφύγουν ζωντανοί. Ένα όνομα – θρύλος ακούγεται ξανά και ξανά σε σχέση με την υπόθεσή τους, αυτό του μυστηριώδους, φευγαλέου, πανίσχυρου και επίφοβου αρχιεγκληματία Κάιζερ Σόζε… Όλα θα καταλήξουν σε μια ανεξέλεγκτη φονική έκρηξη στο λιμάνι του Λος Άντζελες, ενώ την επόμενη μέρα ο συλληφθείς Κιντ θα προσπαθήσει να ανασυνθέσει τον γρίφο των γεγονότων για λογαριασμό της Αστυνομίας. Σε αυτή την προσπάθεια καλούμαστε ως μάρτυρες και συμμέτοχοι εμείς οι θεατές.
     Το 1995 ο σκηνοθέτης Μπράιαν Σίνγκερ έγινε ευρύτερα γνωστός στο χολιγουντιανό κύκλωμα κινηματογραφώντας υπέροχα το εν λόγω νεονουάρ θρίλερ, μία εικαστικά θεσπέσια και στυλιζαρισμένη αφηγηματική σπαζοκεφαλιά χιτσκοκικής παραπλάνησης με ευφυές σενάριο, ατμοσφαιρικά ντεκόρ και φωτογραφία, εξαίρετη διανομή ρόλων και προσεγμένη συνοδευτική ορχηστρική μουσική. Το πυκνό μυστήριο της εύρυθμης και ευρηματικής πλοκής, η μη γραμμική αφήγηση με τις περιστασιακές αναδρομές και τις πολλαπλές αντικρουόμενες οπτικές, εστιάζει κυρίως στην ιστορία την οποία διηγείται εκ των υστέρων ο «βλάκας και ανάπηρος» Βέρμπαλ Κιντ στους αστυνομικούς ανακριτές του, μετά το μακελειό στο λιμάνι του Λος Άντζελες το οποίο παρακολουθούμε κατά την εισαγωγική σεκάνς και το οποίο στην πραγματικότητα είναι η κατάληξη της ιστορίας – σχεδόν όλο το φιλμ συνιστά μια αναδρομική εξιστόρηση από τον Κιντ. Ο θεατής χειραγωγείται από την, επικρατούσα στην ταινία και δραματικά αναπαριστώμενη, οπτική γωνία του τελευταίου, η οποία όμως συνεχώς υπονομεύεται λεκτικά από αντιτιθέμενα στοιχεία ή εικασίες που καταθέτει ο ανακριτής. Τελικά η αλήθεια παραμένει φευγαλέα και τα δρώμενα αμφίσημα, με μοναδική εξαίρεση το ανατρεπτικό φινάλε: εκεί η αντικειμενικότητα της αφήγησης επαναφέρεται, ίσα-ίσα όμως για να θέσει σε πλήρη αμφισβήτηση – μέσω της αποκάλυψης της πραγματικής ταυτότητας του σχεδόν υπεράνθρωπου και θρυλικού Κάιζερ Σόζε – την ακρίβεια σχεδόν όλων όσων έχουν προηγηθεί! Ο θεατής αντιλαμβάνεται πως ως εκείνη τη στιγμή έχει εκτεθεί μονάχα σε χειραγωγούμενες εκδοχές της αλήθειας, μυθοπλασίες διαμορφωμένες πάντα με γνώμονα προσωπικά συμφέροντα ή σκοτεινά ελατήρια, και ότι η πραγματικότητα παραμένει τελικά απροσπέλαστη.

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Περιοχή Εννέα» (2009)

ΚΙΝ/ΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Κινηματογράφος: Στάργκεϊτ (1994, «Stargate»)
==> Κινηματογράφος: Περιοχή Εννέα (2009, «District 9») <==
Κινηματογράφος: Beyond the Black Rainbow (2010)

ΠΕΡΙΟΧΗ ΕΝΝΕΑ

«DISTRICT 9»




     Το 1982 ένα γιγάντιο διαστημόπλοιο με ένα εκατομμύριο εξαθλιωμένους και πεινασμένους νοήμονες εξωγήινους («Γαρίδες», ομοιάζουσες με δίμετρα δίποδα έντομα), πρόσφυγες από μια άγνωστη καταστροφή, σταματά πάνω από το Γιοχάνεσμπουργκ της Νοτιοαφρικανικής Ένωσης. Η κυβέρνηση τους περιορίζει σε μία περιφραγμένη επικράτεια υπό μορφή παραγκούπολης, την «Περιοχή 9» όπου ανθεί το έγκλημα, η πορνεία και το λαθρεμπόριο, ενώ ο υπόλοιπος πλανήτης παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα. Για τις επόμενες τρεις δεκαετίες καμία εξέλιξη δεν συμβαίνει: το διαστημόπλοιο παραμένει διαρκώς αμετακίνητο στον ουρανό του Γιοχάνεσμπουργκ και οι εξωγήινοι αναγκάζονται να αναζητούν το φαγητό τους στα σκουπίδια, ενόσω οι κάτοικοι της περιβάλλουσας επικράτειας παραπονιούνται για την παρουσία της Περιοχής 9. Μία ιδιωτική πολυεθνική εταιρεία, η Multi-National United (MNU) έχει αναλάβει τη φύλαξη των εξωγήινων αλλά και την εκμετάλλευση της ιδιόρρυθμης και προχωρημένης οπλικής τεχνολογίας τους – ενεργοποιούμενης μόνο μέσω επαφής με δικό τους DNA και άρα όχι άμεσα αξιοποιήσιμης από συνηθισμένους Ανθρώπους. Το 2010 η MNU εκκινεί ένα πρόγραμμα βίαιης μετακίνησης των Γαρίδων στην πολύ πιο απομακρυσμένη «Περιοχή 10», όμως η κατασκευή ενός παράξενου υγρού από κάποιον εκ των εξωγήινων το οποίο έχει τη δυνατότητα να μετατρέπει σταδιακά έναν Άνθρωπο σε Γαρίδα τροποποιώντας το DNA του, παρεμβαίνει απρόβλεπτα στα γεγονότα.
     Ουσιαστικά δεν έχουμε παρά ένα ευφάνταστο και βίαιο b-movie με μία προφανή αντιρατσιστική αλληγορία στρεφόμενη κατά του απαρτχάιντ (το φιλμ έχει Νοτιοαφρικανούς συντελεστές και έχει κινηματογραφηθεί στη Νότια Αφρική), σαφώς επηρεασμένο σεναριακά σε …ύποπτο βαθμό από την ταινία Alien Nation του 1988, αλλά με υψηλό προϋπολογισμό 30 εκατομμυρίων δολαρίων και τον Πίτερ Τζάκσον στην παραγωγή. Η ταινία εμπνέεται από αληθινό περιστατικό του 1966 (χωρίς εξωγήινους φυσικά), στηρίζεται σε ένα παλαιότερο φιλμάκι μικρού μήκους του νεαρού σκηνοθέτη Μπλόμκαμπ, ενώ προέκυψε μετά την αποτυχία του Τζάκσον να εξασφαλίσει την κινηματογραφική μεταφορά του ηλεκτρονικού παιχνιδιού Halo (το οποίο αφηγείται έναν πόλεμο μεταξύ ανθρώπων και εξωγήινων). Κατά τ’ άλλα ο δημιουργός δήλωσε πως έχει επηρεαστεί από τις σκληροπυρηνικές χολιγουντιανές περιπέτειες δράσης και επιστημονικής φαντασίας της δεκαετίας του 1980 (π.χ. Εξολοθρευτής, Aliens, Ο Κυνηγός, Ρόμποκοπ κλπ) και δεν έχει άδικο – το τελευταίο ένα τρίτο του φιλμ (με τη μάχη μεταξύ του ποικιλοτρόπως «ενισχυμένου» πρωταγωνιστή και ενός στρατιωτικού αποσπάσματος) θα μπορούσε να αποτελεί έργο του Τζέιμς Κάμερον. Στα πρώτα δύο τρίτα της ταινίας ωστόσο η προσέγγιση είναι διαφορετική και πολύ πιο ενδιαφέρουσα.

Κινηματογράφος: «Στάργκεϊτ» (1994)

ΚΙΝ/ΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

==> Κινηματογράφος: Στάργκεϊτ (1994, «Stargate») <==
Κινηματογράφος: Περιοχή Εννέα (2009, «District 9»)
Κινηματογράφος: Beyond the Black Rainbow (2010)

ΣΤΑΡΓΚΕΙΤ

«STARGATE»




     Στην Αίγυπτο του 1928 μία αρχαιολογική ανασκαφή ανακαλύπτει θαμμένο κάτω από ερείπια ένα περίτεχνο προϊστορικό τεχνούργημα, έναν μεγάλης διαμέτρου δακτύλιο ο οποίος δεν φαίνεται να έχει κατασκευαστεί από ανθρώπινη τεχνολογία. Σε μια απόρρητη κυβερνητική εγκατάσταση των σημερινών ΗΠΑ υπό τον έλεγχο του Στρατού, ένας αδέξιος και ακαδημαϊκά περιθωριοποιημένος αιγυπτιολόγος ονόματι Ντάνιελ Τζάκσον (Τζέιμς Σπέιντερ), διαβόητος για τη θεωρία του πως οι Πυραμίδες της Γκίζας είναι κατά πολύ παλαιότερες από τις συμβατικές παραδοχές της επιστημονικής κοινότητας, ηγείται μίας προσπάθειας αποκρυπτογράφησης των ιερογλυφικών συμβόλων επάνω στο καλά κρυμμένο και παμπάλαιο τεχνούργημα. Όταν τα καταφέρνει, αποκαλύπτεται πως το τελευταίο είναι μία Αστροπύλη η οποία ανοίγει μία σκουληκότρυπα προς έναν γήινου τύπου πλανήτη σε έναν απόμακρο γαλαξία. Ένα στρατιωτικό απόσπασμα με επικεφαλής των αξιωματικό των Ειδικών Δυνάμεων Συνταγματάρχη Τζακ Ο’ Νηλ (Κερτ Ράσελ) – καταθλιπτικό με τάσεις αυτοκτονίας, μετά το δυστύχημα το οποίο του κόστισε τον θάνατο του μικρού του γιου – και με τη συνοδεία του Τζάκσον, διαβαίνει την Αστροπύλη και βρίσκεται σε έναν πλανήτη με ερημικό κλίμα και τοπίο, όπου ένα παρακλάδι του αρχαίου αιγυπτιακού πολιτισμού συνεχίζει ακόμα να κυβερνάται τυραννικά ως πάμφθηνο εργατικό δυναμικό από πανίσχυρους εξωγήινους, μεταμφιεσμένους στους θεούς των αιγυπτιακών μύθων...
     Το 1994, ο σεναριογράφος Ντην Ντέβλιν και ο σκηνοθέτης ταινιών δράσης Ρόλαντ Έμεριχ (γνωστός για φιλμ όπως ο Παγκόσμιος στρατιώτης και τα μεταγενέστερα Μέρα ανεξαρτησίας, Γκοτζίλα, Μετά την επόμενη μέρα) παρέδωσαν μέσω του χολιγουντιανού στούντιο της MGM το Στάργκεϊτ. Σεναριακά, πρόκειται για ένα μείγμα του Ντιουν, του Πολέμου των άστρων, των Κυνηγών της Χαμένης Κιβωτού και ψευδεπιστημονικών θεωριών περί «αρχαίων αστροναυτών» και εξωγήινης καταγωγής του ανθρώπινου πολιτισμού, όπως αυτές τις οποίες κατέστησε δημοφιλείς κατά τη δεκαετία του 1970 ο Έριχ φον Ντένικεν. Στιλιστικά, πρόκειται για μία απλοϊκή αλλά ειλικρινέστατη χολιγουντιανή ταινία δράσης, όπου σχεδόν περιμένει κανείς από στιγμή σε στιγμή να δει τις «φίλιες δυνάμεις» του ΝΑΤΟ να «διασώζουν» τους Άραβες γηγενείς από «δαιμονικούς» δικτάτορες σαν τον Σαντάμ Χουσεΐν και τον Μουαμάρ Καντάφι – το σκηνικό επιστημονικής φαντασίας μοιάζει σχεδόν δευτερεύον. Τα δάνεια από τις προαναφερθείσες κινηματογραφικές παραγωγές είναι εμφανέστατα, κυρίως στην εισαγωγική σεκάνς και στην απεικόνιση της καυτής ερήμου σε σκηνές μάχης ή «εξερεύνησης», ενώ οι δειλές απόπειρες για ανάπτυξη χαρακτήρων όχι μόνο αποτυγχάνουν παταγωδώς αλλά αποπροσανατολίζουν το εγχείρημα: η υποπλοκή με τις… τάσεις αυτοκτονίας του Ο’ Νηλ, τη στοργή που αναπτύσσει για έναν νεαρό γηγενή ο οποίος του θυμίζει τον νεκρό του γιο και την πυρηνική βόμβα που έχει κρυφά φέρει μαζί του, θα ήταν προτιμότερο να έχει αφαιρεθεί. Έτσι κι αλλιώς η υπονοούμενη διένεξη μεταξύ «δημιουργικότητας» / επιστήμης και «καταστροφής» / στρατιωτικών, η οποία χαρωπά και αφελώς επιλύεται στο φινάλε, είναι ένα περιεχόμενο στο οποίο δεν δίνεται καμία εμβάθυνση. Οι διεκπεραιωτικές ερμηνείες, τα μιλιταριστικά κλισέ, το στερεοτυπικό χιούμορ και η τυποποιημένη ανέλιξη της πλοκής μετά το μέσον της, αποδυναμώνουν περαιτέρω την ταινία.

Κινηματογράφος: «Άουτλαντ» (1981)

ΚΙΝ/ΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Κινηματογράφος: Σιωπηλή φυγή (1972, «Silent Running»)
Κινηματογράφος: Ανεξέλεγκτες καταστάσεις (1980, «Altered States») 
==> Κινηματογράφος: Άουτλαντ (1981, «Outland») <==
Κινηματογράφος: Στάργκεϊτ (1994, «Stargate»)
Κινηματογράφος: Beyond the Black Rainbow (2010)

ΑΟΥΤΛΑΝΤ

«OUTLAND»




     Στο μέλλον η Ανθρωπότητα έχει αποικήσει το Ηλιακό Σύστημα και ένα ορυχείο εξόρυξης τιτανίου έχει στηθεί στον ηφαιστειογενή δορυφόρο του Δία Ιώ. Οι συνθήκες ζωής των περίπου 1200 εργατών είναι δύσκολες στον απομονωμένο – χωρίς ατμόσφαιρα και με σεληνιακού επιπέδου βαρύτητα – δορυφόρο. Η Διεύθυνση του ορυχείου, υπόλογη στην ιδιοκτήτρια εταιρεία, είναι διατεθειμένη να κάνει τα πάντα προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η απόδοση της εγκατάστασης, συμπεριλαμβανομένης της πληρωμής σημαντικών πριμ παραγωγικότητας στους εργαζόμενους. Όταν ο Ο’Νηλ διορίζεται τοπικός Αστυνόμος και μετακομίζει στην Ιώ με τη σύζυγο και τον μικρό του γιο, αντιλαμβάνεται πως κάτι ύποπτο κρύβεται πίσω από τα αυξανόμενα περιστατικά αυτοκτονιών και βίαιων επιθέσεων μεταξύ του εργατικού δυναμικού κατά τον τελευταίο χρόνο. Η έρευνά του θα τον φέρει αντιμέτωπο με τη Διεύθυνση και γρήγορα θα αναγκαστεί να επιλέξει ανάμεσα στο καθήκον και στην οικογενειακή του γαλήνη, ή ακόμα και μεταξύ ζωής και θανάτου…
     Ριμέικ του γνωστού Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές αλλά σε μελλοντικό διαστημικό σκηνικό αντί για τη συνοριακή Άγρια Δύση του 19ου αιώνα, από μια εξαιρετική εποχή για την κινηματογραφική επιστημονική φαντασία και με την εντυπωσιακή παρουσία του Σον Κόνερι στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ένα διαστημικό γουέστερν κατ’ ουσία, το Άουτλαντ αφηγείται με στυλ μία συμβατική αστυνομική ιστορία διαφθοράς και πολέμου με το κατεστημένο στα σύνορα του πολιτισμού, σε ένα πολύ ενδιαφέρον όμως φόντο. Οι συνθήκες και οι ιεραρχικές δομές του ορυχείου παραπέμπουν στους επίκαιρους τότε (1981) εργατικούς αγώνες της Δ. Ευρώπης, προτού επέλθει η μετανεωτερική αποβιομηχάνιση, αλλά η εντυπωσιακά κλειστοφοβική και ρεαλιστικά βιομηχανική αισθητική των σκοτεινών χώρων όπου εκτυλίσσεται η ταινία – λεπτομερή και κομψά εργοστασιακά σκηνικά με ατελείωτους διαδρόμους που αποπνέουν βρωμιά, καπνό και πολυκαιρισμένο μέταλλο – ήταν έτσι κι αλλιώς εξαιρετικά δημοφιλής στον κινηματογράφο της περιόδου· είχαν προηγηθεί σ’ αυτόν τον τομέα μεγάλες επιτυχίες της κατηγορίας όπως ο Πόλεμος των άστρων ή το Alien, αλλά και το Σκοτεινό αστέρι του Κάρπεντερ. Παρά την έλλειψη πρωτοτυπίας όμως, η καλλιτεχνική διεύθυνση είναι το στοιχείο το οποίο καθιστά το φιλμ αξιομνημόνευτο και όχι το απλοϊκό περιεχόμενο κατά της εταιρικής απληστίας και υπέρ της εξύμνησης του ηρωισμού στην καθημερινότητα, ή η προβλέψιμη πλοκή με το ευτυχές τέλος. Υπέροχες μινιατούρες απίστευτης λεπτομέρειας αναπαριστούν τα διαστημόπλοια και το ορυχείο της ταινίας, ύποπτα παρόμοιο με… πλατφόρμα εξόρυξης πετρελαίου. Ταυτόχρονα, οι προσεγμένες σιωπές, τα εξαιρετικά πειστικά για την εποχή – και ορισμένες φορές αιματηρά – ειδικά εφέ, η ανησυχαστική, σχεδόν ατονική μουσική του πασίγνωστου Τζέρι Γκόλντσμιθ (επίσης μουσικοσυνθέτη του Πλανήτη των πιθήκων, του Πάτον, της Προφητείας, των Παιδιών από τη Βραζιλία, του Alien, του Σταρ Τρεκ, του Πνεύματος του Κακού, της Ολικής επαναφοράς και ούτω καθεξής), οι υπέρμετρα σπάνιες αλλά εξαιρετικά υλοποιημένες σκηνές δράσης ή αγωνίας, τα μεγαλειώδη πλάνα του γιγάντιου Δία στον κατάμαυρο ουρανό της αποικίας αλλά και οι ανάγλυφα τυχοδιωκτικοί ή ύποπτα περιθωριακοί χαρακτήρες, βοηθούν στην οικοδόμηση μιας γοητευτικής ατμόσφαιρας και συνεπαίρνουν τον θεατή για όσο χρόνο διαρκεί το εγχείρημα, παρά τον βραδύ ρυθμό του και ορισμένους σεναριακούς παραλογισμούς.